Μουσικη

Confessions II: Η Madonna επιστρέφει στη Madonna

Μετά από σαράντα χρόνια pop μεταμορφώσεων

Τάνια Σκραπαλιώρη
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η Madonna επιστρέφει με το «Confessions II», ένα άλμπουμ που ενώνει 40 χρόνια pop μεταμορφώσεων με το σύγχρονο dancefloor και τις ρίζες της.

Το βράδυ της 1ης Αυγούστου, στο AFAS live στο Άμστερνταμ, η Madonna εμφανίστηκε στο WorldPride 2026 με το show της «Club Confessions» –ένα έξυπνο, λαχταριστό ορεκτικό τού κυρίως tour για το «Confessions II», που αναμένεται πώς και πώς σε όλο τον πλανήτη–, προλογίζοντας το ημίωρο που θα ακολουθούσε με την απόλυτα εύστοχη ατάκα «Mother is here». Πόσο πιο Madonna το θες;

Λίγη ώρα αργότερα, στη σκηνή AFAS θα βρισκόταν δίπλα στη Madonna η Kylie Minogue –δύο χρόνια μετά την κοινή τους εμφάνιση στο πλαίσιο του Celebration Tour–, για να τραγουδήσουν μαζί, μεταξύ άλλων, το «Love Sensation» σε ένα afterhours mix που κυκλοφόρησε στις 7 Αυγούστου, αποτελώντας την πρώτη επίσημη δισκογραφική συνεργασία των δύο αυτών pop συμβόλων.

Αν ήθελε κανείς να διαλέξει μία μόνο εικόνα για να περιγράψει το σημείο στο οποίο βρίσκεται η Madonna το φετινό καλοκαίρι του 2026, δύσκολα θα έβρισκε καλύτερη. Η Madonna, στα 67 της χρόνια, ιδιοσυγκρασιακά αειθαλής, με μια καλλιτεχνικά ομόρριζη και του Kylie βεληνεκούς στο πλευρό της, σε ένα WorldPride, με τον πολύτιμο Stuart Price στα decks, ένα τραγούδι κι ένα νέο άλμπουμ που ενώνουν παρόν, παρελθόν και μέλλον κάτω απ’ την ίδια ντισκομπάλα.

Γιατί αυτό είναι και το colpo grosso του «Confessions II», του νέου άλμπουμ της Madonna, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο από τη Warner Records: η απόλυτη pop star, η βασίλισσα, η γυναίκα που έχτισε τον μύθο της πάνω στην αδιάκοπη διαστολή των ορίων και την αεικίνητη «επανεφεύρεση» του εαυτού της, σερβίρει το παρόν και το μέλλον της μέσα από μια δημιουργική ρετροσπεκτίβα όσων «την έκαναν». Βρίσκοντας ότι, γι’ αυτό το κομβικό άλμπουμ της επιστροφής, ο πιο ενδιαφέρων τρόπος να προχωρήσει μπροστά είναι να κοιτάξει προς τα πίσω.

Confessions II: Η μεγάλη - διπλή δισκογραφική επιστροφή της Madonna

Το «Confessions II» είναι το 15ο στούντιο άλμπουμ της Madonna και μια μεγάλη, διπλή δισκογραφική επιστροφή: το πρώτο της άλμπουμ μετά το «Madame X» του 2019 και μια κρίσιμη επταετία, κατά τη διάρκεια της οποίας στη μουσική βιομηχανία άλλαξαν και τα λίγα που είχαν απομείνει, αλλά και η δισκογραφική επιστροφή της στη Warner, την εταιρεία που φιλοξένησε τα πρώτα 24 χρόνια της καριέρας της. Μαζί της επιστρέφει και ο Stuart Price, ο βασικός αρχιτέκτονας του «Confessions on a Dance Floor» το 2005. Η ίδια η ανακοίνωση της επιστροφής της στη Warner τα λέει όλα, συνοψίζοντας παράλληλα με έναν σμπάρο, ηθελημένα ή άθελα, και την ταυτότητα του δίσκου: «Madonna returns to where it all began».

To «Confessions II» συστήνεται κατ’ αρχάς ως ένα συμβολικό σίκουελ του «Confessions on a Dance Floor» –του τελευταίου σύγχρονου θριάμβου της Madonna–, όμως πολύ σύντομα αποδεικνύεται ότι είναι ένα πολύ μεγαλύτερο και πολυδιάστατο σύμβολο. Μοιράζεται, βέβαια, με το προηγούμενο «Confessions» την ίδια συνταγή δημιουργικής pop αποτελεσματικότητας, τα ίδια ευφυή μοτίβα διαλόγου με genres τόσο σύγχρονα όσο και αρχετυπικά πασπαλισμένα με την αστερόσκονη crème de la crème features, την ίδια φύση ενός DJ set σε κίνηση, με τα κομμάτια να μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο.

Στο «Confessions on a Dance Floor» είχαμε το πανίσχυρο DNA της disco –χρόνια και χρόνια πριν η Beyonce την κεφαλαιοποιήσει ξανά με τη δική της αναγεννησιακή πρόταση– το sample από τους άχαστους ABBA στο άχαστο «Hung Up» και τα έντονα φλερτ με την electropop της δεκαετίας του ’80, όλα άψογα αμπαλαρισμένα στη σύγχρονη του άλμπουμ mainstream club φόρμα των 00s.

Στο «Confessions II» το κάδρο ανοίγει για να χωρέσει την πολυσυλλεκτική παλέτα στην οποία διαγράφουν κύκλους τα ηλεκτρονικά trends τα τελευταία αρκετά χρόνια, διατηρώντας παράλληλα με σπουδή το στοιχείο της επιστροφής στης ρίζες: από την acid house στην deep house, από το UK garage στο trip-hop κι από την ambient στην organic electronica.

Στο επίκεντρο του «Confessions II» η ίδια η Madonna και η ιστορία της – το πιο ενδιαφέρον feature του άλμπουμ. Έπειτα από μια περίοδο αμφιλεγόμενης δισκογραφίας («MDNA», «Rebel Heart», «Madame X»), κατά την οποία η βασίλισσα της ποπ έμοιαζε να τρέχει να προλάβει τις εξελίξεις και το τρένο του relevance, η Madonna παίρνει φόρα από την επιτυχία του Celebration Tour και προσγειώνεται σε ακουστικά, πλατφόρμες και πλατό έχοντας ξαναβρεί το κέντρο βάρους της στο ποπ σύμπαν. Επιστρέφοντας όχι μόνο στη Madonna, αλλά σε όλες τις Madonna εκδοχές του εαυτού της.

Το dancefloor ως καλειδοσκόπιο

Όλες αυτές οι εκδοχές της Madonna δεν επιστρέφουν στο «Confessions II» ως κεφάλαια μιας σειριακής αυτοβιογραφικής ανασκόπησης, αλλά αντανακλώνται η μία πάνω στην άλλη μέσα στην ηλεκτρονική αρχιτεκτονική του άλμπουμ και στο μοντέλο της επιστροφής πάνω στο οποίο αυτό έχει οικοδομηθεί. Για περισσότερα από σαράντα χρόνια, η καλλιτεχνική ταυτότητα της Madonna βασίστηκε ακριβώς στην άρνησή της να επιστρέφει, στην επίμονη ανάγκη της να εγκαταλείπει εγκαίρως την όποια εκδοχή του εαυτού της, λίγο πριν αυτή προλάβει να παλιώσει πάνω της.

Η Madonna του «Like a Virgin» έπρεπε να «πεθάνει» για να γεννηθεί η Madonna του «Like a Prayer», κι εκείνη με τη σειρά της να εξαφανιστεί για να παραχωρήσει τη θέση της στη σεξουαλική και σκοτεινή περίοδο του «Erotica» και του «Bedtime Stories». Kι ύστερα όλες μαζί να εξαϋλωθούν μέσα στο ηλεκτρονικό φως του «Ray of Light», πριν τις διαδοχικές μεταμορφώσεις του «American Life», του «Confessions on a Dance Floor» και των υπόλοιπων επεισοδίων. Στο «Confessions II», όμως, δεν χρειάζεται να «κάνει χώρο» για να χωρέσει την καινούρια πρόταση που οραματίστηκε, γιατί η Madonna και ο κόσμος που οικοδόμησε με όλες αυτές τις διαφορετικές προτάσεις σε βάθος τεσσάρων δεκαετιών είναι η πρόταση. Στο «Confessions II» όλα χωράνε οργανικά, γιατί η Madonna είναι πια η ίδια το καλύτερο καλειδοσκόπιο του εαυτού της, το οποίο κρεμάει πάνω από την πίστα του νέου της dancefloor.

Ένα καλειδοσκόπιο εν προκειμένω ηλεκτρονικό, αλλά γραμμένο με τη γραμματική και το συντακτικό της Madonna και του Stuart Price και όχι των guests που φιγουράρουν στα features των 16 tracks του άλμπουμ. Οι δυο τους ξαναβρίσκονται πάνω στο νήμα του continuous mix και χτίζουν τη δική τους αναδρομή στην dance και club κουλτούρα, κρατώντας παράλληλα τη συνοχή του άλμπουμ αδιάσπαστη γύρω από τη Madonna ως αδιαφιλονίκητη πηγή και πρωταγωνίστρια.

Το εναρκτήριο «I Feel So Free» λειτουργεί άψογα ως προγραμματικό μανιφέστο με τον ακαταμάχητο τρόπο που ξαναφέρνει στο σήμερα το «I Feel Love» του μαέστρου Giorgio Moroder και της Donna Summer –αν έφυγε και ποτέ από το σήμερα τελικά– και το «French Kiss» του Lil Louis να κουνάει ψηλά τη σημαία της Chicago house παράδοσης και το programming της Arca να λειτουργεί ως γέφυρα με τη σύγχρονη πειραματική σκηνή – ένας απόλυτος tribute ύμνος για τον τρόπο που το dancefloor λειτούργησε διαχρονικά ως οδός και πεδίο διαφυγής από τα μεγάλα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα των τελευταίων πενήντα χρόνων.

Μετά το εντυπωσιακό άνοιγμα, το πρώτο μισό του άλμπουμ ξεδιπλώνεται χωρίς βιασύνες με το «Good for the Soul» να λοξοκοιτάζει προς το UK garage και το «One Step Away» να ρίχνει κι άλλο τους τόνους με πλήκτρα που κουβαλούν κάτι από τη σχολή του Mr. Fingers. Κάπου εκεί το «Bring Your Love» έρχεται για να κλέψει τις εντυπώσεις της μαρκίζας με τo feature της Sabrina Carpenter, με μια συνεργασία, ωστόσο, που δεν λειτουργεί σαν εκείνα τα «νεανικά εμβόλια» που κατά καιρούς η μουσική βιομηχανία επιβάλλει σχεδόν αντανακλαστικά στα legacy acts. H Sabrina Carpenter κρατάει τη θέση που της αναλογεί σε μια signature παραγωγή Madonna-Price, την οποία το duo των Parisi εμπλουτίζει με τη δική του σύγχρονη ευρωπαϊκή dance τεχνογνωσία, ενώ σε κάποιο υπόγειο ρεύμα κυλά η καλή ζωή των Inner City, με τις ευλογίες του DNA της σκηνής του Detroit.

Και ύστερα έρχεται το «Danceteria», το track που ίσως συμπυκνώνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο την προσωπική μυθολογία της Madonna, γυρίζοντας και πάλι πίσω, εκεί που ξεκίνησαν όλα. Στη Νέα Υόρκη, στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’80, όταν η Madonna δεν ήταν ακόμη η Madonna αλλά μια φιλόδοξη νεαρή μουσικός που προσπαθούσε να σπρώξει demos στα χέρια των DJs στο Roxy, στο Paradise Garage και, φυσικά, στο ομώνυμο club Danceteria.

H παραγωγή των Madonna-Price, με τις πολύτιμες συμβολές των Andrew Watt και Cirkut, βολεύει χαρούμενα την disco, το «βρόμικο» electroclash και το french touch στην ίδια πίστα, διακοσμώντας ένα δωμάτιο όπου χορεύουν ο Mark Kamins και η Debi Mazar, η Maripol, ο Basquiat και ο Keith Haring, ενώ για μια στιγμή μπαίνει στη συζήτηση ακόμη και ο Lou Reed με το χαρακτηριστικό του «doo, doo-doo, doo», για να σφραγίσει αυτή τη χαρούμενη ένωση διαφορετικών γενεών και σχολών του νεοϋορκέζικου underground.

Από εκεί και πέρα το καλειδοσκόπιο περιστρέφεται γρηγορότερα. Στο «Read My Lips» ο Feid και ο Tainy ανοίγουν δρόμους προς τη σύγχρονη latin club pop, μένοντας ωστόσο μακριά από τις παγίδες τής κάπως επιτηδευμένης latin στροφής του «Madame X». Στο «Everything» οι Parisi ξανακάνουν παιχνίδι με βαριές μπασογραμμές, ενώ στο «Love Without Words» το acid απελευθερώνεται στη μέση του κομματιού, υπενθυμίζοντας ότι κάτω από κάθε νέο synth patch που φαίνεται πια εύκολο αναπνέει βαριά ιστορία δεκαετιών. Στο «Bizarre» ο Martin Garrix τραβάει αναπόφευκτα τη Madonna προς τη μεγάλη ευρωπαϊκή EDM παράδοση, χωρίς ωστόσο να παρεκκλίνει από τους συνεκτικούς άξονες του άλμπουμ.

Μετά και το «Love Sensation», το σκηνικό αλλάζει και το άλμπουμ γυρνάει τα μέσα έξω. Αυτό που μέχρι εδώ φάνταζε και ακουγόταν ως μια χορταστική περιπλάνηση στην ιστορία της dance μουσικής και των επιρροών της Madonna αλλάζει σταδιακά χαρακτήρα στα τελευταία πέντε tracks. Τα bpm πέφτουν, τα φώτα χαμηλώνουν και οι καπνοί θολώνουν τα breakbeats και την trip hop ατμόσφαιρα που σημάδεψε μεγάλο μέρος της ηλεκτρονικής pop των 90s και φυσικά το «Bedtime Stories». Η Madonna ανοίγει την πόρτα προς τα ενδότερά της, σε προσωπικές εξομολογήσεις και μνήμες, εκεί όπου η νοσταλγία συναντά την απώλεια, τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις και τη συνειδητοποίηση του χρόνου που έχει περάσει.

Το «Fragile» είναι ίσως η πιο καθαρή στιγμή αυτής της μετάβασης. Πάνω σ’ ένα συναισθηματικό 2-step μοτίβο και ακουστικές κιθάρες, η Madonna επιστρέφει στην ταραχώδη σχέση της με τον αδελφό της, Christopher Ciccone, ο οποίος πέθανε κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του άλμπουμ. Στο «My Sins Are My Savior» το καλειδοσκόπιο κάνει άλλη μία περιστροφή προς την εποχή του «Erotica», με τον Stromae να περνά μέσα από το κομμάτι και με την ευρωπαϊκή queer dance κουλτούρα των 90s να προστίθεται στο ήδη πολυεπίπεδο collage.

Αυτή η αναφορά στην πιο σκοτεινή και σεξουαλικά φορτισμένη Madonna δεν είναι απλώς ένα πιασάρικο αισθητικό νεύμα, αλλά μια ουσιαστική αναφορά σε μια περίοδο κατά την οποία η Madonna βρέθηκε στη δίνη ενός από τους εντονότερους πολιτισμικούς πολέμους της καριέρας της, όταν το «Erotica», το βιβλίο «Sex» και ολόκληρη η εικόνα της ήρθαν σε μετωπική σύγκρουση με τα όρια που μπορούσε να διασχίσει μια γυναίκα της mainstream pop μιλώντας για το σώμα, την επιθυμία και τον έλεγχο της ίδιας της εικόνας της. Λίγο παρακάτω, στο «Betrayal», οι προσωπικές αναφορές σε οικογενειακά τραύματα βαθαίνουν ακόμα περισσότερο, και γι’ αυτό το «επικίνδυνο» παιχνίδι επιστρατεύεται μία ακόμη επιστροφή: αυτή του Γαλλο-αφγανού παραγωγού Mirwais, ο οποίος διαμόρφωσε μαζί της τον κοφτερό, ψηφιακό κόσμο του «Music» και του «American Life».

Κι αν η επιστροφή του Mirwais κλείνει το κεφάλαιο της Madonna των 00s, το «The Test» ρίχνει την πιο γλυκιά διαγενεακή γέφυρα του άλμπουμ. Η Lourdes Leon δεν εμφανίζεται ως ένα ακόμα celebrity feature, αλλά ως η ενήλικη «Little Star», στην οποία απευθυνόταν η μητέρα της στο «Ray of Light» του 1998. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, η πυρηνική αυτή σχέση μητέρας-κόρης φωτίζεται από μια άλλη πλευρά, με τη Madonna να αναγνωρίζει πλέον το βάρος που μπορεί να είχε για ένα παιδί να μεγαλώνει κάτω από τη διαρκή έκθεση της δικής της διασημότητας. Ενώ και στο ηχητικό καλλιτεχνικό επίπεδο δημιουργούνται ενδιαφέροντες συνδέσεις μεταξύ του τότε και τώρα, με την Arca να κρατάει με τον δικό της μοναδικό τρόπο τον ρόλο που είχε πριν από τριάντα χρόνια η ηλεκτρονική γλώσσα του William Orbit.

Το καλειδοσκόπιο παίρνει την τελευταία του στροφή και το ο «L.E.S. Girl» κλείνει το άλμπουμ με την αχτίδα του «Ray of Light» να διαπερνά για τελευταία φορά το πρώτο ενήλικο δωμάτιο της Madonna στο Lower East Side, με λιγότερο ίσως φαντεζί παραγωγή του άλμπουμ. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Ένα εξομολογητικό άλμπουμ όπως το «Confessions II» δεν θα μπορούσε παρά να τελειώσει όπως άρχισε, από εκεί που ξεκίνησαν όλα, όταν τίποτα απ’ όσα θα ακολουθούσαν δεν ήταν δεδομένο. «Lower East Side girl / Lost in a fragile world / The night is kind / The day is blue».

Madonna: Η «μαμά» της σύγχρονης ποπ

«The dancefloor is not just a place, it’s a threshold», λέει η Madonna στο «One Step Away», απορρίπτοντας εμφατικά το κλισέ που θέλει την dance μουσική να είναι ένα «εύκολο», επιφανειακό είδος. Στο μανιφέστο που έγραψε με τον Stuart Price για να προλογίσει το «Confessions II» αναπτύσσει αυτό το σκεπτικό ακόμα καλύτερα: «We must dance, celebrate, and pray with our bodies. These are things that we've been doing for thousands of years – they really are spiritual practices. After all, the dance floor is a ritualistic space. It's a place where you connect – with your wounds, with your fragility. To rave is an art».

Δεν πρόκειται φυσικά για μια φιλοσοφία που κατέβασε από το ράφι η Madonna στα 67 της χρόνια για τις ανάγκες ενός concept άλμπουμ αλλά για τον τρόπο με τον οποίο έζησε τη ζωή της και την καριέρα της, τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτή που έγινε. Κι αν υπάρχει ένας σταθερός άξονας κάτω από τις ασταμάτητες μεταμορφώσεις της, αυτός είναι ίσως η πίστη στο σώμα και στα ανεξάντλητα όριά του ως μέσου επικοινωνίας, απελευθέρωσης και τελικά καλλιτεχνικού αλλά και προσωπικού αυτοπροσδιορισμού. Το καθολικό φαντασιακό του «Like a Prayer», η σεξουαλική χειραφέτηση του «Erotica», η εσωτερική και σχεδόν πνευματική στροφή του «Ray of Light», ο ψηφιακός κόσμος των «Music» και «American Life», η ντισκομπάλα του «Confessions on a Dancefloor» είναι διαφορετικές εκδοχές ενός σώματος που τοποθετείται κάθε φορά σε έναν νέο χώρο μέσα στον και από τον οποίο θα επαναδιαπραγματευτεί τα όρια της ταυτότητας, της επιθυμίας, της ηλικίας, του φύλου και της ελευθερίας.

Έχοντας ακούσει έστω και μία φορά το «Confessions II», καταλαβαίνεις ότι αυτό το μανιφέστο δεν έχει ίχνος υπερβολής, καταλαβαίνεις κι εκείνο το «Mother is here» με το οποίο ξεκίνησε το show της στο Άμστερνταμ. Η «μαμά» της σύγχρονης ποπ, η απόλυτη πρέσβειρα της απελευθερωτικής χορευτικής της διάστασης είναι και πάλι εδώ. Κι αυτή τη φορά έχει φέρει μαζί της κάθε Madonna που πέρασε ποτέ από το dancefloor – όποιο κι αν ήταν αυτό. Η Madonna επέστρεψε στη Madonna.