Θεατρο - Οπερα

Είναι...Fool for love

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Οικονόμου γνωρίζει πολύ καλά πώς να πυροδοτήσει το πάθος των δύο ηρώων στο έργο του Σαμ Σέπαρντ

Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
ΤΕΥΧΟΣ 635
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Γιώργος Οικονόμου είναι ο ορισμός του χαμηλού προφίλ. Ενώ στο βιογραφικό του μετράς πάρα πολλές σκηνοθεσίες στο θέατρο και στην τηλεόραση εδώ και στην Αγγλία, διαβάζεις για τις σπουδές του στην Οξφόρδη, αλλά και στο Βristol Old Vic Theatre School, όπου και δίδαξε υποκριτική κινηματογράφου, σπάνια μιλάει και όταν το κάνει, δεν το κάνει με τους όρους της σόου μπιζ. Δεν πουλάει τη φιλία του με τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις ή την προσωπική του ζωή (παντρεμένος με την Αντιγόνη Αμανίτου). Είναι ουσιαστικός και καίριος με βαθιά γνώση της τέχνης του, που την περνάει χωρίς καμία έπαρση. Έχει όμως και ένα επιπλέον μεγάλο προτέρημα. Έχει ωραίο διαβρωτικό χιούμορ. Ξεκινήσαμε μιλώντας για το κάπνισμα, γιατί γκρίνιαζα που δεν μπορώ να το κόψω, και ο ίδιος έχοντας καταφέρει να παραμείνει έντεκα χρόνια άκαπνος άναψε... τη συζήτηση. «Είχα αρχίσει να καπνίζω από μικρός ελπίζοντας ότι έτσι θα κρύβω την αμηχανία μου μπροστά σε κάποια γκόμενα. Ξέρεις, πίστευες ότι έτσι θα φανείς πιο άνδρας – κάτι που φυσικά δεν πετύχαινε πάντα». (Εκείνη τη στιγμή παρεμβαίνει διπλανός θαμώνας-λαθρακουστής για να μοιραστεί κι αυτός μαζί μας τον πόνο του, που αν και με καρδιακό επεισόδιο δεν μπορεί να το κόψει). «Με βοήθησε και το γεγονός ότι ήθελε να κόψει το τσιγάρο και η σύζυγός μου, οπότε το κάναμε ταυτόχρονα. Εντάξει, κοντέψαμε να σφαχτούμε εκείνη την περίοδο, αλλά τελικά γλιτώσαμε. Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου λείπει, ειδικά κάποιες πολύ συγκεκριμένες στιγμές». 

Οι οποίες είναι;

Μου αρέσει να κάθομαι το βράδυ μόνος, την ώρα που όλοι κοιμούνται, και να βάζω ένα ποτήρι κρασί, να διαβάζω και να ακούω μουσική.

Τι είδους;

Ροκ, τζαζ και κλασική. Όταν έχω πολύ καλή διάθεση ακούω πολύ δυνατά ροκ –οκ, έχω σηκωθεί κάποιες φορές και χορεύω μόνος μου–, είμαι δε από αυτούς που μπορεί να βάλει Τζίμι Χέντριξ για να κοιμηθεί! Σε ήπια διάθεση ακούω κλασική και όταν δεν νιώθω τελείως βλαξ τρελαίνομαι για την τζαζ. 

Και οι σκηνοθεσίες σας ακολουθούν μια μουσική;

Ακριβώς. Η σκηνοθετική μου φόρμα είναι μουσική παρά εικαστική. Μερικές φορές μιλάω στους ηθοποιούς με μουσικούς όρους και με κοιτάζουν πολύ περίεργα. Το «Fool for love», που ανεβάζω τώρα, ομολογώ με ταλαιπώρησε. Ενώ έχει μια πολύ «κάντρι» αφήγηση –ανοίγει μάλιστα και κλείνει με ένα τραγούδι του Μελ Χάγκαρντ–, εγώ φλερτάρω με ιδέες σύγχρονης κλασικής μουσικής. Νιώθω ότι η «κακοφωνία» της ταιριάζει. Όπως βρίσκω και πως η ατμόσφαιρα της μουσικής των Radiohead ταιριάζει εδώ. 

Σκεφτήκατε να το ανεβάσετε πριν ή μετά το θάνατο του Σαμ Σέπαρντ;

Από πριν. Ευτυχώς υπάρχει και η σχετική ανακοίνωση άρα κανείς δεν θα μπορέσει να με κατηγορήσει για τυμβωρυχία. (γέλια)

Το έργο αυτό θα μπορούσε να μεταφερθεί σε ελληνική συνοικία;

Φυσικά, και ίσως θα είχε ενδιαφέρον, γιατί είναι ένα ρεαλιστικό, ερωτικό και βιωματικό έργο, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να το κάνω. 

Στην απόφασή σας να ασχοληθείτε μαζί του κρύβεται κάποια βιωματική εμπειρία;

Καμία. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος που διαπραγματεύεται το θέμα της οικογένειας ή αυτό της πάλης μεταξύ της ελευθερίας και του δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Το ότι έχει χαρακτήρες που μπορούν να ξεπεράσουν τα όρια αφού δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Άρα διαχειρίζονται τα πάθη τους με έναν απόλυτο τρόπο. Από την άλλη, δεν αποκλείω ότι μπορεί ένας μικροαστός ή ένας αστός να καταλήξει όπως οι χαρακτήρες του έργου εξαιτίας ενός πάθους. 

Τι σας ταλαιπώρησε περισσότερο στο έργο;

Ο ρεαλισμός του. Αυτός σου στερεί την ευκαιρία να κρυφτείς πίσω από κανόνες. Αν ανεβάσεις ένα έργο του Σέξπιρ, μπορείς για παράδειγμα να πεις ότι θα τον ανεβάσεις εξπρεσιονιστικά, ή τέλος πάντων όπως αντιλαμβάνεσαι εσύ τον εξπρεσιονισμό. Θα πάρεις τους αισθητικούς κανόνες του και θα προχωρήσεις, κρυμμένος πίσω από το φορμαλισμό του. Στο ρεαλισμό όμως είσαι τελείως εκτεθειμένος. Έχεις να διαχειριστείς μόνο το τι είναι αληθινό. 

Ωραίο είναι να δούμε και μια παράσταση που δεν πάσχει από «σκηνοθετίτιδα».

Στη διάρκεια των προβών έβγαιναν ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά τα έβλεπα ως δείγμα αυτού που περιγράφετε. Εδώ ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι αόρατος. Σαν να μην υπήρξε. Στο ρεαλισμό το ωραίο είναι αυτό που θα δεις να μη μοιάζει επεξεργασμένο.

Πώς καταλήξατε στην Τζένη Θεωνά; Είναι μια καλή ηθοποιός αλλά στα μάτια μου είναι κόντρα κάστινγκ.
Αλήθεια είναι αυτό που λέτε. Όμως εδώ είναι η πρόκληση. Θεωρώ ότι η Τζένη έχει τα κρυφά δεδομένα του χαρακτήρα και από εκεί και πέρα μπόρεσε να δουλέψει τα υπόλοιπα για ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα. 

Αν αναγνωρίσουμε στη σκηνοθεσία σας μια κινηματογραφική οπτική, λόγω και της σχέσης σας με το άλλο μέσο, θα σας ενοχλήσει;

Καθόλου. Όμως πολλές φορές όλα αυτά τα έχουμε μπερδεμένα στο μυαλό μας. Βλέπεις μια παράσταση με μικρές ανολοκλήρωτες σκηνές, ένα περίεργο «μοντάζ», και λες αυτή η παράσταση έχει κινηματογραφική αισθητική. Μα αυτό είναι ο Μπρεχτ ή ο Σέξπιρ – δεν είναι σινεμά! Η μόνη μεγάλη διαφορά των δύο αυτών μέσων για μένα είναι ότι στον κινηματογράφο και να μην είσαι καλός ηθοποιός, ο σκηνοθέτης μπορεί να σου κλέψει πέντε καλές στιγμές ώστε το αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί φοβερό. Στο θέατρο αυτό δεν ισχύει. Αν μιλήσουμε με αθλητικούς όρους ο σκηνοθέτης του θεάτρου θυμίζει τον προπονητή του ποδοσφαίρου που έχει στη διάθεσή του μόνο τρεις αλλαγές, ενώ του σινεμά μοιάζει στον προπονητή του μπάσκετ που μπορεί να κάνει τάιμ άουτ, να αλλάξει παίκτες κ.λπ.

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Οικονόμου

Φτάνει ποτέ ο χρόνος για πρόβες;

Γενικά κάνουμε πάρα πολύ χρόνο πρόβες στην Ελλάδα. Αν στην Αμερική ή στην Αγγλία πεις ότι κάνεις δύο μήνες πρόβες με ένα μη πολυεπίπεδο έργο θα απορήσουν. Βέβαια εκεί έχουν άλλη μέθοδο δουλειάς. Οι ηθοποιοί από την πρώτη ημέρα γνωρίζουν τα λόγια τους και δεν αναζητούν με μανία το τι συμβαίνει κάτω από την ιστορία, τα γιατί και τα πώς. Δεν την απορρίπτω αυτή την ανάγκη, αρκεί να μη γίνεται από κεκτημένη ταχύτητα ή από στιλ και όχι από πραγματική αναζήτηση. Νομίζω όλα είναι θέμα κουλτούρας και δραματικών σχολών. Εδώ βρίσκεις ηθοποιούς να διδάσκουν και όχι επαγγελματίες δασκάλους υποκριτικής. Κάπου καταλήγει όλο αυτό. Βέβαια συμβαίνει και το άλλο στην Ελλάδα. Συνήθως οι ηθοποιοί δεν πληρώνονται στις πρόβες. Οπότε πρέπει ταυτόχρονα να κάνουν και άλλες δουλειές. Από σίριαλ ή δεν ξέρω τι άλλο. Αυτό πρέπει να το σεβαστείς και έτσι οι πρόβες μπορούν να πάρουν περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει χρόνο. 

Στην Αγγλία πόσες εβδομάδες κάνατε πρόβες;

Τρεις με τέσσερις εβδομάδες. Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω ότι και εξαιτίας αυτού, το αγγλικό θέατρο υποκριτικά πέρασε μία περίοδο όπου έβλεπες να παίζουν Τσέχοφ όπως παίζουν ελισαβετιανό έργο. Γιατί αυτό ήξεραν πολύ καλά. Το διέσωσαν κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις ηθοποιών.

Συνηθίζουμε να αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει μια σχολή στην ερμηνεία των άγγλων ηθοποιών. Στην Ελλάδα υπάρχει κάτι ανάλογο;

Κάποτε υπήρξαν σχολές. Θυμάμαι ήμουν είκοσι τεσσάρων χρονών όταν κορόιδευα το ύφος του Ροντήρη μπροστά στον Χορν. Ο Χορν με είχε μαλώσει και άρχισε να μου ερμηνεύει με «ροντηρικό» τρόπο. Τότε κατάλαβα πόσο λάθος ήμουν και ότι αυτός ο μπαγάσας ο Ροντήρης έκανε σπουδαία δουλειά. Ο Κουν έκανε σχολή και ίσως αργότερα ο Βογιατζής. Τώρα πλέον δεν υπάρχουν σχολές και δεν το θεωρώ αναγκαστικά και κακό. Επίσης κάτι άλλο που αξίζει να δούμε είναι το αν και πόσοι σπουδαίοι άνθρωποι του θεάτρου άφησαν το ίδιο καλούς ή καλύτερους συνεχιστές από αυτούς. Βλέπεις να το έχουν παλέψει διάφοροι να χρηστούν διάδοχοι, αλλά είναι; Νομίζω φταίει και το ταμπεραμέντο του Έλληνα. Σαν να φοβόμαστε μην εμφανιστεί ο πατροκτόνος διάδοχος. 

Αφήνοντας στην άκρη το γεγονός ότι τα αγγλικά είναι μια διεθνής γλώσσα, άρα και είναι πιο εύκολο να καθιερωθεί το αγγλικό θέατρο, τι είναι αυτό που το ξεχωρίζει περισσότερο;

Οι συγγραφείς και ότι το θέατρο έσκυψε πάνω τους και «πάλεψε» με τα κείμενά τους. Αμερικάνοι και Άγγλοι κατευθύνουν τις επιχορηγήσεις στη συγγραφή. Επιπλέον στην αγγλική κοινωνία το θέατρο κάλυπτε και καλύπτει την ποιητική αλλά και μια κοινωνική ανάγκη. Ανέκαθεν ήταν ο πιο αταξικός χώρος σε μια κοινωνία δομημένη στη λογική των τάξεων. Όλα δε τα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά γεγονότα περνούσαν και περνούν μέσα από το θέατρο. Εδώ δεν συνέβη αυτό.

Γιατί;

Νομίζω γιατί δεν έχουμε καταφέρει ποτέ να αντιληφθούμε το περιβάλλον μας και να το χρησιμοποιήσουμε δημιουργικά. Ακόμη και «Η αυλή των θαυμάτων» για μένα είναι μια κατασκευή – εξαιρετική, αλλά κατασκευή. Πάντως από ένα σημείο και μετά το μόνο που μας ενδιέφερε εδώ ήταν ο φορμαλισμός – το «πείραγμα» ως ζητούμενο και όχι ως ανάγκη. 

Info

«Fool for love» του Σαμ Σέπαρντ. 
Σκην.: Γιώργος Οικονόμου, 
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κέντρος, Τζένη Θεωνά, Γιωργής Τσαμπουράκης, Βασίλης Παλαιολόγος. 
Από 17/11, Θέατρο Άλμα (Β’ Σκηνή), Αγίου Κων/νου & Ακομινάτου 15 - 17, Αθήνα, 2105220100