Θεατρο - Οπερα

Είδαμε τις Αινιγματικές Παραλλαγές στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Ένα έργο που προσεγγίζει το θέμα του έρωτα, του θανάτου, της απώλειας, της αποδοχής της. Ένα έργο για τη συμφιλίωση με την πραγματικότητα

Όλγα Σελλά
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αινιγματικές Παραλλαγές στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης: Εντυπώσεις από την παράσταση του Σωτήρη Τσαφούλια, με τους Γιάννη Μπέζο και Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη.

Τι κάνει μια παράσταση επιτυχημένη; Οι δημοφιλείς πρωταγωνιστές; Ο σκηνοθέτης; Το έργο; Το «από στόμα σε στόμα»; Όλα μαζί; Την απάντηση αυτής της ερώτησης αναζητούν πάντα οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί.

Δεν ξέρω αν ο σκηνοθέτης Σωτήρης Τσαφούλιας έχει απαντήσει στην ερώτηση, ξέρω όμως ότι κατάφερε να κάνει μια, αν μη τι άλλο, εισπρακτικά επιτυχημένη παράσταση. Οι «Αινιγματικές Παραλλαγές» του Βέλγου Ερίκ Εμμανουέλ Σμιτ έχει ήδη κάνει γκελ στο κοινό (έκανε πρεμιέρα στις 4/2) και η Κεντρική Σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης γεμίζει κάθε βράδυ. Πήγα μια Πέμπτη (όχι καλή θεατρικά μέρα δηλαδή) και ήταν πάλι ασφυκτικά γεμάτη η πλατεία με ένα ετερόκλητο κοινό, όλων των ηλικιών.

Πριν την έναρξη της παράστασης μας συντροφεύει ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στην ακτή. Μια έμμεση κατεύθυνση στο νησί Ροσβανόϋ της Νορβηγίας, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία που θα δούμε. Στη σκηνή έχει στηθεί (σκηνικά Κωνσταντίνος Ζαμάνης) το σπίτι ενός ανθρώπου που ο κόσμος του είναι τα βιβλία. Γιατί σ’ αυτό το σπίτι ζει ο ένας από τους δύο ήρωες της ιστορίας μας, ο νομπελίστας συγγραφέας Αμπέλ Ζνόρκο (Γιάννης Μπέζος). Ένας ακατάστατος χώρος, με στραβά κάδρα, με διάφορα αντικείμενα στο πάτωμα, ένας χώρος παραιτημένος. Όπως ακριβώς και ο ένοικος αυτού του χώρου, που εκτός από παραιτημένος είναι και δύστροπος, καχύποπτος, μισάνθρωπος. Έχει μόλις εκδώσει το 21ο βιβλίο του, εντελώς διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα, αφού πρόκειται για μια ερωτική αλληλογραφία, και όλα συνηγορούν ότι υπάρχει στις σελίδες του αυτούσια η περσόνα του συγγραφέα. Στο νησί Ροσβανόϋ φτάνει ένας επισκέπτης, που τον υποδέχεται κάθε άλλο παρά φιλικά ο Ζνόρκο: «Αναδύετε μια τρομερή πεζότητα», του λέει. Ο επισκέπτης είναι ο δημοσιογράφος Έρικ Λάρσεν (Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, που συνυπογράφει και τη σκηνοθεσία της παράστασης) ο οποίος έρχεται για μια συμφωνημένη συνέντευξη με τον νομπελίστα και δεν πιστεύει στην τύχη του, καθώς ο Ζνόρκο δεν δίνει συνεντεύξεις − «Οι χειρότεροι της δημιουργίας [οι δημοσιογράφοι]» του λέει ο Ζνόρκο. Αλλά κι ο Λάρσεν δεν χαρίζεται στον είρωνα, κυνικό και απρόβλεπτο νομπελίστα: «Θα ξέρω καλύτερα τι πιστεύω για σας 25 χρόνια μετά το θάνατό σας», του λέει.

Και από αυτό το σημείο, με διαδοχικές ανατροπές και εκπλήξεις, με διαρκείς ατάκες και με γοργό ρυθμό του κειμένου που δεν χαλάρωσε ούτε στιγμή, μ’ ένα ασταμάτητο παιχνίδι επικράτησης του ενός επί του άλλου, ξεκινάει το έργο του Ερίκ Εμμάνουελ Σμιτ: «Είκοσι πέντε χρόνια παρεξηγήσεων με τους κριτικούς. Αυτό σας φαίνεται επιτυχία;» «Το ωραίο σ’ ένα μυστήριο είναι το μυστικό που περιλαμβάνει».

Όμως δεν πρόκειται για ένα έργο αντιδικίας μεταξύ ενός συγγραφέα και ενός δημοσιογράφου. Πρόκειται για ένα έργο που προσεγγίζει, μ’ έναν περίπλοκο και απρόσμενο τρόπο, το θέμα του έρωτα, του θανάτου, της απώλειας, της αποδοχής της. Ένα έργο για τη συμφιλίωση με την πραγματικότητα, ακόμα και με την πραγματικότητα που μας πληγώνει, με την πραγματικότητα που αρνούμαστε να αποδεχθούμε.

Νομίζω ότι ο Σωτήρης Τσαφούλιας ευφυώς επέλεξε αυτό το έργο που έχει την ταχύτητα κινηματογραφικών και τηλεοπτικών διαλόγων και αυτόν τον ρυθμό ακολούθησε και σκηνοθετικά, αφού τον γνωρίζει πολύ καλά. Επέλεξε να συνεργαστεί ξανά με έναν ηθοποιό με τον οποίο συνδέονται ήδη με μια μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση (Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, «Έτερος εγώ»), μέσω της οποίας τους έχει συνδέσει και το κοινό. Και επειδή οι κινηματογραφικοί σκηνοθέτες συχνά κάνουν καλύτερο κάστινγκ από τους αμιγώς θεατρικούς σκηνοθέτες, επέλεξε για τον κεντρικό ρόλο τον έμπειρο Γιάννη Μπέζο, έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Τα βασικά συστατικά ήταν έτοιμα και πολύ καλά συνδυασμένα. Το αποτέλεσμα;

Μια παράσταση που είχε ρυθμό (ακολουθώντας εύστοχα τον ρυθμό του κειμένου, με την ωραία μετάφραση της Εύας Κοτανίδη), είχε δύο ηθοποιούς που κούμπωναν απολύτως στους ήρωες του συγγραφέα, κι ένα θέμα που αγγίζει πάντα, τους πάντες. Τον έρωτα και τα πάθη του. «Μ’ αγαπούσε τόσο που μ’ έκανε να μ’ αγαπώ», λέει προς το τέλος ο Αμπέλ Ζνόρκο, όταν πια έχει χάσει την έπαρση και την αυτάρκειά του. Μια καλοστημένη παράσταση, φτιαγμένη για ένα ευρύτερο κοινό (και θεωρώ θετικό το ότι η τηλεόραση ανοίγει το δρόμο και για το θέατρο), που σίγουρα δεν έφερε κάτι νέο ως θεατρική πρόταση, τουλάχιστον όχι σε όσους παρακολουθούν συστηματικά το θέατρο και την εξέλιξή του.

Καθώς αποχωρούσα από το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, και έχοντας πια δει την παράσταση, προσπαθούσα να απαντήσω στην αρχική ερώτηση: Τι κάνει μια παράσταση επιτυχημένη; Νομίζω ότι στη συγκεκριμένη παράσταση πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο το θέμα του έργου και η ανάγκη του κοινού να ξεχαστεί, να περάσει καλά, να χαθεί σε μια ιστορία που αφορά τον καθένα, με την οποία ταυτίζεται ο καθένας, με την οποία ονειρεύεται και συγκινείται ο καθένας: μια ιστορία αγάπης, μια ιστορία για τους τρόπους της αγάπης. Που είναι πάντα ακατανόητοι και απρόβλεπτοι.


Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση στο City Guide της ATHENS VOICE