- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ένα ταξίδι στον χρόνο, σαν εξομολόγηση, με τον Στράτο Τζώρτζογλου
Ο γνωστός ηθοποιός μιλάει πριν την πρεμιέρα του μονόλογου «Βροχή τα Βέλη» που έγραψε ο Μηνάς Βιντιάδης ειδικά για εκείνον
Στράτος Τζώρτζογλου: Συνέντευξη στη Σοφία Αποστολίδου με αφορμή τον μονόλογο «Βροχή τα Βέλη» του Μηνά Βιντιάδη, στο Calderone Art Space. | Επιμέλεια κειμένου: Τζένη Κοσμίδου
Αφορμή για ένα «ταξίδι στον χρόνο» με τον Στράτο Τζώρτζογλου είναι η παράσταση του Μηνά Βιντιάδη «Βροχή τα βέλη», ένα έργο που αφηγείται την ιστορία ενός άντρα λίγο πριν τα 50, τη στιγμή που κάνει τον προσωπικό του απολογισμό, λίγο πριν υποδεχτεί τους φίλους του για τα γενέθλιά του.
Το θεατρικό έργο «Βροχή τα βέλη» είναι μια ιστορία αναπόλησης. Αν κάνουμε κι εμείς ένα ταξίδι στον χρόνο, ποια είναι η πρώτη στιγμή που θυμάστε να συνειδητοποιείτε ότι θέλετε να γίνετε ηθοποιός; Πότε παίρνετε αυτή την απόφαση;
Την απόφαση την πήρα μία φορά στη ζωή μου και δεν την επαναδιαπραγματεύτηκα. Ήμουν τεσσάρων ετών. Η μητέρα μου μόλις είχε σωθεί από βέβαιο θάνατο. Όταν έγινε καλά, βγήκαμε μαζί για πρώτη φορά σε έναν θερινό κινηματογράφο. Θυμάμαι τα τραπεζάκια, τα λουλούδια και τη μαγική ασημένια οθόνη. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα σινεμά, δεν υπήρχε τότε τηλεόραση. Μαγεύτηκα, όχι μόνο από το θέαμα αλλά και από την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Η μητέρα μου ήταν ζωντανή και ευτυχισμένη. Έβλεπα τα μάτια της και σκεφτόμουν ότι θέλω σε όλη μου τη ζωή να τη βλέπω έτσι. Εκείνη τη στιγμή, με την αφέλεια ενός παιδιού, είπα μέσα μου ότι θα μπω μέσα στην οθόνη, ότι θα γίνω μέρος του ονείρου της, μέρος της ευτυχίας της μητέρας μου, που δεν είναι τυχαίο ότι λέγεται Ευτυχία. Από εκείνη τη μέρα αυτό δεν μου ξεκόλλησε. Κάθε χρόνο πήγαινα σε ένα θέατρο, το Λυρικό Πειραϊκό στο Πασαλιμάνι, σήμερα δεν υπάρχει πια. Όταν δεν είχα χρήματα, καθόμουν στην ταράτσα ενός απέναντι εστιατορίου και έβλεπα τις παραστάσεις από εκεί.
Έβλεπα τους αθηναϊκούς θιάσους που έρχονταν, τον Νίκο Ξανθόπουλο, τη Νόνικα Γαληνέα, τον Αλεξανδράκη. Μετά πήγαινα στα καμαρίνια. Δεν μιλούσα, στεκόμουν απαρατήρητος και τους παρατηρούσα να βάφονται. Περίμενα τη στιγμή που θα ανέβω κι εγώ στη σκηνή. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτός που φύλαγε την είσοδο ήταν ο κουρέας της γειτονιάς μου. Πήγα λοιπόν να δουλέψω στο κουρείο του, για να γίνουμε κολλητοί και να μπορώ να μπαίνω τζάμπα στο θέατρο. Έτσι έγινε. Όταν τελείωσα και πήγα να φύγω, μου έδωσε τα πουρμπουάρ, 14 δραχμές, πολλά λεφτά για τότε. Δεν με ένοιαζαν, γιατί είχα ήδη εκπληρώσει το όνειρό μου.
Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τα 21 μου, όταν είδα τον Κάρολο Κουν σε μια συνέντευξη στην ΕΡΤ. Με μάγεψαν η γλυκύτητα, η τρυφερότητα, η κατανόηση, η συμπόνια και το πάθος του για το θέατρο. Εκεί είπα ότι δεν με νοιάζει αν με πάρουν ή όχι στη σχολή, θα δουλέψω εκατονταπλάσια. Δεν με ενδιέφερε αν είχα ταλέντο, με ενδιέφερε να βρίσκομαι δίπλα σε τέτοιους ανθρώπους. Έκανα τότε μια επιλογή ζωής. Ακόμα και αν δεν είχα λεφτά, ακόμα και αν υπήρχαν δυσκολίες, αποφάσισα να τις μετατρέψω σε δασκάλους μου. Σε αυτή τη διαδρομή είχα τρεις λέξεις σαν πυξίδα. Ευλογία, που σημαίνει καλός λόγος. Ευδοκία, να ξέρεις πότε, πώς και σε ποιους δίνεις. Και Ευλάβεια, να μάθεις να λαμβάνεις σωστά. Αυτές οι τρεις λέξεις με συνόδευσαν σε όλη μου τη ζωή. Στη διαδρομή μου έχουν υπάρξει τρεις παραστάσεις όπου δεν ένιωσα ότι παίζω έναν ρόλο, αλλά ότι μιλάω για τη δική μου ζωή. Με την παράσταση «Βροχή τα βέλη» είναι η τρίτη φορά που μου συμβαίνει αυτό και είναι μια εμπειρία βαθιά προσωπική.
Είπατε ότι αυτή είναι η τρίτη φορά που ζείτε μια παράσταση σαν προσωπική εμπειρία. Ποιες ήταν οι άλλες δύο;
Οι άλλες δύο ήταν ο «Ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη και ο «Θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ. Στον «Ήχο του όπλου» μιλούσα ουσιαστικά για τη μητέρα μου και για τον απογαλακτισμό. Είναι ένα έργο που το ξανανεβάζω και σήμερα και παίζω ξανά τον Μιχάλη, αλλά αυτή τη φορά μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού ΑμΕΑ. Όλο το έργο συμβαίνει στο κεφάλι της και αυτό δικαιολογεί και την ηλικία μου στον ρόλο. Είναι ένα έργο που μιλά βαθιά για τη σχέση με την ελληνίδα μάνα και θεωρώ ότι πρέπει να το δουν όλοι οι γονείς.
Η άλλη παράσταση ήταν ο «Θάνατος του εμποράκου», σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν. Εκεί συνέβη κάτι πολύ δυνατό. Ο ίδιος ο Ντασέν, μαζί με τη Μελίνα Μερκούρη, ήρθαν μετά την παράσταση και μου είπαν ότι πρώτη φορά έκλαψαν στο θέατρο βλέποντας έργο. Για μένα αυτή η παράσταση ήταν μια αναφορά στην αγάπη μου για τον πατέρα μου. Στο έργο του Μίλλερ, ο εμποράκος μεγαλώνει το παιδί του μέσα στη φτώχεια του Μπρούκλιν, με το αμερικανικό όνειρο, τη ματαιοδοξία του να πετύχει, να γίνει κάποιος, να αρέσει στους άλλους, όλα αυτά όμως πηγάζουν από την αγάπη του για τον γιο του. Ο γιος αποτυγχάνει, αλλά μέσα από αυτή την αποτυχία κατεβαίνει στα σκοτάδια της ψυχής του και ανακαλύπτει ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι η αγάπη. Υπάρχει μια σκηνή όπου το λέει αυτό στον πατέρα του κλαίγοντας. Εκεί άγγιζα κάτι απολύτως προσωπικό, γιατί ήθελα να πω τα ίδια πράγματα και στον δικό μου πατέρα, αλλά δεν μπορούσα. Ο πατέρας μου, επειδή κάπνιζε, δεν έμπαινε στην αίθουσα να δει την παράσταση. Την άκουγε όμως από το φουαγιέ, επί περίπου 200 παραστάσεις, ερχόταν και στεκόταν απ’ έξω και την άκουγε κάθε μέρα. Ήταν σαν να συνομιλούσα μαζί του μέσω του θεάτρου, λέγοντας πράγματα που δεν μπορούσα να πω στη ζωή.
Ο πατέρας σας ερχόταν κάθε μέρα στο θέατρο για να ακούσει την παράσταση;
Ερχόταν κάθε μέρα, σε κάθε παράσταση. Ουσιαστικά, με τον πατέρα μου συνομιλούσα μόνο μέσα από το θέατρο. Του έλεγα πράγματα που δεν τολμούσα να πω στη ζωή. Ήταν ναυτικός, σκληρός άντρας, με τατουάζ, δεν δεχόταν εύκολα τρυφερότητες. Οπότε βρήκα εγώ τον τρόπο να τα λέω μέσα από τον ρόλο. Κάποια στιγμή ξανασυναντήθηκα με τον Μηνά Βιντιάδη, έπειτα από είκοσι χρόνια που είχαμε να ιδωθούμε, και τότε του γεννήθηκε η ιδέα να γράψει έναν μονόλογο ειδικά για μένα. Το ξεκινήσαμε και είχε μεγάλη ανταπόκριση. Πήγαμε Μύκονο, Πάτρα, Ρόδο, Κάρπαθο, Θεσσαλονίκη και στις 31 Ιανουαρίου κάνουμε πρεμιέρα στην Αθήνα, στο Calderone Art Space, στον Κεραμικό. Είναι μια εμπειρία βαθιά προσωπική. Νιώθω ευτυχισμένος ερμηνεύοντας αυτόν τον ρόλο, γιατί μέσα από αυτόν ανακαλύπτω ξανά και ξανά τον ίδιο μου τον εαυτό.
Τι ανακαλύψατε για τον εαυτό σας μέσα από αυτή την παράσταση; Η υπόθεση αφορά έναν άντρα που, στα πεντηκοστά του γενέθλια, περιμένει τους καλεσμένους του και κάνει μια πρόβα για όσα θέλει να τους πει.
Στην ουσία δεν αναπολεί, τα ξαναβιώνει. Όλα συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι του. Βλέπουμε όμως και τις τέσσερις γυναίκες της ζωής του, τη γιαγιά του, τη μητέρα του, την κόρη που δεν γεννήθηκε και τη γυναίκα της ζωής του, τον μεγάλο έρωτα, για τον οποίο λέει ότι «την πρώτη φορά που σε είδα, ένιωσα την καρδιά μου να γίνεται ένα με το κορμί μου». Και τους τέσσερις αυτούς ρόλους τους ερμηνεύει μία εκπληκτική νέα ηθοποιός, χορεύτρια, μουσικός και χορογράφος, η Μυρτώ Δημητρακοπούλου, η οποία σε όλη την παράσταση παίζει τσέλο και χορεύει μέσα απο Video Art. Υπάρχουν χορογραφίες οι οποίες ντύνουν όλους αυτούς τους ρόλους.
Το έργο είναι μια «ιστορία αγάπης και συγχώρεσης» και δεν είναι μονόλογος με τη στενή έννοια.
Είναι διάλογος με τον εαυτό μας, για το πώς ερμηνεύουμε τους άλλους. Πώς λαμβάνουμε τα πράγματα; Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να σου κάνει ενενήντα εννιά καλά και ένα κακό και να θυμάσαι μόνο το κακό, ή αντίστροφα, να σου κάνει ενενήντα εννιά κακά και ένα καλό και εσύ να κρατήσεις το καλό και να διδαχθείς από τα υπόλοιπα. Σε μερικούς δείχνεις έναν κήπο γεμάτο διαμάντια, λουλούδια και ομορφιά, αλλά υπάρχει κι ένα σκουπιδάκι στην άκρη. Πολλοί θα δουν μόνο το σκουπιδάκι και θα είναι διαρκώς δυστυχισμένοι. Άλλοι όμως, όπως ο Τσαρούχης, μπορούν να πάρουν ακόμα και τα σκουπίδια και να τα κάνουν τέχνη. Εξαρτάται από τον άνθρωπο και την «ερμηνεία» που θα κάνει σε αυτά που του συμβαίνουν, καλά ή κακά, πως θα τα διαχειριστεί μέσα απο τις σκέψεις και πράξεις του, αν θα τα θεωρήσει ως κατάρα η ευλογιά, ίσως τότε μπορέσει να ζήσει μια ζωή γεμάτη θαύματα η δυσκολιών και μιζέριας.
Τα θαύματα συμβαίνουν σε όλους μας, απλώς πολλοί δεν τα αντιλαμβάνονται.
Θεωρούν πολλές ευλογίες που τους συμβαίνουν ως «δεδομένες» και δεν νιώθουν ευγνωμοσύνη ούτε για το αυτονόητο, ότι είναι ζωντανοί. Ακόμα και με δυσκολίες ή αρρώστιες, το γεγονός ότι είσαι πάνω στη γη είναι από μόνο του κάτι πολύτιμο. Ζούμε, θα έλεγα, σε μια σκοτεινή σπηλιά και το φως προσπαθεί να μπει μέσα. Δεν ανοίγει διάπλατα τη πόρτα, γιατί θα μας τύφλωνε. Ανοίγει λίγο λίγο, όσο μπορεί ο καθένας να αντέξει. Το φως υπάρχει, το σκοτάδι δεν είναι κάτι πραγματικό, είναι απουσία φωτός. Η ευθύνη του να ανοίξει η πόρτα δεν ανήκει ούτε στην κοινωνία ούτε στον Θεό, ανήκει σε εμάς. Η ευτυχία διεκδικείται. Όπως ανοίγουμε το πρωί τα παράθυρα στο σπίτι για να μπει καθαρός αέρας, έτσι χρειάζεται να ανοίγουμε και μέσα μας χώρο για το φως. Αλλά το καθαρό οξυγόνο δεν το αντέχουν όλοι. Αν έχεις συνηθίσει στο καυσαέριο και σε πάω απότομα σε ένα βουνό με καθαρό αέρα, θα ζαλιστείς. Έτσι είναι και με το φως. Θέλει χρόνο, αντοχή και διάθεση να μπεις στη δύσκολη ζώνη.
Ακούγοντάς σας, έχει κανείς την αίσθηση ότι έχετε ανοίξει την ψυχή σας στο φως. Είναι κάτι που το είχατε ανέκαθεν ή κάτι που αποκτήθηκε σταδιακά με τον χρόνο;
Από μικρό παιδί. Όλα μου τα προβλήματα πήγαινα και τα έλεγα στην εικονουλα με την Παναγια και τον μικρό Χριστούλη που είχαμε στο σπίτι. Είχαμε μόνο ένα καντηλάκι, τίποτα άλλο. Ούτε ψυγείο, ούτε κουζίνα. Μαγειρεύαμε έξω, σε μια σχάρα, πατάτες τηγανιτές και μακαρόνια. Περάσαμε πολύ δύσκολα, αλλά αυτή η δυσκολία μας έδεσε. Ήμασταν πολύ αγαπημένοι, είχαμε γλέντι κάθε μέρα. Μέναμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο. Η γιαγιά μου μου είχε δώσει αυτη την εικόνα. Πριν μάθω να μιλάω, έμαθα το Πάτερ ημών. Δεν έγινα ποτέ θρησκόληπτος, απλώς, για έναν περίεργο λόγο, ήμουν συνεχώς ευτυχισμένος. Κάποια στιγμή είπα στον πατέρα μου, «μπαμπά όταν μεγαλώσω και βγάλω λεφτά, θα πάμε σε μεγαλύτερο σπίτι». Ο πατέρας μου, που δεν ήξερε να γράφει ούτε το όνομά του και έβαζε έναν σταυρό αντί για υπογραφή, με πήρε και με πήγε στο απέναντι σπίτι. Ήταν πιο μικρό από το δικό μας. Ανοίξαμε την πόρτα και είδα ένα μεγάλο κρεβάτι που έπιανε όλο το δωμάτιο και κοιμόντουσαν εκεί δώδεκα άνθρωποι. Εκεί κατάλαβα ότι, σε σχέση με αυτούς, εμείς ήμασταν πλούσιοι.
Όταν ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν ναυτικός, μας έφερε την πρώτη ασπρόμαυρη τηλεόραση στο σπίτι μας στα προσφυγικά στη Νίκαια, μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Ένιωθα ο βασιλιάς του κόσμου, γιατί όλοι έρχονταν στο σπίτι μας. Το ίδιο και όταν πήραμε το πρώτο ψυγειάκι. Θυμάμαι έπαιζα με τον πάγο, ήταν μικρό, ξύλινο ψυγειακι, είχε έναν πάγο μέσα και παίζαμε με αυτόν. Μάθαμε πολύ γρήγορα, με τη σοφία του παιδιού, το οποίο λειτουργεί με τις αισθήσεις και χαίρεται τον κόσμο όπως κι αν έρχεται. Η έλλειψη πολυτέλειας σου διδάσκει πολλά. Μαθαίνεις πώς να πέφτεις, πώς να μην κλαις για τα τραύματά σου, πώς να ζεις κοντά στη φύση. Σήμερα τα παιδιά έχουν τα πάντα με ένα κουμπί. Είναι καλό που υπάρχει η τεχνολογία και το ίντερνετ, αλλά όλα εξαρτώνται από τη χρήση. Από το πόσο χρόνο δίνεις και τι ψάχνεις. Αν είσαι παθητικός θεατής της ζωής, αν τρέφεσαι μόνο με δράματα, κουτσομπολιά και τις ζωές των άλλων στο Instagram, το οποίο είναι μια ψεύτικη πραγματικότητα, τότε χάνεσαι. Όλοι δείχνουν μόνο τις καλύτερες στιγμές τους και τελικά δεν είναι καν αυτοί που φαίνονται. Χρειάζεται ηρεμία και γαλήνη για να μπορείς να κατανοείς και να διακρίνεις. Να μη ζεις στην απουσία του φωτός. Σκοτάδι δεν υπάρχει, μόνο φως υπάρχει και όλα είναι ένα.
Νομίζω ότι και ο χαρακτήρας που υποδύεσαι έχει πολλά όμορφα πράγματα να μοιραστεί. Μιλά για το επάγγελμά του και για τις προσωπικές του αλήθειες;
Μιλά για τη ματαιοδοξία του επαγγέλματος. Έζησε την επιτυχία, πίστεψε κάποια στιγμή ότι μπορούσε να κατακτήσει τον κόσμο και κάπου εκεί έχασε την επαφή του με τον εαυτό του και τις αλήθειές του. Ο πατέρας του, που χάθηκε στον Ατλαντικό Ωκεανό όταν εκείνος ήταν οκτώ χρονών. Του είχε υποσχεθεί ότι θα του φέρει μια δερμάτινη μπάλα, αλλά δεν την έφερε ποτέ και από εκείνα τα Χριστούγεννα όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «δεν ξαναφάνηκε ο Άγιος Βασίλης». Αναφέρεται στη σχέση με τη γιαγιά του, η οποία έφυγε ένα βράδυ σαν να μεταμορφώθηκε σε κοριτσάκι και να ανέβηκε στον ουρανό για να ενωθεί με τα αστέρια. Μιλαει με απιστευτο πόνο. Για το κοριτσάκι του που δεν γεννήθηκε ποτέ. Μιλαει με λατρεια σχεδόν» ερωτική» για τη μητέρα του την Ευτυχια, που άφησε τα μαλλιά της μακριά μετά τον θάνατο του πατέρα του και όπως λέει, όταν τα χτένιζε έμοιαζαν με καταρράκτες, νερό που δεν έγινε ποτέ δάκρυα. Εκεί νόμιζε πως θα κολυμπούσε και θα έφτανε όπου ονειρευόταν. Της λέει: «Αχ, ρε μαμά, αυτό που θαυμάζω σε σένα είναι ότι όταν έκλαιγες κανείς δεν καταλάβαινε τίποτα, γιατί έκλαιγες με χαμόγελο. Δεν ήθελες να με στεναχωρείς. Με μεγάλωσες με περηφάνια».
Στη γυναίκα της ζωής του λέει πως αν δεν υπήρχε εκείνη, δεν θα είχε εξοικειωθεί ποτέ με τις σκιές και το σκοτάδι του. Εκείνη τον βοήθησε να τις αποδεχτεί για αυτό είναι η τελευταία γυναίκα της ζωής του, εκείνη η οποία θέλει να μείνει για πάντα. Της εξομολογείται όμως και τον θυμό του. Αναρωτιέται γιατί άλλαξαν, γιατί ο έρωτάς τους θρυμματίστηκε. Παραδέχεται τα λάθη του, λέει «φταίω εγώ», γιατί τον απορρόφησε η δουλειά και ενώ την αγαπούσε, δεν της το έδειχνε. Κάπου εκεί λέει πως η ζωή είναι «Βροχή τα βέλη». Στο τέλος εύχεται η ζωή του να ήταν ένα καλοκαίρι, σαν μια βάρκα της οποίας προσπαθείς να διαβάσεις το όνομα, αλλά είναι ξεθωριασμένο. Αναρωτιέται μήπως είναι το όνομα της μητέρας του, της Ευτυχίας. Τα λιμάνια είναι τα καλοκαίρια, μικρά, μεγάλα, απόμερα, μπαίνεις και κουρνιάζεις. Ρωτά «Πού είναι ο πατέρας μου; Πού είναι ο Χρηστάρας;». Του βγαίνουν τέτοια πράγματα. Στο τέλος καλεί τους καλεσμένους του να σβήσουν όλοι μαζί την τούρτα, να ευχηθούν να αλλάξει, να ξαναγεννηθεί από την αρχή, σαν νέος άνθρωπος και καταλήγει άραγε είναι αργά για να αλλάξω;
Ποιοι είναι οι βασικοί συντελεστές αυτής της παράστασης;
Η παράσταση «Βροχή τα Βέλη» ξεκινά το Σάββατο 31 Ιανουαρίου στο Calderone Art Space και παίζεται κάθε Δευτέρα και Σάββατο στις 21:15. Είναι μια παράσταση που γεννήθηκε από την ανάγκη να μιλήσω για όσα μας βαραίνουν και για όσα μας κρατούν όρθιους, για την απώλεια, τη ματαιότητα, αλλά και την αγάπη χωρίς όρια. Ο ήρωας, την ημέρα των γενεθλίων του, απευθύνεται στους καλεσμένους του και τους λέει, «Κανέναν δεν περιμένω, κανείς δεν με περιμένει. Έχω μόνο εσάς». Αυτό είναι και το κάλεσμα της παράστασης. Να βρεθούμε μαζί, να ευχηθούμε, να διώξουμε τον κακό μας εαυτό και να αναρωτηθούμε, ειλικρινά, αν είναι αργά ή όχι για να αλλάξουμε.
Info: Βροχή τα Βέλη του Μηνά Βιντιάδη
Calderone Art Space, Τριπτολέμου 8, Γκάζι
Από Σάββατο 31 Ιανουαρίου
Δευτέρα & Σάββατο, 21:15
Προπώληση: more.com