Θεατρο - Οπερα

Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος: «Ο ηθοποιός είναι για μένα πάντα στο επίκεντρο»

Μιλήσαμε με τον καταξιωμένο σκηνοθέτη με αφορμή την παράσταση «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» στο Θέατρο Χώρα

Νίκη - Μαρία Κοσκινά
ΤΕΥΧΟΣ 985
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί την παράσταση «Μέχρι να σβήσουν τ΄άστρα» της Μπεθ Στιλ, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Βρεθήκαμε με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο σε ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας, αρκετά νωρίς το πρωί, ώστε να προλάβει το κολυμβητήριό του στην παλιά γειτονιά του στα Ιλίσια, όπου προπονείται καθημερινά. Αν και αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν το «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» της Μπεθ Στιλ, που σκηνοθετεί στο Θέατρο Χώρα, η συζήτησή μας κάλυψε ένα ευρύ φάσμα της καριέρας του και των συνηθειών του, με αποτέλεσμα να περάσει η ώρα δίχως να το καταλάβουμε και εντέλει να χάσει την προπόνησή του…

«Γεννήθηκα απέναντι από εκεί που είναι τώρα το κολυμβητήριο, όπου πηγαίνω σχεδόν καθημερινά τα τελευταία 30 χρόνια», μου λέει. «Έχω μεγαλώσει στα Άνω Ιλίσια. Ήταν μια λαϊκή μικροαστική γειτονιά, με πολλούς Μικρασιάτες και Κωνσταντινουπολίτες. Άλλωστε αυτή είναι και η δική μου καταγωγή. Σ’ εκείνο το σημείο υπήρχε ένα γήπεδο, κι εμείς σκαρφαλώναμε στον τοίχο του και από εκεί είχες θέα όλη την Αθήνα. Τότε τα σπίτια ήταν το πολύ διώροφα, δεν υπήρχε η σημερινή ανοικοδόμηση. Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Αυτό το παλιό γηπεδάκι των παιδικών μου χρόνων χωρίστηκε στα δύο κι έγινε ένα γήπεδο μπάσκετ και το κολυμβητήριο».

Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος μιλάει για το θέατρο και τη ζωή του 

Μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Μια άλλη Θήβα», έργο που σημείωσε ρεκόρ εισιτηρίων, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθετεί αυτή την εποχή το τελευταίο έργο της Μπεθ Στιλ «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα». Το έργο, που έκανε πρεμιέρα πέρυσι στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου και μεταφέρθηκε στο West End, ενθουσίασε κοινό και κριτικούς κερδίζοντας το Βραβείο Ολίβιε καλύτερου νέου έργου (2024). Στην Ελλάδα παίζεται για πρώτη φορά, στο Θέατρο Χώρα, αφού η Αθήνα είναι ο πρώτος ευρωπαϊκός του σταθμός μετά την Αγγλία.

«Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα»: Η συνάντηση με τη θεατρική συγγραφέα Μπεθ Στιλ

Όλα ξεκίνησαν όταν είδε στο Λονδίνο την παράσταση ο γιος του και καλλιτεχνικός διευθυντής Μίλτος Σωτηριάδης και αποφάσισε να το προτείνει για τον προγραμματισμό του ΘτΝΚ της σεζόν 2025-26. Όταν το είδαν ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και η σύζυγός του, Κοραλία, κανόνισαν μια συνάντηση με τη συγγραφέα. «Στη συνάντηση», μου λέει, «η Μπεθ Στιλ εμφανίστηκε με όλη την οικογένειά της, άλλωστε και στο κείμενό της έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά αυτός που μου κέντρισε το ενδιαφέρον ήταν ο πατέρας της. Ήταν ανθρακωρύχος που τώρα έχει βγει στη σύνταξη. Όταν τον είδαμε, μας έκανε εντύπωση πόσο όμορφος και καλοντυμένος ήταν, γεγονός που δεν συνάδει με την εικόνα που είχαμε στον νου μας για τους ανθρακωρύχους. Αυτός έμοιαζε λες και ήταν στη Βουλή των Λόρδων. Τόσο εντυπωσιακός ήταν».

Μέχρι να σβήσουν τα άστρα, Θέατρο Χώρα © Πάτροκλος Σκαφίδας

Ο Τσέχωφ ήταν το σημείο «συνάντησής σας» με την Μπεθ Στιλ;
Η Μπεθ Στιλ δεν έχει αντιγράψει, αλλά έχει εμπνευστεί από τις «Τρεις αδελφές» και γενικότερα από τον Τσέχωφ, καθώς είναι ένας θεατρικός συγγραφέας που αγαπά και θαυμάζει. Κι εγώ αγαπώ τον Τσέχωφ. Οπότε, ναι, αυτό ήταν για εμάς το σημείο συνάντησης. Υπάρχουν βέβαια και πολλά στοιχεία από διάφορα έργα του στο κείμενό της. Όπως, για παράδειγμα, στη σκηνή που μπαίνει ο Φιρς στον «Βυσσινόκηπο», έτσι μπαίνει και η Θεία Κάρολ στο «Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα». Γενικά ο ρόλος της θείας είναι πολύ ενδιαφέρων, καθώς αποτελεί έναν συνδετικό κρίκο μεταξύ όλων των προσώπων.

Το έργο αυτό είναι πολύ σύγχρονο, καθώς γράφτηκε το 2024. Πού έγκειται η δύναμή του;
Μιλάει για πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, όπως την ιστορία των ανθρακωρύχων, τα οποία εμείς ως Έλληνες δεν τα έχουμε ζήσει καθόλου, με εξαίρεση ίσως την περιοχή της Κοζάνης. Αλλά, αν και ξεκινά από ένα τοπικό θέμα –τη ζωή μιας συγκεκριμένης οικογένειας– καταφέρνει να γίνεται οικουμενικό και να μας αφορά όλους. Αυτό νομίζω ισχύει για τα καλά έργα, στην τέχνη γενικότερα.

Πώς έγινε η επιλογή των ηθοποιών;
Για κάθε έργο, όταν ψάχνεις να βρεις ηθοποιούς, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να προσπαθείς να νιώσεις σε ποιον ταιριάζει ο εκάστοτε ρόλος. Θέλω να σταθώ λίγο σ’ αυτό το κομμάτι, καθώς χρειάζεται μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο και προσωπικά δίνω μεγάλο βάρος. Γι’ αυτό και συχνά μου λένε ότι κάνω καλές διανομές. Άλλωστε το δικό μου κέντρο είναι ο ηθοποιός. Ένας σκηνοθέτης που θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του πρέπει να ακούει τους ηθοποιούς. Εγώ δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να συμπεριφέρομαι εξουσιαστικά, κάτι που παλιότερα συνέβαινε στο θέατρο. Ευτυχώς με το #MeToo έχουν αλλάξει πολλά πράγματα.

Μέχρι να σβήσουν τα άστρα, Θέατρο Χώρα © Πάτροκλος Σκαφίδας

Ποια είναι τα βασικά θέματα που θίγει το έργο; Για παράδειγμα, βλέπουμε ότι οι ισορροπίες στην οικογένεια αλλάζουν με την είσοδο του Μάρεκ, του μελλοντικού γαμπρού, που είναι μετανάστης, και η οικογένεια δεν φαίνεται να τον συμπαθεί και να τον εγκρίνει…

Ακριβώς, αυτό είναι ένα κεντρικό θέμα που θίγεται μέσα στο κείμενο της Μπεθ Στιλ, και μας αφορά όλους. Και επειδή το έργο διαδραματίζεται στην επαρχία και όχι στο Λονδίνο, αυτό το ζήτημα έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς οι σχέσεις των ανθρώπων στις μικρότερες κοινωνίες είναι διαφορετικές. Οι τρεις αδερφές ήταν πάρα πολύ ενωμένες. Είχαν μια πολύ ωραία σχέση μεταξύ τους, μέχρι που μπήκαν στις ζωές τους οι γάμοι. Οπότε άρχισαν να γίνονται πράγματα που, όπως λέμε... συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες.
Παράλληλα, όπως σας είπα και πριν, το κείμενο αναφέρεται έμμεσα στη ζωή των ανθρακωρύχων. Οι τρεις αδερφές ζουν τον απόηχο μιας εποχής, τη μεγάλη φτώχεια και την ανεργία που ακολούθησε το κλείσιμο των ορυχείων στη δεκαετία του 1980, έπειτα από μεγάλες απεργίες. Έτσι βλέπουμε ότι ο σύζυγος της Χέιζελ είναι άνεργος. Και του προσφέρει δουλειά ο Πολωνός μετανάστης που πρόκειται να παντρευτεί τη Σύλβια, ο Μάρεκ. Αυτό με τίποτα δεν το θέλει ούτε εκείνος ούτε η γυναίκα του. Παράλληλα, έχει ερωτευτεί την αδερφή της, τη Μάγκι, δίχως να το θέλει. Εκείνη πάλι –αν και τον έχει ερωτευτεί επίσης– δεν θέλει να χαλάσει την ιερή σχέση με τις αδερφές της και προτιμά να απομακρυνθεί. Αυτά είναι ζητήματα που φέρνουν συγκρούσεις, μικρότερες ή μεγαλύτερες.

Μέχρι να σβήσουν τα άστρα, Θέατρο Χώρα © Πάτροκλος Σκαφίδας

Το έργο ξεκινά με έναν γάμο, με χαλαρές στιγμές αλλά εξελίσσεται πολύ σκληρά…

Σκέφτομαι μερικές φορές ότι αυτό που συμβαίνει στους γάμους μπορεί να συμβαίνει ενίοτε και στις κηδείες. Το βράδυ που ξενυχτάνε τον νεκρό, από μια ώρα κι έπειτα αρχίζουν να πίνουν και μιλάνε για τα καλά και τα άσχημα, και τότε μπορεί να βγουν κάποια άπλυτα στη φόρα. Στη δική μας περίπτωση, στον γάμο, η μέρα ξεκινά με αυτή τη χαλαρότητα της χαράς. Έχουμε παρούσες τρεις γενιές: τις τρεις αδερφές, τις κόρες τους και τη θεία που αντιπροσωπεύει τη γενιά της μητέρας τους, η οποία δεν είναι εν ζωή. Βλέπουμε τις γυναίκες να βάφονται και να ετοιμάζονται, ενώ οι μικρές παίζουν. Η μία από τις δύο είναι ακόμη μικρή ενώ η άλλη είναι στην εφηβεία, μες στην αντίδραση. Και σιγά σιγά αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια διάφορα θέματα, τα οποία όλο και σοβαρεύουν, κι όσο πάμε προς το τέλος σκληραίνει, συμβαίνουν πολλά ακραία πράγματα. Και φυσικά, όσο και να προσπαθούν να κρυφτούν από τα παιδιά, εντέλει δεν το καταφέρνουν. Τα παιδιά βλέπουν πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι πιστεύουν οι γονείς ή απ’ ό,τι πρέπει. Αλλά παράλληλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έφηβη κόρη –που γνωρίζει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γονείς της– θέλει να τραβήξει την προσοχή τους. Με έναν τρόπο ανορθόδοξο. Μιμούμενη βέβαια τους μεγάλους, κάτι που είδε και δεν έπρεπε να είχε δει… Με την πράξη της, μέσα στην απελπισία της, θέλει να περάσει το μήνυμα: «σας βλέπω, ξέρω τι κάνετε».

Η συζήτηση έρχεται αναπόφευκτα και στο «Μια άλλη Θήβα», το έργο που σημείωσε ρεκόρ εισιτηρίων κι έκλεισε λίγο πριν τα Χριστούγεννα την τέταρτη σεζόν παραστάσεων, αλλά δυστυχώς δεν θα συνεχιστεί…

«Το έργο αυτό μας το πρότεινε η μεταφράστρια Μαρία Χατζηεμμανουήλ, με την οποία έχουμε γίνει φίλοι με τα χρόνια. Στη συγκεκριμένη παράσταση δούλεψε πάρα πολύ το “στόμα με στόμα”. Όση διαφήμιση και να κάνεις, όσο υψηλό μπάτζετ και να έχεις, τελικά το “στόμα με στόμα” πάντα δουλεύει. Και όντως το “Μια άλλη Θήβα” ήθελε τον χρόνο του για να μαθευτεί.
Έχω κάνει παραστάσεις, μέτριες, καλές, καλύτερες, πολύ καλές, όλη την γκάμα. Αυτή είναι ένα φαινόμενο. Πώς αγκαλιάστηκε από τόσες χιλιάδες κόσμου ούτε εμείς δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει. Σχετικά με την τρέχουσα σεζόν, εμείς δεν θέλαμε να σταματήσει, αλλά έπρεπε, καθώς οι ηθοποιοί είχαν άλλες ανάγκες επαγγελματικές, τις οποίες έπρεπε να σεβαστούμε. Και είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία και με τους δύο».

Ο Δημήτρης Καπουράνης και ο Θάνος Λέκκας στο «Μια άλλη Θήβα» © Πάτροκλος Σκαφίδας

Έχετε σκεφτεί να το ανεβάσετε με άλλο καστ;
Δυστυχώς εδώ δεν είμαστε Αγγλία, που οι μεγάλες επιτυχίες πάνε στο West End, γεγονός που σημαίνει απευθείας νέα διανομή. Στην Ελλάδα δεν γίνεται αυτό, αν και είναι πολύ σωστό. Αρκεί να βρεις φυσικά τους αντίστοιχους ηθοποιούς. Εγώ πάντα ξεκινάω να φτιάχνω τον θίασο από τους ηθοποιούς που ξέρω. Αν δεν μου ταιριάζουν, τότε ανοίγομαι και σε άλλους χώρους. Ή και με άλλους τρόπους. Τον Θάνο Λέκκα τον γνώριζα και είχα συνεργαστεί μαζί του και άλλες φορές. Από την άλλη, ο Δημήτρης Καπουράνης ήταν από τους καινούργιους. Ήρθε στην παράσταση έπειτα από οντισιόν.

Δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να συμπεριφέρομαι εξουσιαστικά, κάτι που παλιότερα συνέβαινε στο θέατρο. Ευτυχώς με το #MeToo έχουν αλλάξει πολλά πράγματα

30 σχεδόν χρόνια Θέατρο του Νέου Κόσμου. Ποιος είναι ο απολογισμός σας;
Το Θέατρο του Νέου Κόσμου ξεκίνησε λίγο πριν το 1997, δηλαδή πλησιάζουμε τα 30 χρόνια, ως ένα δικό μου όραμα για να κάνω θέατρο μέσα σε συνθήκες που να μου ταιριάζουν. Από την αρχή οι παραστάσεις που επιλέγαμε ήταν κοινωνικο-πολιτικού περιεχομένου, με μια προτίμηση στα σύγχρονα κείμενα, κάτι που δεν έχει αλλάξει μέχρι και σήμερα.
Ήταν τότε μια εποχή που οι παλιές βιοτεχνίες και τα παλιά εργοστάσια άλλαζαν ταυτότητα και μάλιστα δίνονταν και χρηματοδοτήσεις γι’ αυτόν τον σκοπό. Τη συγκεκριμένη περίοδο που ξεκινούσα δίνονταν ακόμη αρκετά χρήματα και επιχορηγήσεις στον πολιτισμό. Υπήρχε όραμα. Τώρα πλέον όλα αυτά έχουν μειωθεί ή καταργηθεί.

Διατελέσατε και καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών σε ένα κρίσιμο διάστημα. Τι κρατάτε από αυτή την εμπειρία;
Ήταν πάρα πολύ ζόρικο, αλλά και μια εμπειρία τεράστια για μένα. Κλήθηκα σε πέντε εβδομάδες να φτιάξω ένα πρόγραμμα για 1-1,5 μήνα, όσο δηλαδή διαρκεί το φεστιβάλ. Ήταν η εμπειρία μου από το θέατρο του Νέου Κόσμου αυτό που μου έδωσε τα φτερά να το τολμήσω. Δούλεψα με τον τρόπο που ήξερα να δουλεύω, παρόλο που τα μεγέθη εδώ ήταν άλλα, τόσο τα κτιριακά όσο και τα καλλιτεχνικά. Αλλά χρησιμοποίησα τη γνώση μου και την εμπειρία μου ώστε να το φέρω εις πέρας. Για παράδειγμα, έχω μεγάλη ικανότητα να στήνω ομάδες.
Οπότε αυτό βοήθησε τόσο στην επιλογή των συνεργατών μου όσο και στην κατάρτιση του προγράμματος.

Τα τελευταία χρόνια το ΘτΝΚ έχει περάσει στην καλλιτεχνική διεύθυνση του γιου σας, Μίλτου Σωτηριάδη. Εκείνος μόνος λαμβάνει τις αποφάσεις για το πρόγραμμα της κάθε χρονιάς;
Με τον Μίλτο περνούσαμε πολλές ώρες μαζί απ’ όταν ήταν μικρός. Έχει μεγαλώσει ουσιαστικά μέσα στο θέατρο και δη στο ΘτΝΚ. Το πρώτο του μεγάλο πάρτι με φίλους που θυμάται είχε γίνει στην αυλή του θεάτρου, όταν ακόμη ήταν γιαπί, κι από τα 16 του με ακολουθούσε κανονικά, ακόμη και σε καλοκαιρινές περιοδείες. Θυμάμαι μάλιστα ότι κρατούσε συχνά σημειώσεις στις πρόβες και μου έκανε παρατηρήσεις. Έπειτα αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, κι όταν πήγε στο εξωτερικό για σπουδές, ανακάλυψε την κλίση του στην οργάνωση παραγωγής. Και λέω με μεγάλη υπερηφάνεια ότι είναι πολύ καλός, γι’ αυτό του έχω παραδώσει εξ ολοκλήρου αυτό το κομμάτι. Πιο πολύ συζητάει το πρόγραμμα με τη μητέρα του παρά μ’ εμένα. Κι έτσι εγώ έχω αφιερωθεί μόνο στη σκηνοθεσία. H Κοραλία συμμετέχει στην επιλογή των κειμένων και πολλές φορές αναλαμβάνει και τις μεταφράσεις, ενώ εγώ σε κάποιες παραστάσεις έχω αποκλειστικά το κομμάτι της σκηνοθεσίας. Οπότε ο καθένας έχει τον ρόλο του, αλλά μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον.
Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει και ένα άνοιγμα με το θέατρο Κνωσός, που ήταν αποκλειστικά δική του ιδέα, όταν ψάχναμε να βρούμε μεγαλύτερο χώρο για να φιλοξενούνται οι παραστάσεις μας. Ανακαινίστηκε από το μηδέν με δική του απόφαση. Εκεί φιλοξενήθηκε έπειτα από τα απανωτά sold out το «Μια άλλη Θήβα», ενώ ξεκίνησε δυναμικά και με νέες παραστάσεις όπως το «Broκeback Mountain» την προηγούμενη σεζόν αλλά και το «Ο εχθρός του λαού» τη φετινή.

Τη φετινή σεζόν το ΘτΝΚ συνεργάζεται με τη Schaubühne Berlin και τον Τόμας Οστερμάιερ για το ανέβασμα του «Εχθρού του λαού» με τη σκηνοθετική ματιά του Γερμανού σκηνοθέτη για πρώτη φορά με ελληνικό θίασο. Ποιος το επέλεξε;
Ήταν μια επιλογή καθαρά του Μίλτου και ένα μεγάλο άνοιγμα του ΘτΝΚ. Μου άρεσε πάρα πολύ που το έκανε. Και θέλω πολύ να συνεχίσει σ’ αυτόν τον δρόμο.

INFO
«Μέχρι να σβήσουν τ’ άστρα» στο θέατρο Χώρα Σύγχρονο
Διάρκεια: '

  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτη Πάνος Κορογιαννάκης
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Χάρης Γρηγορόπουλος, Άννα Καλαϊτζίδου, Μαρία Κατσιαδάκη, Σύρμω Κεκέ, Υακίνθη Κωνσταντοπούλου, Δαυίδ Μαλτέζε, Μαντώ Μιχαλιού, Ελίνα Ρίζου, Χρίστος Στυλιανού, Κώστας Φλωκατούλα
  • ΘΕΑΤΡΟ: Θέατρο Χώρα
Δες αναλυτικά