«Η φωτογραφία είναι ένα δίκοπο μαχαίρι»: Μια συνομιλία με τον Μιχαήλ Μοσχολιό για τον δρόμο, τη μοναξιά και τη δραματικότητα της εικόνας
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Μιχαήλ Μοσχολιός: «Δεν τραβάμε εμείς τη φωτογραφία. Η φωτογραφία τραβάει εμάς»
Ο Μιχαήλ Μοσχολιός μιλά για τη street photography, τη μοναξιά και τη δύναμη της εικόνας πέρα από την αισθητική των social media.
Ζει στις Βρυξέλλες, αλλά η ματιά του παραμένει βαθιά βαλκανική - ανήσυχη, αντιφατική, ωμή και ποιητική ταυτόχρονα. Ο φωτογράφος Μιχαήλ Μοσχολιός, ιδρυτής του PHOS Athens, του πρώτου διεθνούς φεστιβάλ φωτογραφίας δρόμου στην Αθήνα, μιλά για τη φωτογραφία σαν μια μορφή υπαρξιακής αναμέτρησης: με τον χρόνο, τη μοναξιά, τη μνήμη και την ίδια την πραγματικότητα.
Σε μια εποχή ασταμάτητης παραγωγής εικόνων και στιγμιαίας κατανάλωσης, ο Μοσχολιός υπερασπίζεται τη φωτογραφία που προκαλεί ανησυχία, αφήνει ανοιχτά ερωτήματα και αρνείται να γίνει απλώς «όμορφη». Με αναφορές στον Winogrand, τον Berger και τον Καλβίνο, μιλά για τον δρόμο ως το τελευταίο πεδίο του απρόβλεπτου, για την τέχνη ως ψυχοθεραπεία και για τη βαθιά ανάγκη του φωτογράφου να αποστασιοποιηθεί ώστε να μπορέσει πραγματικά να δει.
Μια συζήτηση για τη street photography πέρα από την αισθητική των social media - εκεί όπου η εικόνα δεν λειτουργεί ως παράθυρο, αλλά ως «πόρτα που κλείνει κατάμουτρα στον θεατή.
Έχεις πει ότι «όλα είναι δράμα». Τι είναι αυτό που κάνει τον δρόμο τόσο δραματικό στα μάτια σου σήμερα;
Ο Γκάρι Γουίνογκραντ το 'χει πει, κι όχι ακριβώς έτσι. Τη δεκαετία του ‘70 κατά τη διάρκεια μιας αμετροεπούς ομιλίας, ο Γουίνογκραντ είπε κάτι σωστό: «Μια φωτογραφία πρέπει να είναι πιο δραματική από αυτό που φωτογραφήθηκε. Ή έχουμε δράμα ή δεν έχουμε τίποτα!». Δηλαδή μια φωτογραφία δεν πρέπει να είναι ποιητική; Βέβαια, αλλά η ποίηση που εμπεριέχει πρέπει να είναι δραματική! Δηλαδή μια φωτογραφία δεν πρέπει να είναι αφηγηματική; Σίγουρα, αλλά η αφήγησή της πρέπει να είναι δραματική!
Στα μάτια μου ο δρόμος έγινε πιο θεατρικός αλλά και πιο απομονωμένος. Σήμερα πολλές φορές φωτογραφίζουμε ανθρώπους που συνυπάρχουν χωρίς πραγματική επαφή. Υπάρχει μια παράξενη ένταση. Αυτό δημιουργεί δραματικότητα ακόμα και στις πιο απλές σκηνές. Ταυτόχρονα, ο δρόμος παραμένει το τελευταίο μέρος όπου μπορεί να συμβεί κάτι μη ελεγχόμενο.
Παρά την υπερβολική παραγωγή εικόνων, ο δρόμος εξακολουθεί να γεννά στιγμές που δεν μπορούν να επαναληφθούν με την ίδια μαγεία.
Σε μια εποχή υπερκατανάλωσης εικόνων, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει μια πραγματικά δυνατή φωτογραφία δρόμου;
Μια φωτογραφία πρέπει να προκαλεί ανησυχία, ταραχή, στοχασμό και να προσαρμόζει το νόημά της για να παραμείνει στη μνήμη μας, για να την αγαπήσουμε. Το να είναι απλά ενδιαφέρουσα δεν είναι αρκετό.
Μια φωτογραφία πρέπει να υποδηλώνει ότι συμβαίνουν πολλά περισσότερα απ’ αυτά που απεικονίζονται γιατί η φωτογραφία δεν είναι ανάμνηση, είναι εξιδανίκευση.
Η πιο δημοφιλής χρήση της φωτογραφίας είναι ως «ανάμνηση της απουσίας». Ο Τζον Μπέργκερ εξηγεί το παραπάνω αναφερόμενος στα απόντα στοιχεία μιας φωτογραφίας τα οποία υποδηλώνονται περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά μέσω των στοιχείων που όντως καταγράφονται σε αυτήν. Η παρουσία θλίψης, για παράδειγμα, υποδηλώνει την ύπαρξη ενός τραγικού γεγονότος το οποίο απουσιάζει από το κάδρο αλλά επηρεάζει σημαντικά την ανάγνωση του θεατή.
Αλλά μια τέτοια φωτογραφία θα πρέπει να εμπεριέχει τη δύναμη της αντίφασης, την αρμονία των ισορροπημένων χρωμάτων ή των γκρίζων τόνων, και τον συμβολισμό μιας κρυφής αλήθειας: ακολουθούμε τις εμμονές μας για να αμβλύνουμε τους φόβους μας, καταπολεμούμε τον θάνατο με την απαθανάτιση, ξεφεύγουμε από τη σκληρή πραγματικότητα κρυμμένοι πίσω από μια φωτογραφική μηχανή.
Σε μια εποχή υπερκατανάλωσης εικόνων, μια πραγματικά δυνατή φωτογραφία δεν ξεχωρίζει επειδή «φωνάζει» περισσότερο, αλλά επειδή αντέχει περισσότερο από όσο της επιτρέπει το περιβάλλον της.
Πιστεύεις ότι η street photography έχει χάσει μέρος της αυθεντικότητάς της μέσα από τα social media και την ανάγκη για άμεση αποδοχή;
Ναι, σε έναν βαθμό. Δημιουργήθηκε ένα είδος οπτικής οικονομίας: εικόνες που τραβούν την προσοχή σε 1 δευτερόλεπτο. Αλλά γιατί μια ιταλική πρόσοψη λουσμένη από ένα θεσπέσιο καλοκαιρινό φως είναι κάτι που συνεχίζει να αξίζει να φωτογραφηθεί;
Με εκπλήσσει το πόσο πολύ αρέσει σε κάποιους η εικόνα μιας σιλουέτας σε μια εξωτική παραλία κάτω από ειδυλλιακό φως (συνήθως ηλιοβασίλεμα).
Γιατί η αισθητική μας, η αντίληψή μας για το ωραίο, ενεργοποιείται μόνον σε καταστάσεις που δεν μας αφορούν άμεσα; Γιατί οι προτιμήσεις μας πηγαίνουν μόνο σε «γοητευτικές εικόνες-οφθαλμαπάτες» που κρεμάμε στο σαλόνι μας, και όχι σε κάποιες που θα κρύβαμε κάτω από το κρεβάτι μας για ανάγνωση στα κρυφά; (προσοχή, το κρυφό δεν αναφέρεται στον πουριτανισμό).
Το όμορφο και το άσχημο, το σημαντικό και το ασήμαντο μπορούν να έχουν ίση καλλιτεχνική αξία. Επιπλέον, εάν έχει μείνει και τίποτα να ανακαλυφθεί (το φταίξιμο στους Έλληνες και στην κλασική αισθητική τους γι’ αυτό), μπορεί να βρεθεί μόνο στους σκονισμένους δρόμους, τα κατεστραμμένα κτίρια και το χορταριασμένο μπετόν.
Πρέπει να απομακρυνθούμε από την αισθητική ορθότητα και να ασπαστούμε την αλήθεια της αταξίας, να αγκαλιάσουμε το αποκαλυπτικό και το συναρπαστικό κι όχι το καθησυχαστικό και το ήρεμο.
Από την άλλη όμως, ας μην ξεχνάμε ότι τα κοινωνικά δίκτυα έδωσαν και κάτι σημαντικό: πρόσβαση, κοινότητες, έμπνευση, ορατότητα σε νέους φωτογράφους από χώρες που παλιά δεν είχαν εύκολη πρόσβαση σε γκαλερί ή εκδότες.
Οι φωτογραφίες σου συχνά αφήνουν μια αίσθηση ανησυχίας ή υπαρξιακής έντασης. Είναι κάτι που αναζητάς συνειδητά;
Ανάμεσα σ' όλες τις αναζητήσεις που έχω ακούσει, άλλων φωτογράφων, τελικά η πιο ειλικρινής είναι η θεωρία της ψυχοθεραπείας. Και η φωτογραφία δεν είναι αναγκαστικά η φθηνότερη λύση.
Η ανησυχία και η υπαρξιακή ένταση πάνε χέρι-χέρι με την αναζήτηση του φωτογράφου. Υπάρχουν στιγμές που ο φωτογράφος «μετατρέπει το εικονιζόμενο αντικείμενο σε κάτι παραπάνω και το αφήνει να αιωρείται σαν αποκύημα της φαντασίας» όπως λέει ο Σ. Γουάγκσταφ. Αναζητήστε και βρείτε αυτές τις στιγμές. Μην αφήσετε το πάθος σας για την φωτογραφία να εξαϋλωθεί όπως η πρωινή αχλή.
Η (φωτογραφική) ύπαρξή μας δεν είναι αποσπασματική αλλά σωρευτική. Όλα στριμώχνονται μέσα σε ένα τόσο δα κάδρο. Η ακολουθία των νοητικών συμβάντων όταν ενεργοποιούμε τελικά το κλείστρο είναι: αντίληψη, συγκίνηση, παρόρμηση, συνειδητοποίηση. Στη συνέχεια έρχεται η απουσία. Μέχρι να συναντηθούμε πάλι με την φωτογραφημένη «πραγματικότητα». Η οποία, όπως είπε κάποιος, δεν είναι ποτέ όπως την έχουμε φανταστεί. Είναι είτε χειρότερη είτε καλύτερη.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, φόβος, εφιάλτης για έναν φωτογράφο θα πρέπει να είναι ότι το ενδιαφέρον του θεατή για κάποια φωτογραφία του θα κρατήσει μόνον όσο χρειάσθηκε για τη λήψη της. Εάν η φωτογραφία δεν προκαλεί εσωτερική ανησυχία στον θεατή, εάν η στιγμιαία καταγραφή της πραγματικότητας δεν δημιουργεί αινίγματα, σπαζοκεφαλιές τότε εξατμίζεται σαν καπνός σε δέκατα του δευτερολέπτου.
Τι σε συγκινεί περισσότερο όταν φωτογραφίζεις ανθρώπους στον δρόμο; Η ευαλωτότητα, η μοναξιά, η σύγκρουση;
Δεν έχω ιδέα κι όσοι υποστηρίζουν το αντίθετο εξαπατούν τους άλλους και τον εαυτό τους.
Υπάρχει χώρος για ποίηση στη σύγχρονη πόλη ή ο θόρυβος έχει καλύψει τα πάντα;
Ποίηση ναι. Είμαστε πιο κοντά σε αυτήν την τέχνη απ' ό,τι σε οτιδήποτε άλλο. Δεν είμαστε ζωγράφοι, ούτε τεχνίτες! Άγουροι ποιητές, ίσως!
Πόσο σημαντική είναι η «αποτυχία» στη φωτογραφία; Τι σου έχουν μάθει οι κακές φωτογραφίες σου;
Απόλυτα σημαντική. Επιπλέον, αυτό που κάποτε θεωρείτο αναντίρρητα ωραίο, τώρα προκαλεί αποστροφή ή αδιαφορία. Η ηθική παρακμή ή άνθιση μπορεί μελλοντικά να προωθήσει ή να καταπνίξει την καλλιτεχνική σας δουλειά. Σταματήστε λοιπόν να ανησυχείτε για κάτι τόσο μάταιο και απατηλό, όπως είναι οι εν δήμω προτιμήσεις μιας καταναλωτικής κοινωνίας.
Έχεις αναφέρει ότι η φωτογραφία λειτουργεί περισσότερο σαν «πόρτα που κλείνει» παρά σαν παράθυρο. Πιστεύεις ότι σήμερα οι άνθρωποι δυσκολεύονται περισσότερο να διαβάσουν μια εικόνα σε βάθος;
Είναι μέρος της ψυχοθεραπείας. Η αρχική πρόθεση και η κινητήρια δύναμη του φωτογράφου είναι η αναζήτηση της ίδιας της ταυτότητάς του καταρχήν και της διαχρονικής αλήθειας κατά δεύτερον. Μόνον που κατά την αναζήτηση αυτή ο φωτογράφος έχει ελάχιστο χρόνο στη διάθεσή του.
Είναι ανυπόμονος στις εξερευνήσεις του. Δεν μπορεί να αντέξει μια σε βάθος ανάγνωση ή να μελετήσει επί μακρόν τα ανθρώπινα ζητήματα. Πολύ γρήγορα η φαινομενολογική ποικιλία και η δυσκολία αποκρυπτογράφησης του κόσμου, τον εξουθενώνουν. Κι έτσι κάνει ανακωχή με τους δαίμονές του ενεργοποιώντας το κλείστρο.
Μια φωτογραφία δεν είναι πλέον ένα παράθυρο που ξεδιπλώνει νέες εμπειρίες. Αντίθετα, είναι μια πόρτα που κλείνει κατάμουτρα στον θεατή και στην αβάσταχτη ελαφρότητα της κοινωνίας.
Τι έχει αλλάξει περισσότερο στον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο από τότε που ξεκίνησες να φωτογραφίζεις;
Απομακρύνθηκα. Κλείστηκα. Αποστασιοποίηθηκα. Ακούμε για προσέγγιση του υποκειμένου, για κατανόηση. Ανοησίες! Όσο πιο μακριά σε επίπεδο ενσυναίσθησης τόσο το καλύτερο. Όσο πιο κοντά σε επίπεδο παραβίασης της ιδιωτικότητας τόσο το καλύτερο.
Zώντας στις Βρυξέλλες, αισθάνεσαι ότι κουβαλάς ακόμη μια βαλκανική ματιά μέσα σου;
Βαλκανική ματιά; Χμμ… είναι στο DNA μας, όπως και η βαλκανική συμπεριφορά, ο βαλκανικός τρόπος ζωής, η βαλκανική ευγένεια. Στη Δύση το ονομάζουν απλά αδιαφορία.
Τελικά τι είναι αυτό που ενώνει τους Βαλκάνιους φωτογράφους πέρα από τη γεωγραφία;
Μας ενώνει η Ελπίδα (που παρέμεινε στο κουτί της Πανδώρας για να παρατείνει τον πόνο της ανθρωπότητας) ότι μια μέρα θα μας καλέσουν να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας από τις υποβασθμισμένες γειτονιές, τους ξεχασμένους της ζωής, τους περιθωριακούς, τους άστεγους, τους μετανάστες, ώστε να μπορέσουμε να τους εκμεταλλευτούμε για μια ακόμη φορά.
Η πραγματικότητα μοιάζει συχνά να κινείται ανάμεσα στο τραύμα και το σουρεαλιστικό χιούμορ. Πόσο σε επηρεάζει αυτό καλλιτεχνικά;
Το τραύμα και ο πόνος είναι η πιο εύκολη γλώσσα για να επικοινωνήσει κάποιος με τον θεατή. Όλοι έχουμε πονέσει. Ο σουρεαλισμός (αντίφαση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας) είναι πιο δύσκολος. Δεν έχω ιδέα τι με επηρεάζει. Θα επαναλάβω ότι εξαρτάται από το τι κουβαλάμε στο μυαλό μας μια συγκεκριμένη μέρα ή περίοδο.
Ο τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας είναι αντιφατικός όταν μεγαλώνεις σε κοινωνίες όπου η ιστορία αλλάζει απότομα, οι θεσμοί είναι συχνά εύθραυστοι, και το χάος θεωρείται φυσιολογικό.
Η τρυφερότητα και η σκληρότητα, η συλλογικότητα και η μοναξιά, η υπερηφάνεια και η αυτοκαταστροφή συνυπάρχουν σε μια υπερβολική πραγματικότητα. Δύσκολα μπορεί η τέχνη να την εξηγήσει, γι αυτό σταυρώνει τα χέρια και γελάει μαζί της.
Ήσουν ο εμπνευστής και συνδιοργανωτής του PHOS Athens, του πρώτου διεθνούς φεστιβάλ φωτογραφίας δρόμου στην Αθήνα, που για πέντε χρόνια δημιούργησε έναν σπάνιο πυρήνα συνάντησης για τη street photography στην Ελλάδα. Γιατί πιστεύεις ότι τέτοιες διοργανώσεις δύσκολα αντέχουν στον χρόνο εδώ;
Ναι, το PHOS ξεκίνησε το 2017 (σύνδεσμοι στο τέλος του κειμένου). Μετά από την Αθήνα διοργανώθηκε στο Βουκουρέστι και στη Σόφια. Στην Αθήνα έπαιξε για τέσσερα χρόνια με την τελευταία έκδοση να γίνεται εν μέσω πανδημίας. Στο Βουκουρέστι συνεχίζει να διοργανώνεται κάθε χρόνο για τον απλό λόγο ότι οι άνθρωποι εκεί ξυπνούν μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη γιατί θυμούνται ακόμη τα πρόσφατα ζοφερά χρόνια της καταπίεσης και σκέφτονται μεγαλόφωνα πως η ελευθερία είναι το μεγαλύτερο αγαθό που έχουν.
Υπάρχει μια φωτογραφία που δεν έχεις τραβήξει ακόμη αλλά αισθάνεσαι ότι σε περιμένει κάπου;
Η περιπέτεια του φωτογράφου Αντονίνο στο διήγημα του διορατικού Ίταλο Καλβίνο μας δίνει την απάντηση: «Είναι ζήτημα μεθόδου. Όποιο πρόσωπο αποφασίσεις να φωτογραφίσεις, ή όποιο αντικείμενο, πρέπει να συνεχίσεις να το φωτογραφίζεις πάντα, αποκλειστικά, κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας. Η φωτογραφία έχει νόημα μόνο αν εξαντλεί όλες τις δυνατές εικόνες. […] Ίσως η αληθινή, ολοκληρωτική φωτογραφία, σκέφτηκε, να είναι ένας σωρός από θραύσματα προσωπικών στιγμών, στοιβαγμένων πάνω σε τσαλακωμένα αποκόμματα εφημερίδων με σφαγές και στέψεις. […] Για να χωρέσουν όλα αυτά σε μία μόνο φωτογραφία, έπρεπε να αποκτήσει μια εξαιρετική τεχνική δεξιότητα· μόνο τότε θα σταματούσε ο Αντονίνο να τραβά φωτογραφίες. Έχοντας εξαντλήσει κάθε δυνατότητα, τη στιγμή που ολοκλήρωνε τον κύκλο του, ο Αντονίνο συνειδητοποίησε ότι το να φωτογραφίζει φωτογραφίες ήταν η μόνη πορεία που του είχε απομείνει — ή μάλλον, η αληθινή πορεία που υποσυνείδητα αναζητούσε όλον αυτό τον καιρό».
Δεν τραβάμε εμείς την φωτογραφία. Η φωτογραφία τραβάει εμάς. Είμαι σίγουρος ότι πολλές με περιμένουν στη γωνία για να με τραβήξουν. Δυστυχώς τελευταία δεν κουβαλάω τη μηχανή μαζί μου κι έτσι απλά τους κλείνω το μάτι. Που θα πάει, θα με ξαναβρούν μπροστά τους. Next time baby!
Ποια είναι η σχέση σου με τη μοναξιά; Είναι απαραίτητη για έναν δημιουργό;
Ναι, είναι απαραίτητη η μοναξιά. Ο φωτογράφος είναι ιδιότυπος άνθρωπος. Μέσα σε λίγες μέρες, ένα απομονωμένο και κοινωνικά αδέξιο άτομο, βρίσκει κάποιον τρόπο να επικοινωνήσει με τον υπόλοιπο κόσμο. Μια μέρα, μέσα από το κάτοπτρο της μηχανής, όλα τα τρισδιάστατα τέρατα μετατρέπονται σε δισδιάστατα ζωάκια συντροφιάς! Μια μέρα, χώνει όλους τους εφιάλτες του σ’ ένα μπαούλο, αλυσοδεμένους εάν χρειασθεί.
Ένα πρωί ο φωτογράφος ξυπνά και αποφασίζει ότι έχει κάτι να πει. Μόνον που τα λόγια δεν αρκούν. Οι λέξεις δεν του φθάνουν, δεν μπορεί να τις αρθρώσει. Μια φωτογραφία είναι καλύτερη από τις λέξεις, πιο λιτή και ίσως ειλικρινέστερη.
Ο φωτογράφος είναι κάποιος που έχει πάψει να πιστεύει στην προφορική επικοινωνία! Ίσως ποτέ του δεν πίστεψε σ’ αυτήν!
Όταν κοιτάζεις παλιότερες φωτογραφίες σου, βλέπεις περισσότερο τον κόσμο ή τον τότε εαυτό σου;
Στην ουσία βλέπω τις φωτογραφίες κάποιου άλλου. Αν δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είναι δικές μου τότε έχω πετύχει τον στόχο μου. Αν επιπλέον μου αρέσουν καταλαβαίνω ότι έχω ολοκληρώσει την ψυχοθεραπεία μου. Αφήστε το εγώ σας στην άκρη και ξεχάστε τις δημιουργίες σας για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Με αυτόν τον τρόπο θα αποκτήσουν νοσταλγικό χαρακτήρα, έναν διαχρονικό σουρεαλισμό, μία από τις μεγαλύτερες αρετές του φωτογραφικού μέσου. Αποποιηθείτε το έργο σας και στη συνέχεια ιδιοποιηθείτε το ξανά. Όσο μεγαλύτερη είναι η αποξένωση, τόσο καλύτερη θα είναι η κριτική σας επιλογή. Η φωτογραφία είναι άυλη, δημιούργημα προηγμένης μηχανικής και ηλεκτρονικής. Οι παλιές φωτογραφίες λειτουργούν σαν ψυχολογικό αποτύπωμα. Ανεξάρτητα από το θέμα αποκαλύπτουν την δική μας εσωτερική κατάσταση εκείνης της περιόδου. Μια ματιά που δεν υπάρχει πια. Ίσως γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να αποχωριστούμε τις παλιές μας φωτογραφίες. Επειδή αποτελούν το αρχείο της ύπαρξής μας.
Μέσα σε όλη αυτή τη διαρκή αναζήτηση εικόνων, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σε κρατά συναισθηματικά ζωντανό ως φωτογράφο;
Αυτό που με κρατά ενεργό είναι το γεγονός ότι τις κάποιες φορές που επιστρέφω στην κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά, ο περίγυρος με απορρίπτει. Φυσικά τα αισθήματα είναι αμοιβαία.
Οι φωτογράφοι είναι ταυτόχρονα φυγάδες και διώκτες. Αλλά και ποιος δεν είναι; Μήπως ο φωτογράφος υιοθετεί στα γρήγορα έναν εκκεντρικό τρόπο ζωής για να καταφύγει στην ψευδαίσθηση ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι μικροαστοί; Μήπως ο νεκρός χρόνος ανάμεσα σε δύο φωτογραφικές λήψεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συνειδητή επιλογή του φωτογράφου να αντισταθεί στον ίδιο τον χρόνο;
Η επαφή των φωτογράφων με τον κόσμο είναι ασύμμετρη κατάσταση. Σκιτσάρουν αυτόματα τυχαίες κινήσεις, μεταβαλλόμενες εκφράσεις και πρόσωπα. Αλλά ακόμα πιο ασύμμετρη είναι η αντίδρασή τους στο αποτέλεσμα της φωτογράφισης που εμφανίζεται μπροστά στα μάτια τους.
Ξέρουν ότι μια φωτογραφία είναι δίκοπο μαχαίρι, χωρίς λαβή. Τραυματίζει τόσο τον φωτογράφο όσο και τον θεατή. Μια φωτογραφία μπορεί να ελευθερώσει τον δημιουργό και να καταστρέψει τον θεατή. Το ίδιο εύκολα μπορεί να βλάψει τον φωτογράφο και να σώσει τον θεατή. Αυτή η εγγενής δυαδικότητα της φωτογραφίας συνδυάζεται μερικές φορές με την εκρηκτική ένταση της αναμονής, της λαχτάρας.
***
Στη συνέντευξη περιλαμβάνονται αποσπάσματα από το βιβλίο «Τα Αντί της φωτογραφίας (δρόμου)» που ολοκληρώθηκε μετά την πανδημία και τυπώθηκε από τις εκδόσεις iFocus. Σύντομα θα πραγματοποιηθεί παρουσίαση συνοδευόμενη από διάθεση αντιτύπων με ιδιόχειρη αφιέρωση. Προς το παρόν διατίθεται από την iFocus Photo Gallery.
Σύνδεσμοι:
Δειτε περισσοτερα
Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της, η National Portrait Gallery παρουσιάζει τη μεγάλη έκθεση «Marilyn Monroe: A Portrait»
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο ζωγράφος Αντώνης Σκαμπαβιρίας στρέφει το βλέμμα του στα αθηναϊκά μπαλκόνια και στις ιστορίες που κρύβουν
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο ζωγράφος Πάβλος Χαμπίδης θυμάται τη στιγμή που αντίκρισε το REX σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της ATHENS VOICE, ο street artist και ζωγράφος μοιράζεται τη διαδρομή στο Παγκράτι που δείχνει πάντα στους φίλους του από το εξωτερικό
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της Athens Voice, καταγράφουμε όλα όσα κάνουν αυτή την πόλη δική μας.