Θεατρο - Οπερα

Η «Τόσκα» του Πουτσίνι: όταν η μουσική ελέγχει τον χρόνο, την αγωνία και το συναίσθημα

Τελευταίες παραστάσεις στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Αντώνης Παπακώστας
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Η Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι, σε σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια Νίκου Σ. Πετρόπουλου, «ανεβαίνει» στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ

Στην Εθνική Λυρική Σκηνή αναβιώνει η ιστορική σκηνοθεσία του Ηλία Πετρόπουλου της «Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι, σε μια παραγωγή που ξαναφέρνει στο προσκήνιο ένα από τα κορυφαία έργα του ρεπερτορίου. Στους βασικούς ρόλους συμμετέχουν διεθνώς αναγνωρισμένοι λυρικοί τραγουδιστές: τον ρόλο της Φλόρια Τόσκα ερμηνεύουν εναλλάξ η Αλεξάντρα Κούρζακ, η Τσέλια Κοστέα και η Χρατσουί Μπασσέντζ· τον Μάριο Καβαραντόσσι ο Μαρσέλο Πουέντε και ο Ρομπέρτο Αλάνια· και τον Βαρόνο Σκάρπια ο Δημήτρης Πλατανιάς και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος.

Με αφορμή τις παραστάσεις αυτές, στη «Λέσχη Κλασικής Μουσικής» της «Ομάδας Χωρίς Όνομα», ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ανέλυσε τη μεγαλειώδη όπερα του Πουτσίνι σε μια συζήτηση με τον μουσικολόγο Αλέξανδρο Χαρκιολάκη, φωτίζοντας τις βαθύτερες δραματουργικές και μουσικές της διαστάσεις.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Η «Τόσκα» δεν είναι απλώς μία από τις πιο πολυπαιγμένες όπερες του κλασικού ρεπερτορίου· είναι ένα έργο στο οποίο η μουσική διαμορφώνει την πλοκή και τη μετατρέπει σε σωματική εμπειρία για τον ακροατή. Περισσότερο από το ιστορικό ή πολιτικό της πλαίσιο, αυτό που την καθιστά ανθεκτική από το 1900 μέχρι σήμερα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Πουτσίνι οργανώνει τον χρόνο, τη δράση και το συναίσθημα μέσω της μουσικής.

Η όπερα ξεκινά χωρίς εισαγωγή. Δεν υπάρχει προετοιμασία, ούτε «ζέσταμα» του ακροατή. Από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα, θέτουν τον τόνο τρεις κοφτές και βαριές συγχορδίες: εξουσία, απειλή, σκοτάδι. Μέσα σε είκοσι δευτερόλεπτα γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για ρομαντικό ειδύλλιο, αλλά για καθαρό δράμα. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της δραματουργικής οικονομίας του Πουτσίνι: ελάχιστα μουσικά μέσα, μέγιστο νόημα. Η μουσική λειτουργεί με αυστηρή αρχιτεκτονική: οι ρυθμοί επιταχύνονται και επιβραδύνονται σε απόλυτη συνάρτηση με τη σκηνική δράση. Όταν οι χαρακτήρες τρέχουν, κρύβονται ή καταδιώκονται, η μουσική «αναπνέει» γρήγορα. Όταν η δράση παγώνει ψυχολογικά, ο χρόνος διαστέλλεται. Οι μεγάλες άριες δεν είναι απλώς στιγμές λυρισμού· αποτελούν δομικά σημεία όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά, ενώ η πλοκή συνεχίζει να βαραίνει υπογείως.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δομή παίζει η μελωδία. Ο Πουτσίνι δημιουργεί μελωδίες άμεσα αναγνωρίσιμες, εθιστικές σχεδόν, που δεν λειτουργούν μόνο ως «όμορφες» φράσεις, αλλά ως συμπυκνώσεις χαρακτήρων, συγκρούσεων και συναισθημάτων. Η μελωδία δεν περιγράφει· αποκαλύπτει. Μέσα από μία και μόνο φράση, ο ακροατής αντιλαμβάνεται περισσότερα για την Τόσκα, τον Καβαραντόσσι ή τον Σκάρπια από όσα θα του πρόσφερε ένας εκτενής διάλογος.

© Ανδρέας Σιμόπουλος

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η χρήση της ανθρώπινης φωνής ως μέσου διαστολής του χρόνου. Μια λέξη που στην καθημερινή ομιλία διαρκεί ελάχιστα, στην όπερα μπορεί να παραταθεί για πολλά δευτερόλεπτα. Η επιλογή αυτή είναι, εκτός από αισθητική, βαθιά δραματουργική: ο ακροατής παραμένει μέσα στο συναίσθημα, χωρίς δυνατότητα διαφυγής από το αναπόφευκτο. Η δεύτερη πράξη αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μουσικής αρχιτεκτονικής. Ενώ η Τόσκα τραγουδά, ο Καβαραντόσσι βασανίζεται εκτός σκηνής. Η μουσική οργανώνει έναν χώρο πολλαπλών επιπέδων: στην επιφάνεια, η φωνή που προσπαθεί να διατηρήσει αξιοπρέπεια· από κάτω, ο πόνος που εντείνεται. Ο ρυθμός, η ενορχήστρωση και οι δυναμικές μετατρέπουν τη σκηνή σε σε μια σχεδόν αφόρητη εμπειρία. Η περίφημη άρια «Vissi d’arte» είναι η κορύφωση του λυρισμού και ταυτοχρόνως σημείο ακραίας χρονικής διαστολής.  Καθώς ο ακροατής γνωρίζει ότι η καταστροφή πλησιάζει, η μουσική επιμένει να κρατά τη στιγμή ανοιχτή, παρατείνοντας την αγωνία. Η ομορφιά της μελωδίας λειτουργεί σχεδόν παραπλανητικά: όσο πιο συγκινητική γίνεται, τόσο πιο σκληρό προμηνύεται το επόμενο βήμα. Στο φινάλε, η μουσική ακολουθεί αντίθετη πορεία. Ο χρόνος συστέλλεται βίαια. Οι αποκαλύψεις, οι θάνατοι και η αυτοκτονία διαδέχονται ο ένας τον άλλον μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματική εκτόνωση· το σοκ είναι οργανικό στοιχείο της δραματουργίας.

Αυτός ο ιδιοφυής χειρισμός του χρόνου και της δραματικής ροής καθιστά τον Πουτσίνι συνθέτη πολλαπλών επιπέδων. Η μουσική του λειτουργεί αφηγηματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά. Συχνά, ο ακροατής αντιλαμβάνεται μόνο το προφανές —«τι όμορφη μελωδία»— ενώ από κάτω εξελίσσεται μια σύνθετη αρχιτεκτονική που καθοδηγεί την εμπειρία. Ίσως γι’ αυτό η «Τόσκα» δεν εξαντλείται ποτέ.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσίασε για πρώτη φορά την «Τόσκα» το 1942 (Θερινό Θέατρο πλατείας Κλαυθμώνος), με την τότε 19χρονη Μαρία Καλογεροπούλου που σε λίγο θα γινόταν η Κάλας στον ομώνυμο ρόλο. Η σημερινή σκηνοθεσία του Νίκου Πετρόπουλου πρωτοπαρουσιάστηκε το 2007 στο Θέατρο Ολύμπια μεταφέροντας τη δράση στη Ρώμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με πιο «σκοτεινή»/κινηματογραφική αισθητική. Η ΕΛΣ είχε ανεβάσει  την «Τόσκα» στο Ηρώδειο τον Ιούνιο 2024, με διαφορετική παραγωγή και συντελεστές. Αυτές τις ημέρες, η «Τόσκα» παίζεται και στην Όπερα Bastille στο Παρίσι σε σκηνοθεσία Πιερ Ωντί.

Δείτε περισσότρες πληροφορίες για τις παραστάσεις στο City Guide της Athens Voice