Από τις μπουάτ της Πλάκας στα τηλεοπτικά πλατό, υπήρξε πάντα κάτι παραπάνω από καλλιτέχνης
Γιώργος Μαρίνος: Ο πρώτος Έλληνας περφόρμερ – Μια ζωή σαν σόου
Γιώργος Μαρίνος: Ένας πρωτοπόρος της σάτιρας και του ελληνικού καμπαρέ, που έζησε με θάρρος και αυθεντικότητα
Γεννημένος στις 18 Ιουνίου του 1939 στον Βοτανικό, μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, ο Γιώργος Μαρίνος μεγάλωσε με περιορισμένα μέσα, αλλά με ανεξάντλητη φαντασία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν μόλις ενός έτους και από τότε τον μεγάλωσε η μητέρα του, Βασιλική. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος, απουσίαζε από την παιδική του ηλικία, εξόριστος καθώς ήταν στη Μακρόνησο. Τον συνάντησε για πρώτη φορά στα 12 του χρόνια.
Από μικρός έστηνε «παραστάσεις» με πανιά και καρέκλες. Ήταν ένα παιδί που δεν μπορούσε να σταθεί μακριά από το φως, ακόμη κι αν τότε το φως ήταν απλώς μια λάμπα πετρελαίου. Η οικογένειά του τον ήθελε σε «ασφαλές» επάγγελμα, αλλά εκείνος ακολούθησε το ένστικτο. Πήγε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου ξεχώρισε για το πάθος και την εκφραστικότητά του. Όπως έλεγε αργότερα: «Δεν ήθελα να γίνω κάτι συνηθισμένο. Ήθελα να τα κάνω όλα. Να τραγουδάω, να χορεύω, να γελάω και να κάνω τους άλλους να γελάνε».
Το 1962, δευτεροετής στο Εθνικό, έπαιξε στην «Οδό ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, μαζί με τον Δημήτρη Χορν, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Μάρω Κοντού και άλλους καταξιωμένους καλλιτέχνες. Εκεί ο νεαρός Γιώργος Μαρίνος τραγουδάει «Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά, κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά…». Ήταν μια μικρή συμμετοχή, αλλά με τεράστιο αντίκτυπο. Ο ίδιος θυμάται: «Έκλεισα τα μάτια από το τρακ. Κάποιοι νόμιζαν ότι ήταν σκηνοθεσία και κάποιοι άλλοι πως ήμουν τυφλός. Από εκεί κατάλαβα ότι το αδύνατό μου σημείο μπορεί να γίνει δύναμη». Η «Οδός ονείρων» υπήρξε για τον Γιώργο Μαρίνο το πρώτο βήμα σε μια πορεία που θα τον αναδείκνυε στον πρώτο Έλληνα περφόρμερ.
Τη δεκαετία του ’70, στις μπουάτ Ταβάνια και Ρήγας στην Πλάκα, αλλά και σε άλλες μπουάτ όπου εμφανίζεται, δημιουργεί σιγά σιγά την περσόνα του μέσα από το τραγούδι και τη σάτιρα. Παράλληλα συμμετείχε σε τηλεοπτικά προγράμματα, κυρίως αποκριάτικες εκπομπές της ΕΡΤ, όπου έκανε μιμήσεις και σκετς. Αυτές οι εμφανίσεις τον έκαναν αγαπητό στο ευρύτερο κοινό. Ο δίσκος του «Μια ζωντανή παρουσίαση», ηχογραφημένος live, που κυκλοφορεί τον Νοέμβριο του 1970, αποτυπώνει αυτό το μείγμα μουσικής, πρόζας και μιμήσεων που θα χαρακτήριζε το στιλ του. «Δεν ήθελα απλώς να πω τραγούδια. Ήθελα να φτιάξω μικρό θέατρο μέσα στη μουσική», εξηγούσε αργότερα.
Τα σατιρικά κομμάτια που ερμήνευε στις εμφανίσεις του και στις επιθεωρήσεις, ειδικά γραμμένα γι’ αυτές ή αυτοσχέδια που άλλαζαν κάθε σεζόν, δεν μπήκαν ποτέ σε δίσκους, έτσι χάθηκαν μαζί με την εποχή τους. Όπως έλεγε ο ίδιος: «Ένα σατιρικό τραγούδι ζει όσο ζει το ανέκδοτο. Μετά πρέπει να γράψεις άλλο. Η επικαιρότητα είναι το πραγματικό μου ρεφρέν». Πέρα από τα γνωστά, υπάρχουν ζωντανές ηχογραφήσεις από εμφανίσεις του σε μπουάτ, που κυκλοφόρησαν σε περιορισμένα βινύλια. Σε αυτές ο Μαρίνος ακούγεται να μιλά, να αυτοσχεδιάζει και να μπλέκει πρόζα με τραγούδι, κάτι που κανείς άλλος δεν είχε τολμήσει ως τότε τόσο ανοιχτά.
Το 1972 ανοίγει στην Πλάκα η μπουάτ Μέδουσα. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο μαγαζί. Με σκηνή, φώτα και θεατρική ατμόσφαιρα, η Μέδουσα γρήγορα ταυτίζεται με τον Γιώργο Μαρίνο. Για σχεδόν 20 χρόνια (1973-1992) ο Μαρίνος δημιουργεί βραδιές-θρύλους, παρουσιάζοντας ένα ολοκληρωμένο one man show, που περιλάμβανε ερωτικά και σατιρικά τραγούδια, σκετς και μιμήσεις, χορό, αυτοσχεδιασμούς και απανωτές μεταμφιέσεις. Μια βραδιά μπορούσε να έχει 40 διαφορετικά νούμερα.
Στη Μέδουσα δεν έκανα πρόγραμμα, έκανα ζωή. Ήθελα ο κόσμος να φύγει άλλος άνθρωπος απ’ ό,τι μπήκε. Είμαι διασκεδαστής.
Η Μέδουσα έγινε τόπος συνάντησης. Στα τραπέζια της μπορούσες να δεις από φοιτητές και τουρίστες μέχρι τον Ωνάση και τη Μελίνα Μερκούρη. Ο κόσμος σχημάτιζε ουρές περιμένοντας να δει τον αγαπημένο περφόρμερ.
Μετά το 1974, ο Μαρίνος τολμά να σατιρίσει πολιτικούς και καλλιτέχνες, σε μια εποχή που η πολιτική σάτιρα ήταν σχεδόν απαγορευμένη. Μετά τη μεταπολίτευση, γίνεται «καθρέφτης» της επικαιρότητας με τα τολμηρά, ποτέ όμως προσβλητικά κείμενά του. Έκλεινε πάντα το πρόγραμμα τραγουδώντας «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα κι εγώ ο πολύς, ο σπουδαίος, θα φύγω απ’ την πίσω την πόρτα, σκυφτός, σιωπηλός, τελευταίος», με την αίθουσα να βυθίζεται στο σκοτάδι και τον κόσμο στη συγκίνηση.
Πολλοί καλλιτέχνες που πέρασαν από τη Μέδουσα θυμούνται τη γενναιοδωρία του. Δεν φοβόταν να μοιραστεί τη σκηνή με νέους τραγουδιστές ή ηθοποιούς. Έτσι, άνοιξε τον δρόμο σε καλλιτέχνες που αργότερα έκαναν μεγάλη καριέρα.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 είναι που γνωρίζει και την ηθοποιό Κατιάνα Μπαλανίκα, μια γνωριμία που εξελίχθηκε γρήγορα σ’ έναν μεγάλο έρωτα, που συζητήθηκε όσο λίγοι εκείνης της εποχής. Πληθωρικές προσωπικότητες και οι δύο, έζησαν μαζί χρόνια γεμάτα πάθος, τρυφερότητα αλλά και στιγμές έντασης. Η Μπαλανίκα, σε συνεντεύξεις της, έχει πει ότι ο Μαρίνος ήταν η «μεγάλη της αγάπη» και ότι όσα έζησε μαζί του την καθόρισαν ως άνθρωπο. Η σχέση τους δεν περιορίστηκε στην προσωπική ζωή. Συνεργάστηκαν στη σκηνή, ενώ μοιράστηκαν κοινό καλλιτεχνικό κύκλο και φίλους. Η Μπαλανίκα, με το εκρηκτικό της ταμπεραμέντο και το χιούμορ της, συμπλήρωνε απόλυτα το θεατρικό πνεύμα του Μαρίνου.
Η σχέση τους υπήρξε μοναδική γιατί δεν εγκλωβίστηκε σε στερεότυπα. Ήταν έρωτας, συντροφικότητα, συνεργασία, φιλία, όλα μαζί. Δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο Γιώργος Μαρίνος αντιλαμβανόταν τη ζωή, με αυθεντικότητα και χωρίς ταμπέλες. Στο μεγάλο παζλ της ζωής του, η Κατιάνα Μπαλανίκα είναι το κομμάτι που συνδέει τον άνθρωπο με τον καλλιτέχνη. Ένας δεσμός που άντεξε στον χρόνο, ακόμα κι όταν τα φώτα έσβησαν.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν η Μέδουσα βρισκόταν ακόμα στα καλύτερά της, ο Γιώργος Μαρίνος συναντά έναν νεαρό αλλά ήδη αναγνωρισμένο συνθέτη, τον Σταμάτη Κραουνάκη. Η συνεργασία τους αποτυπώνεται σ’ ένα τολμηρό άλμπουμ, το «Μόνον άντρες» (1983), σε στίχους του ίδιου του συνθέτη, της Λίνας Νικολακοπούλου, του Γιώργου Ευσταθίου και του Γιώργου Παυριανού, ο οποίος υπογράφει και το ομώνυμο τραγούδι.
Για τον Κραουνάκη ήταν μια πρόκληση να γράψει για έναν καλλιτέχνη που είχε χτίσει τη φήμη του στη νύχτα και τη σάτιρα. Τα τραγούδια του έχουν την ένταση και την ειρωνεία που ταιριάζει γάντι στον Μαρίνο. Για τον Μαρίνο, ήταν μια ευκαιρία να αποδείξει πως η δουλειά του μπορούσε να σταθεί και σε δίσκο, όχι μόνο στη σκηνή.
Με τον Σταμάτη ένιωσα ότι μπορούσα να πω πράγματα που δεν θα τα έλεγα με άλλον συνθέτη. Τα τραγούδια του είναι μικρά θεατρικά.
Δεν ήταν απλώς μια συνεργασία, ήταν το τεκμήριο ότι ο Γιώργος Μαρίνος είχε εύρος, βάθος και τη διάθεση να πειραματιστεί.
Σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία παρέμενε βαθιά συντηρητική, ο Γιώργος Μαρίνος στάθηκε από τους ελάχιστους που μίλησαν ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία τους. Και δεν το έκανε με τυμπανοκρουσίες, ούτε το παρουσίασε σαν εξομολόγηση. Το έκανε με φυσικότητα. Σε τηλεοπτικές και έντυπες συνεντεύξεις, δεν απέφυγε ερωτήσεις για την προσωπική του ζωή. Απαντούσε ευθέως, συχνά με χιούμορ, κάνοντας σαφές ότι δεν είχε πρόθεση να κρύψει τίποτα. Με τη στάση ζωής του και με το θάρρος του να μιλάει ανοιχτά για την ταυτότητά του, έγινε σημείο αναφοράς, λειτουργώντας απελευθερωτικά για μια γενιά που ένιωθε εγκλωβισμένη. Δεν υπήρξε ποτέ ακτιβιστής με τη ευρεία έννοια. Δεν ανέβηκε σε εξέδρες ούτε σήκωσε πανό. Το έκανε πιο απλά, έζησε ανοιχτά. Κι αυτό είχε ακόμα μεγαλύτερη δύναμη.
Εγώ ήμουν πάντα αυτό που ήμουν. Αν δεν είσαι αυτό που είσαι, τότε ποιον κοροϊδεύεις; Δεν είχα ανάγκη να κρυφτώ. Και νομίζω ότι ο κόσμος με αγάπησε γιατί ήμουν αληθινός.
Η φράση αυτή συνοψίζει τη στάση ζωής του. Σήμερα θεωρείται από πολλούς πρωτοπόρος της ορατότητας της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας στην Ελλάδα, πολύ πριν η κοινωνία αρχίσει να συζητά δημόσια τέτοια θέματα.
Στη δεκαετία του ’00, η ελληνική χιπ χοπ μπάντα Ημισκούμπρια αποφασίζει να κάνει μια διασκευή του τραγουδιού «Το Σεξ» (1984) του Σταμάτη Κραουνάκη, ενός από τα πιο ιδιαίτερα τραγούδια του Μαρίνου, που ξαναγεννιέται μέσα από τη μουσική τους. Από το καμπαρέ και τη σάτιρα στη χιπ χοπ κουλτούρα των 90s.
Το τραγούδι είναι σατιρικό, τολμηρό, προκλητικό, με έντονα χιουμοριστικούς στίχους για τη σεξουαλικότητα και τα κοινωνικά ταμπού. Στη Μέδουσα ο Μαρίνος το τραγουδούσε ως νούμερο με κοστούμια και χορό, προκαλώντας γέλια αλλά και αμηχανία. Λέγεται ότι, όταν τα Ημισκούμπρια παρουσίασαν τη διασκευή, ο Μαρίνος το δέχτηκε με χαρά και χιούμορ. Ένα από τα μέλη του χιπ χοπ συγκροτήματος έχει δηλώσει σε συνέντευξη: «Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν από τους πρώτους που έκαναν σάτιρα στην Ελλάδα. Χωρίς αυτόν, δεν θα υπήρχαν ούτε τα Ημισκούμπρια».
Από το 1994 ως το 1996 ο Γιώργος Μαρίνος αναλαμβάνει την παρουσίαση του «Ciao ANT1», του μεγάλου κυριακάτικου σόου του καναλιού. Η εκπομπή είχε δομή ιταλικού βαριετέ: μουσική, χορευτικά, σκετς, καλεσμένους.
Η τηλεόραση με τρόμαζε στην αρχή. Ήταν ψυχρή, χωρίς την ανάσα του κοινού. Έμαθα όμως να μιλάω στην κάμερα σαν να είναι φίλος μου.
Η φράση του προς τις χορεύτριες «Λυσσάξτε, τσαούσες!» έγινε καλτ και παραμένει μέχρι σήμερα στη ελληνική ποπ κουλτούρα. Το «Ciao ANT1» γνώρισε υψηλά νούμερα τηλεθέασης και χάρη σ’ αυτό ο Μαρίνος κέρδισε ένα νέο κοινό που δεν τον είχε ζήσει στις μπουάτ.
Το 2003 το MEGA έφερε ξανά στις οθόνες μας το τηλεπαιχνίδι «Τα τετράγωνα των αστέρων», με τον Γιώργο Μαρίνο στον ρόλο του παρουσιαστή. Με το γνώριμο κέφι και την κομψότητά του, ο Μαρίνος προσπάθησε να δώσει ζωντάνια και ρυθμό στο εγχείρημα, όμως, παρά την προσεγμένη παραγωγή, το παιχνίδι δεν κατάφερε να ξανακερδίσει το κοινό όπως η εμβληματική εκδοχή των 80s με τη Μαρία Αλιφέρη, αφήνοντας τελικά μια ήπια, περισσότερο νοσταλγική, ανάμνηση. Αυτή ήταν από τις τελευταίες μεγάλες δημόσιες εμφανίσεις του. Μετά, ο Μαρίνος αποσύρεται. Ζει στον Νέο Βουτζά με τα σκυλιά του και ασχολείται με την αστρολογία.
Έδωσα ό,τι είχα να δώσω. Ήρθε η ώρα να αγαπήσω τη σιωπή. Γιατί κι αυτή έχει μουσική, αν ξέρεις να την ακούσεις.
Αυτό που σήμερα ονομάζουμε περφόρμανς το χρωστάμε στον Γιώργο Μαρίνο. Εκείνος το έφερε πρώτος στην Ελλάδα. Υπήρξε κάτι παραπάνω από τραγουδιστής ή ηθοποιός. Ήταν ο πρωτοπόρος του ελληνικού καμπαρέ, ο άνθρωπος που έφερε τη σάτιρα στη νύχτα, που συνδύασε χιούμορ, τραγούδι και θεατρικότητα σε ένα ακαταμάχητο μείγμα. Ένας μύθος που τόλμησε να είναι αυθεντικός, σε μια εποχή που η αλήθεια κόστιζε. Δεν δίστασε να δείξει φόβο, να γελάσει, να συγκινηθεί, και το κοινό τον αγάπησε γιατί είδε σ’ αυτόν κάτι αληθινό. Οι νέες γενιές, που δεν τον είδαν ποτέ ζωντανά, ανακαλύπτουν τον μύθο του μέσα από βίντεο, αφιερώματα και αφηγήσεις.
Σήμερα, ο Γιώργος Μαρίνος ζει μακριά από τα φώτα. Όμως η παρακαταθήκη του παραμένει. Μια σχολή διασκέδασης, μια στάση ζωής και ένας μύθος που έμαθε στους Έλληνες ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα γέλιο, δάκρυ και αλήθεια. Όπως έχει πει ο ίδιος: «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη σκηνή από την ίδια τη ζωή». Και έτσι έζησε τη δική του. Με φως και σκοτάδι, με γέλιο και συγκίνηση. Σαν μια μεγάλη παράσταση.
Δειτε περισσοτερα
Η πολυβραβευμένη ταινία animation κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 19 Φεβρουαρίου
Μιλάμε για ταξίδια, για τον Πόρο, για το Βυζάντιο και τη Θεοδώρα, αλλά (κυρίως) μιλάμε για τη ζωή που είναι πάντοτε ωραία όταν έχεις δίπλα σου μια μερίδα αχινούς.
«Δεν δέχθηκα ποτέ από κανέναν να μου πει τι θα κάνω», είχε πει κάποτε – τώρα γνωρίζουμε ότι αυτό ακριβώς και έκανε
Μιλήσαμε με τον Νεοσμυρνιώτη θαυμαστή και συλλέκτη του μεγάλου σκηνοθέτη
Μιλήσαμε με τον πρωταγωνιστή μίας από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές επιτυχίες των τελευταίων ετών