- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Ιωσήφ Ιωσηφίδης: «Προσπαθούμε να κάνουμε ποίηση τη βία»
Μιλήσαμε με τον γνωστό ηθοποιό με αφορμή την παράσταση «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου
Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης για το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς», τις «Νεκρές ψυχές», αλλά και τον «Τζόνι Μπλε» και το reunion του «Πάρα πέντε»
Συναντηθήκαμε με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη σε ένα καφέ στο κέντρο της πόλης, πολύ κοντά στην ATHENS VOICE. H κύρια αφορμή ήταν το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του Χρόνη Μίσσιου αλλά και οι «Νεκρές ψυχές», που ανεβαίνουν από την ομάδα GAFF, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη. Ξεκινώντας από τον Μίσσιο, επεκταθήκαμε στον Γκόγκολ, αλλά και στον «Τζόνι Μπλε» του Γιωργή Τσουρή στο Άνεσις, μιλήσαμε για την ομάδα του, για την πορεία του στο θέατρο αλλά και για την τηλεόραση, ειδικά για το reunion της σειράς του Γιώργου Καπουτζίδη «Στο Παρά Πέντε» που προβάλλεται αύριο, 23 Δεκεμβρίου 2025.
Συνέντευξη με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη για την ομάδα GΑFF και όχι μόνο
Πώς δουλέψατε πάνω στο κείμενο του Χρόνη Μίσσιου;
Γενικά η ομάδα GAFF «εξειδικεύεται», θα μπορούσαμε να πούμε, στο ανέβασμα λογοτεχνικών κειμένων. Η διασκευή είναι το ήμισυ του παντός σε ένα λογοτεχνικό έργο, καθώς έχεις μπροστά σου ένα κείμενο που πρέπει να κοπεί πολύ. Επίσης, στη λογοτεχνία δεν υπάρχει πάντα μια σαφής ροή που να κορυφώνεται σε ένα φινάλε. Σίγουρα δεν μπορείς να βρεις θεατρικό φινάλε στα λογοτεχνικά έργα. Οπότε εκεί χρειάζεται να επέμβει αρκετά ο σκηνοθέτης ώστε το έργο να ανέβει. Η πρώτη επεξεργασία έγινε από τη σκηνοθέτρια Σοφία Καραγιάννη και τη Μυρτώ Αθανασοπούλου, που μοιράστηκαν τη δραματουργική επεξεργασία του έργου. Το τελικό κείμενο της παράστασης διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της πρόβας. Με εξαίρεση τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» –που ανέβηκε μετά την πανδημία του COVID–, υπάρχει μια συνέπεια στην επιλογή των κειμένων που είναι λογοτεχνικά. Το βιβλίο αυτό του Μίσσιου είναι γραμμένο παρορμητικά. Δηλαδή έχει δομηθεί σύμφωνα με το πώς του έρχονταν στο μυαλό τα πράγματα.
Δεν βάλαμε όλο το κείμενο στην παράσταση. Άλλωστε αυτό δεν ήταν εφικτό. Ωστόσο, έχουμε εντάξει και κάποιες μικρές κωμικές σκηνές, τις οποίες μάλιστα δώσαμε πολύ γρήγορα, σποταριστά. Πάντως όταν η Ρηνιώ ήρθε να δει την παράσταση την πρώτη χρονιά, μας είπε ότι περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία του έργου.
Πώς βιώνεις το γεγονός ότι υποδύεσαι ένα υπαρκτό πρόσωπο; Σε πολλά λογοτεχνικά κείμενα, όπως και στις «Νεκρές ψυχές», οι ήρωες που υποδύεσαι είναι φανταστικοί. Ενώ παράλληλα το κείμενο μιλά για μελανά σημεία της ελληνικής ιστορίας.
Δεν ήταν σκοπός μας να κάνουμε μια βιογραφία, όπως συμβαίνει σε άλλες θεατρικές παραστάσεις. Γι' αυτό και το κείμενο δεν είναι μονολογικό. Στο συγκεκριμένο έργο ο Χρόνης είναι ένας από τους συντρόφους, έχει περάσει τα ίδια με τους υπόλοιπους. Προσπαθώ, βέβαια, να χρωματίσω τον δυναμισμό του, τον λόγο του τον φοβερό, το ότι ήταν ένας καθοδηγητής μέσα στο κόμμα με τις ιδιαιτερότητες που είχε. Και όλα αυτά μέσα από τις προσωπικές του ιστορίες και παράλληλα με τον τρόπο που σκιαγραφεί κι ο ίδιος τον εαυτό του. Έχει στο πλευρό του τους συντρόφους του, με τους οποίους μοιράζεται τις ίδιες ιστορίες. Τα ίδια λόγια που λέει ο Χρόνης θα μπορούσε να τα έχει πει κάποιος άλλος. Απλά ξεχωρίζει λόγω του χαρακτήρα, επειδή είναι ο βασικός αφηγητής. Αλλά μοιράζεται την αφήγησή του με τους υπόλοιπους. Έτσι και οι άλλοι σύντροφοι παίρνουν σάρκα και οστά στην παράσταση. Οι ηθοποιοί μοιράζονται και τους υπόλοιπους ρόλους στο έργο, από σύντροφοι γίνονται βασανιστές, κι έπειτα η μάνα του Μίσσιου και η Αφροδίτη.
Θα κάνω ένα μικρό σπόιλ, γιατί θα ήθελα πολύ να μου μιλήσεις για τη σκηνή που είσαι στην απομόνωση...
Όταν κάναμε πρόβες, η Σοφία είχε την ιδέα κάποια στιγμή να κλείσουμε το φως. Αμφιταλαντευτήκαμε για το αν θα το κάναμε. Και τότε είπα: «Σοφία, θα το κάνουμε για να υποψιαστεί το κοινό, έστω και στο ένα εκατομμυριοστό, αυτό που δεν μπορούμε ούτε για πλάκα να υποψιαστούμε, δηλαδή τι ήταν αυτό που τραβούσαν αυτά τα παιδιά». Σκέψου να είσαι μόνος και να περπατάς πάνω σε ποντίκια. Αυτά γινόντουσαν. Δεν είναι στη σφαίρα του μύθου και της φαντασίας.
Γιατί είναι δυνατό τελικά αυτό το κείμενο;
Γιατί ο Χρόνης ήταν ανθρωπιστής, υμνεί τον άνθρωπο. Στην αρχή του έργου μιλάει για τον Νικόλα και λέει: «Ξέρεις γιατί δεν τον πήγαιναν οι σύντροφοι; Γιατί του άρεσε να ακούει και καμιά πενιά, και δεν το κρύβε, γιατί αγαπά τις γυναίκες». Του άρεσε η ζωή. Δεν ήταν μόνο το κόμμα, δηλαδή. Του άρεσε να ζει. Αυτό είναι κάτι που το έχουμε ξεχάσει. Άλλωστε αυτοί ήταν 16 χρονών παιδιά. Στην καλύτερη φάση της ηλικίας τους. Κι αντί να είναι έξω και να διασκεδάζουν, να περνάνε καλά και να χαίρονται τη ζωή, ήταν εκεί μέσα και έτρωγαν ξύλο. Είναι πολύ σοκαριστικό όλο αυτό.
Επίσης, να σημειώσω εδώ ότι το έργο αγγίζει όλες τις ηλικίες. Είναι μάλιστα πολύ συγκινητικό το γεγονός ότι έρχονται νέα παιδιά για να παρακολουθήσουν την παράσταση. Την πρώτη χρονιά που παιζόταν –το θέατρο τότε ήταν πιο μικρό–, ο κόσμος καθόταν μετά το πέρας της παράστασης και έκλαιγε...
Πόση βία είναι ικανός να παράξει ο άνθρωπος;
Το θέμα είναι ότι η βία που τους ασκούνταν ήτανε πολύ εφευρετική, για να το πω ευγενικά. Ο άνθρωπος παράγει βία διαρκώς – και δεν μιλάω μόνο για τη σωματική βία. Αυτό πάντως που δεν μπορώ να καταλάβω είναι το πώς μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως οι εξής: «πνίξου, μετανάστη», «σπάσ’ τον στο ξύλο», «καρκίνο στα παιδιά σου». Βλέπεις στο Facebook κάτι τέτοιες κατάρες. Πόσο εύκολα πια, και μέσα από την ανωνυμία του ίντερνετ, μπορούμε να εκφραστούμε και να βγάλουμε αυτή τη βία από μέσα μας. Σαφώς έχουμε κάνει μεγάλα βήματα εκπολιτισμού, ελέγχουμε περισσότερο το θυμικό μας και τα ένστικτά μας. Άλλωστε υποτίθεται ότι ο περισσότερος κόσμος είναι πλέον πιο μορφωμένος. Ωστόσο, βλέπεις ότι θέλει να ξεσπάει πάντα σε κάποιον πιο αδύναμο.
Πόσο απαιτητική σωματικά και ψυχολογικά ήταν η συγκεκριμένη παράσταση;
Υφιστάμεθα μια ποιητική βία. Για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια: προσπαθούμε να κάνουμε ποίηση τη βία. Για παράδειγμα η σκηνή με το μήλο έχει μια πολύ ποιητική μορφή της βίας. Άλλωστε, η παράσταση βασίζεται ουσιαστικά σε έναν ποιητικό ρεαλισμό.
Πώς δουλέψατε την κίνηση εδώ;
Με αυτοσχεδιασμούς γεννιούνται όλα. Αλλά πάντα κατευθυνόμενους. Έτσι δουλεύει η Σοφία. Κρατάμε τα πιο ενδιαφέροντα, ή μάλλον η Σοφία κρατάει τα πιο ενδιαφέροντα. Πάντα μας κατευθύνει σύμφωνα με αυτό που έχει στο μυαλό της. Από ό,τι έχω καταλάβει, έπειτα από τόσα χρόνια έγγαμου βίου και συνεργασίας μαζί της, έχει το ταλέντο να ανακαλύπτει τον πυρήνα του έργου κι αυτό που θέλει εκείνη να φωτίσει. Αλλά οι ηθοποιοί είναι πολύ δημιουργικά μέλη. Και βέβαια βοηθάει και η κινησιολογία της Μαργαρίτας Τρίκκα.
Μίλησέ μου για την ομάδα GAFF.
Η Εταιρεία Θεάτρου GAFF υπάρχει από το 2011. Η πρώτη παραγωγή της ομάδας ήταν το «Μην παίζεις με τα χώματα», βασισμένη στα ποιήματα της Στέλας Βλαχογιάννη, σε σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη. Στη συγκεκριμένη παράσταση μάλιστα, πρωταγωνιστούσε η Σοφία, μαζί με τη Θεοδώρα Σιάρκου και την Ειρήνη Μουρελάτου. Η Σοφία γενικά δεν θέλει να παίζει – προτιμά να σκηνοθετεί. Όσο για τα κείμενα που επιλέγουμε, πρέπει να έχουν κάτι να μας πουν.
Όταν ξεκινήσαμε, ήμασταν 7 άτομα. Στη συνέχεια εγώ με τη Σοφία γίναμε ζευγάρι. Ωστόσο τα μέλη της εταιρείας δεν ήταν σταθερά εξ αρχής. Τα τελευταία χρόνια τείνουν να γίνουν σταθερά. Αυτή τη στιγμή είμαστε, κατά κύριο λόγο, μια αντροπαρέα. Με τα παιδιά έχουμε δεθεί τόσο, που συνεννοούμαστε με τα μάτια, ακόμα κι επί σκηνής. Οπότε προσπαθούμε να βρούμε και έργα στα οποία να μπορούμε να παίξουμε όλοι.
Πώς είναι να δουλεύεις με τη σύζυγό σου; Παίρνεις δουλειά και στο σπίτι;
Εννοείται! Έχουμε μεγάλη καλλιτεχνική εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Κι επίσης αλληλοσυμπληρωνόμαστε – είναι σημαντικό αυτό. Εγώ είμαι πιο οργανωτικός, ενώ η Σοφία είναι πολύ καλλιτεχνικός νους.
Οι «Νεκρές ψυχές» ανεβαίνουν για δεύτερη χρονιά φέτος. Εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό. Ένα κείμενο του Γκόγκολ, με το καυστικό του στιλ γραφής.
Ήταν πολύ πιο δύσκολο βιβλίο για να ανέβει. Ο Γκόγκολ το είχε ξεκινήσει ως πρώτο μέρος μιας τριλογίας που δεν ολοκληρώθηκε. Δεν είχε φινάλε. Φτιάξαμε, λοιπόν, το δικό μας φινάλε, με βάση τον Γκόγκολ. Η παράσταση κινείται στα όρια του γκροτέσκο, με πολύ χιούμορ. Το τονίζω αυτό γιατί ο κόσμος ακούει «Νεκρές ψυχές» και φοβάται.
Το χαρακτηριστικό του έργου είναι η κινησιολογία. Είναι πολύ συγκεκριμένη κι ακολουθεί μια φόρμα, που τηρούν με ευλάβεια όλοι οι ήρωες. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι στις «Νεκρές ψυχές» στο θέατρο Θησείον, ο Πάβελ Ιβάνοβιτς, είναι ένας υπαλληλάκος που κρατά πάντα την τσάντα του στο χέρι και ψάχνει να ψωνίσει πεθαμένους για να γίνει κάποιος, για να τον σέβονται. Είναι ένας συμπαθής απατεωνίσκος, μέχρι να τον πάρουν χαμπάρι.... Όσον αφορά τη δική του στάση σώματος, έχει αυτή τη χαρακτηριστική καμπούρα που θυμίζει λίγο τον νεκροθάφτη από τον «Λούκι Λουκ», ένας αγαπημένος μου ήρωας.
Τι συμβολίζουν τελικά οι ψυχές; Στο κείμενο υπάρχουν και κάποιες αναφορές στην επικαιρότητα...
Οι ψυχές συμβολίζουν διάφορα πράγματα. Οι θεατές εκφράζουν πολλές και διαφορετικές απόψεις γι' αυτό, κι αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πολύ. Εμείς το αφήνουμε ανοιχτό στην παράσταση. Οι νεκρές ψυχές είμαστε όλοι μας. Είναι μια κοινωνία που σαπίζει. Ο Γκόγκολ είναι σαν να μιλάει για το σήμερα κι έχει μια τόσο δηκτική πένα. Είναι ένα έργο που παρουσιάζει πολύ καλά τον χώρο των μουζίκων, των χωρικών, όπως λέει και η Σοφία. Γιατί αυτοί είναι οι νεκρές ψυχές. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν διαφέρει πολύ από αυτό που πάει να κάνει ο κεντρικός ήρωας του έργου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι πολλά παραπάνω.
Πώς ήταν η πρώτη σου συνεργασία σου με τον Γιωργή Τσουρή;
Στο «Τζόνι Μπλε», σε σκηνοθεσία Γιωργή Τσουρή, υποδύομαι έναν βίαιο άντρα, ο οποίος βέβαια δεν χτύπησε ποτέ τη γυναίκα ή την κόρη του. Θεωρώ πως η παράσταση έχει επιτυχία διότι θίγει αρκετά σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα τη δολοφονία χαρακτήρων στα social media. Και υπάρχει και το θέμα της φιλίας, της ανδρικής φιλίας πιο συγκεκριμένα.
Όσο για τη συνεργασία μου με τον Γιωργή Τσουρή, έχουμε τελειώσει και οι δυο το Εθνικό, και μάλιστα σε κοντινά έτη. Νομίζω πως έχουμε πολύ καλή χημεία. Στην αρχή ψάχναμε να βρούμε τα πατήματά μας. Είναι ένας άνθρωπος που ξέρει καλά τον χώρο του θεάτρου και τον εμπιστεύομαι. Το κείμενο είναι καθαρός ρεαλισμός, όπως όλα τα έργα του, και θίγει πολλά κοινωνικά ζητήματα της εποχής.
Παίζεις πλέον πάνω από 20 χρόνια στο θέατρο. Πιστεύεις ότι το κοινό του θεάτρου έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια;
Υπάρχουν πολλές αλλαγές. Πλέον η ενημέρωση είναι μεγαλύτερη, ενώ στα θέατρα συναντούμε κοινό όλων των ηλικιών. Πάντα υπήρχε ένα θεατρόφιλο κοινό, και τώρα υπάρχει, αλλά το ίδιο κοινό πάει με προσκλήσεις στο θέατρο. Δεν είμαι κατά των προσκλήσεων, είμαι κατά της καταχρηστικής χρήσης αυτού του μέσου. Επίσης, κάτι που έχει αλλάξει στο θέατρο είναι η χρήση του κινητού τηλεφώνου. Φωτίζει συνέχεια στα σκοτάδια, υπάρχει κόσμος που βγάζει φωτογραφίες – αυτά είναι ενοχλητικά. Μάλιστα, κάποιοι απαντούν στις κλήσεις κατά τη διάρκεια της παράστασης ή στέλνουν ηχητικά μηνύματα, ακόμα κι αν κάθονται στις πρώτες σειρές… Έχει τύχει να σταματήσω παράσταση γι' αυτόν τον λόγο.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον Γιώργο Καπουτζίδη πρώτα στις «Σαββατογεννημένες» και στη συνέχεια στο «Παρά Πέντε»;
Τον Γιώργο τον γνώρισα εντελώς τυχαία στις «Σαββατογεννημένες», όταν πήγα για κομπάρσος. Βγαίνοντας από το Εθνικό, δεν ήξερα τι παίζει με την τηλεόραση. Μου είπαν ότι σε κάποια γραφεία κομπάρσων πάνε και ηθοποιοί. Οπότε αποφάσισα να στείλω βιογραφικό. Η πρώτη μου δουλειά ήταν μια σκηνή με την Ελένη Ράντου για την «Πυρκαγιά». Και μόλις τελειώνει το γύρισμα κατεβαίνουν η Πηνελόπη Κροντηροπούλου και η Ελένη Αργυρού –δεν ήταν ακόμη ο Αντώνης Αγγελόπουλος– και μου ζητάνε βιογραφικό. Αν το προσέξεις, δεν αναφέρεται το όνομά μου στους τίτλους της σειράς γιατί συνέχισα να συνεργάζομαι με το γραφείο κομπάρσων.
Έπειτα γνώρισα και τον Αντώνη Αγγελόπουλο, ο οποίος μου πρότεινε να κάνω τον σκηνοθέτη στο «Παρά Πέντε». Μάλιστα εκείνος με προέτρεψε να αφήσω γένια για να μεγαλοδείχνω κάπως. Στο «Παρά πέντε» υποδυόμουν τον σκηνοθέτη στην ομάδα που δούλευε η Αγγέλα. Ήταν προφανώς ένα σχόλιο για το θέατρο και την ψευτοκουλτούρα. Ο Γιώργος προφανώς εμπνεύστηκε από αυτά που είχε ζήσει στη σχολή και στις οντισιόν στη συνέχεια. Τι ζητούσαν οι σκηνοθέτες, τι αυτοσχεδιασμούς μπορεί να ήθελαν να κάνουν οι ηθοποιοί... Όταν πήρα το σενάριο της σειράς στα χέρια μου, θυμάμαι ότι διάβασα τα τρία πρώτα επεισόδια μονορούφι στο λεωφορείο. Και είπα μέσα μου: εδώ συμβαίνει κάτι καλό. Ήταν όλα μελετημένα... όλοι οι χαρακτήρες -και οι πρωταγωνιστές και οι μικρότεροι ρόλοι- η παρέα, οι ατάκες! Νομίζω ότι ο Γιώργος Καπουτζίδης έκανε σε όλους μας δώρο με αυτούς τους ρόλους που έγραψε.
Θέλω να μου κάνεις ένα μικρό σχόλιο για το reunion του «Παρά Πέντε».
Δεν θέλω να λέω τετριμμένα πράγματα, αλλά ήταν συγκινητικό. Αυτή η τεράστια αποδοχή αυτής της σειρά κάπως σε ενώνει με όλους τους συμμετέχοντες. Αν και δεν κάνω παρέα με τα παιδιά, αισθάνομαι με κάποιον τρόπο ότι είμαι κι εγώ μέρος αυτού του ωραίου πράγματος. Θεωρώ άλλωστε ότι το «Παρά Πέντε» είναι πια μέρος της κουλτούρας της χώρας. Όπως οι παλιές καλές ελληνικές ταινίες. Ό,τι διαρκεί στον χρόνο, σημαίνει ότι κάτι καλό έχει να μας πει.