Θεατρο - Οπερα

Το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ στο Σύγχρονο Θέατρο

Μια ολοκληρωμένη, δουλεμένη, εμπνευσμένη μπεκετική παράσταση, που ευτύχησε σε όλες τις συνιστώσες της

Όλγα Σελλά
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είδαμε το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμουελ Μπέκετ στο Σύγχρονο Θέατρο, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα και με τον Δημήτρη Καταλειφό στο ρόλο του Χαμ.

Ποτέ δεν είναι το ίδιο ένα έργο του Σάμουελ Μπέκετ στη σκηνή, κι όχι γιατί είναι διαφορετικοί οι συντελεστές του. Είναι γιατί κάθε φορά ανοίγουν κι άλλα «παράθυρα», ξεκλειδώνονται κι άλλα «δωμάτια», τραβιούνται κι άλλες κουρτίνες που ίσως μέχρι τότε να θόλωναν τη ματιά. Και δεν μπορεί παρά να έχει σχέση με το χρόνο και με όσα στο μεταξύ ξεκλειδώνονται, κατανοούνται ή λειαίνονται στον καθένα μας καθώς ο χρόνος προχωράει. 

«Περιμένοντας τον Γκοντό», «Ευτυχισμένες μέρες» και το «Τέλος του παιχνιδιού» είναι τα τρία έργα του Μπέκετ που παρουσιάζονται περισσότερο στις ελληνικές. Και όλα έχουν το ίδιο διακύβευμα: το χρόνο· αυτόν που αναλογεί στον καθένα· την αγωνία για τη διαχείριση, την προοπτική του, το τέλος του· και την αδυναμία να αποτρέψεις αυτό το τέλος.

Λιγότερες φορές έχω δει το «Τέλος του παιχνιδιού» -λιγότερες φορές παρουσιάζεται από τα άλλα δύο. Και η φετινή του παρουσίαση στο Σύγχρονο Θέατρο, σε σκηνοθεσία Γιώργου Σκεύα, με τον Δημήτρη Καταλειφό στο ρόλο του Χαμ κίνησε πολύ το ενδιαφέρον μου. 

Ένα σκοτεινό, ζοφερό μέρος είναι ο χώρος που ζει ο Χαμ, με δυο μικρά παράθυρα, ψηλά στον τοίχο, κι έναν πίνακα γυρισμένο ανάποδα στον τοίχο. Υπάρχουν επίσης  δύο βαρέλια μέσα στα οποία «ζουν» ο  Ναγκ (Γιώργος Ζιόβας) και η Νελ (Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη), οι γονείς του Χαμ, που έχουν χάσει τα πόδια τους έπειτα από ένα ατύχημα με ποδήλατο και υπάρχει και ο Κλοβ (Άρης Μπαλής), ο νεαρός υπηρέτης του Χαμ, που είναι τα μάτια του (αφού ο Χαμ είναι τυφλός) και τα πόδια του, αφού είναι καθηλωμένος στην πολυθρόνα με τις ρόδες στο κέντρο της σκηνής, με τα μαύρα του γυαλιά, ως απόλυτος κυρίαρχος και ρυθμιστής των καταστάσεων. Άλλωστε  το χαμ παραπέμπει στη λέξη σφυρί  (hammer). Και ο Χαμ σφυροκοπά με κυνισμό, αναλγησία, σαδισμό και περιφρόνηση τον Κλοβ, τον Ναγκ και τη Νελ, που τα ονόματά τους παραπέμπουν στη λέξη καρφί σε διάφορες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά).

Και σ’ αυτόν τον περίκλειστο χώρο παρακολουθούμε ένα ατελείωτο παιχνίδι, ένα πινγκ-πονγκ παράλογης κυριαρχίας, αδιέξοδου συμβιβασμού και μοιρολατρικής αποδοχής. Ένα παιχνίδι που ακροβατεί ανάμεσα στο θέατρο και την πραγματικότητα. Ένα παιχνίδι που πασχίζει να βρει διέξοδο στην επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα και βλέπει τις όψεις και τις αλλαγές της ζωής από τους μικρούς φεγγίτες. «Κάτι τραβάει το δρόμο του». Αυτό απαντά ο Κλοβ κάθε φορά που ρωτάει ο Χαμ «τι συμβαίνει». 

«Τετέλεσται», αυτή είναι η πρώτη φράση του έργου που λέει ο Κλοβ. Και από εκείνο το σημείο ξεκινάει ένα παιχνίδι -λεκτικό, θεατρικό, νοητικό- για το τέλος: της σχέσης εξάρτησης και υποταγής του Χαμ και του Κλοβ («-Γιατί μένεις κοντά μου; -Γιατί με κρατάς»· της αδιάκοπης και επαναλαμβανόμενης καθημερινότητάς τους· της ζωής του Ναγκ και της Νελ, που ζουν μόνο με όσα θυμούνται πια. Ένα παιχνίδι που αφορά πολλά·  ρητά και άρρητα, κυρίως άρρητα. Και κυρίως κρύβει τον τεράστιο φόβο των ανθρώπων γι’ αυτό που τελειώνει, κι ας κρύβεται, όπως στον Χαμ, πίσω από την ειρωνεία, το σαδισμό και την ακύρωση όσων είναι γύρω του. Κάποιες στιγμές όμως του ξεφεύγει ο φόβος του, τον μοιράζεται, σα να μιλάει στον εαυτό του: «Κοιτάζω τον τοίχο και βλέπω το φως μου να σβήνει»· «Όσο πιο μέγας ο ανήρ, τόσο πιο γεμάτος είναι. Τόσο και πιο άδειος»· «Διστάζω να τελειώσω»· «Έξω από δω παραμονεύει ο θάνατος».

Αυτό το φαινομενικά απλό, αλλά πολυεπίπεδο κείμενο του Σάμουελ Μπέκετ σκηνοθέτησε με επίγνωση και ευαισθησία ο Γιώργος Σκεύας, αναδεικνύοντας θαυμαστά το κείμενο και τις κρυμμένες πτυχές του, δίνοντας και με το σκηνικό (που επίσης υπογράφει) την μπεκετική ατμόσφαιρα και τους υπαινιγμούς που ο χώρος υποδηλώνει. Και είχε την καθοριστική συμβολή τεσσάρων ηθοποιών που προσέγγισαν με ταλέντο, σκηνική ευφυΐα και ευαισθησία όλες τις αποχρώσεις των τεσσάρων ηρώων, που κι αυτή τη φορά, και σ’ αυτό το έργο, όχι τυχαία ασφαλώς, εμφανίζονται ως δυάδες απολύτως εξαρτημένες: ο Χαμ και ο Κλοβ, ο Νάγκ και η Νελ.

Τη μερίδα του λέοντος έχει ο Χαμ του Δημήτρη Καταλειφού, ένας ρόλος που του ταίριαξε μοναδικά, και έδωσε μία από τις καλύτερες ερμηνείες του (κι έχω δει πολλές δικές του). Και έδωσε ένα θαυμάσιο δίδυμο με τον Κλοβ του Άρη Μπαλή, ο οποίος έδειξε εύστοχα την αδιαφορία, τη βαρυγκόμια αλλά και το νοιάξιμο για τον δυνάστη του, μαζί με τη διαρκή προσπάθεια απεγκλωβισμού του που έρχεται σιγά σιγά, σαν ένας άλλος θάνατος. Ο Ναγκ του Γιώργου  Ζιόβα και η Νελ της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη έδειξαν σπαρακτικά την ακρωτηριασμένη τρυφερότητα που μόνο να θυμούνται μπορούν πλέον, δείχνοντας μέσα από τις αναμνήσεις τους, που γεμίζουν την τωρινή τους καθημερινότητα, τα στάδια της ζωής.

Πολύ καθαρή και θεατρική η μετάφραση της Θάλειας Μελή-Χωλλ, ενώ η μουσική και η σύνθεση ήχων της Σήμης Τσιλαλή συνομίλησε καθοριστικά με το κείμενο, την ατμόσφαιρα του έργου και τις στιγμές των χαρακτήρων. 

Ήταν, εν τέλει, μια ολοκληρωμένη, δουλεμένη, εμπνευσμένη μπεκετική παράσταση, που ευτύχησε σε όλες τις συνιστώσες της. Και έδωσε μέσα από τους τέσσερις χαρακτήρες όλες τις αντιδράσεις των ανθρώπων, για όσα σκέφτονται, για όσα φοβούνται, για όσα προσπαθούν να αποφύγουν, γι’ αυτό που δεν μπορούν ποτέ να αποφύγουν. Και μόνο παίζοντας μπορούν να προχωρήσουν. Παίζοντας με τις λέξεις, παίζοντας με τα συναισθήματα, παίζοντας με την κυριαρχία και την υποταγή, παίζοντας θέατρο.