Μουσικη

Release Athens x SNF Nostos 2026: Οι Gorillaz σφράγισαν το μεγαλύτερο sold-out του καλοκαιριού - 20 φωτογραφίες

Το project των Damon Albarn και Jamie Hewlett παραμένει εντυπωσιακά relevant

Τάνια Σκραπαλιώρη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αν μη τι άλλο, αποδείχτηκε ότι οι Gorillaz, το project των Ντέιμον Άλμπαρν και Jamie Hewlett, παραμένει εντυπωσιακά relevant – ίσως γιατί ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του και παράλληλα ένα με αυτή. Ένα εμβληματικό φεστιβαλικό venue της σύγχρονης Αθήνας σε μία από τις τελευταίες του παραστάσεις. Ένα τεράστιο συναυλιακό «απωθημένο» για τα λυκειόπαιδα, τους nerds και τους φοιτητές του Y2K era και τους νεαρούς ενήλικες των ‘00s. Σχεδόν είκοσι χιλιάδες κόσμου, εκστασιασμένοι κι αποφασισμένοι να υποδεχτούν αποθεωτικά αυτό το απωθημένο, πιστοί στο ραντεβού που έδωσαν όταν πριν κάποιους μήνες έβγαζαν sold out το live σε λίγες μόλις ημέρες. Κατά μία έννοια, οι Gorillaz είχαν κερδίσει και πάρει μαζί τους την Πλατεία Νερού από τα αποδυτήρια.

Το πολυαναμενόμενο live των Gorillaz στην Πλατεία Νερού στο φετινό επετειακό Release Athens, σε συνεργασία με το SNF Nostos, υπήρξε το πιο γρήγορο φετινό sold out και αποδείχτηκε ότι μάλλον θα μείνει και ως το μεγαλύτερο του φετινού καλοκαιριού στα συναυλιακά μεθεόρτια από κάθε άποψη (εξαιρουμένης της μεγάλης συναυλίας των Metallica στο ΟΑΚΑ, η οποία άλλωστε τυπικά καταχωρίζεται στα αρχεία της άνοιξης). Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία ενός sold-out μόνο από το γεγονός του γρήγορου ξεπουλήματος των εισιτηρίων και το live των Gorillaz, κουβαλώντας μεταξύ άλλων στις αποσκευές του ένα πρόσφατο, ιδιαίτερο, πειραματικό, υπαρξιακό album και όχι και τόσο festival-friendly album όπως το “The Mountain”, είχε διάφορα στοιχήματα να κερδίσει. Πράγμα που έγινε με το καλημέρα, όπως αποδείχτηκε το βράδυ της Πέμπτης στην Πλατεία Νερού.

Μέχρι αυτό το καλημέρα ή το καλησπέρα των Gorillaz στην Πλατεία Νερού, όλα πήγαιναν σύμφωνα με το textbook μιας μεγάλης συναυλίας. Πολύ περισσότεροι μικροπωλητές με πειρατικά μπλουζάκια έξω από τον συναυλιακό χώρο απ’ ό,τι συνήθως, ουρές παντού από νωρίς, από το merchandise μέχρι τα μπαρ, πυκνή προσέλευση επίσης από νωρίς, και μια θάλασσα από μπλουζάκια Gorillaz όλων των ηλικιών μέσα στον συναυλιακό χώρο – ανάμεσά τους και κάποιοι που έκαναν τη διαφορά με t-shirts από κάθε πιθανή μπάντα και σχήμα, από Boards of Canada μέχρι Πεθαίνουν Στο Τέλος. Άλλη μία απόδειξη της οριζόντιας απήχησης του project που σκαρφίστηκαν ο Damon Albarn και ο Jamie Hewlett το 1998.

Το εναρκτήριο act της Γαλλίδας Jehnny Beth ήταν βγαλμένο από τις φαντασιώσεις του κάθε πιουρίστα «συναυλιάκια» της ομήγυρης: ένα σύγχρονο καθαρόαιμο punk icon με εκρηκτική παρουσία, απτόητο από τον ήλιο, που δεν άφησε λεπτό να πάει χαμένο και έδωσε απολαυστικά διαπιστευτήρια – βουτώντας στο κοινό για να σφραγίσει τη συμφωνία.

Οι Flaming Lips που ακολούθησαν λίγο πριν τις 8 το βράδυ δεν τα κατάφεραν το ίδιο καλά, αν και το προσπάθησαν τόσο πολύ που στο τέλος κέρδισαν με το σπαθί τους το θετικό πρόσημο που άξιζε στην indie ιστορία τους. Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της αγνής ψυχεδελικής indie ιστορίας των ‘90s, που έκανε δεύτερο σπριντ στα ‘00s η μπάντα του Wayne Coyne, μπορεί να υπήρξε σχετικά μικρή σε αριθμούς αλλά ήταν και παραμένει μεγάλη υπόθεση στις καρδιές πολλών indie kids που τώρα σπρώχνουν καροτσάκια ή κρατάνε από το χέρι παιδιά με ακουστικά στις συναυλίες. Για αυτά τα μεγάλα παιδιά και πολλούς καθαρόαιμους ιντάδες, οι Flaming Lips ήταν ένα ακόμα εγκιβωτισμένο συναυλιακό απωθημένο στο live των Gorillaz και αυτό φάνηκε από τις αρκετές χιλιάδες κόσμου που γέμισαν την αρένα μπροστά τους και κουνούσαν ξέφρενα τα χέρια τους στον ρυθμό του “The Golden Path” – του feature με τους Chemical Brothers από το 2003. Κατά τα λοιπά, έκαναν φιλότιμες προσπάθειες να στήσουν τον δικό τους πλανήτη happy στη σκηνή του Release με τις αγαπημένες τους διαστημικές φούσκες που πρωτοχρησιμοποίησαν στο Coachella του 2004 και δεν αποχωρίστηκαν έκτοτε, τα φουσκωτά κουκλάκια και τα σκηνικά, χαρίζοντας αν μη τι άλλο χαμόγελα και συμπάθεια. Πάλεψαν με την ώρα εμφάνισης που δεν τους ταίριαζε, το αποδυναμωμένο τους relevancy – ενισχυμένο μεταξύ των γενικότερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σκηνή και από τη δισκογραφική τους κατιούσα – και έναν περίεργα κατανεμημένο ήχο, δίνοντας μια τίμια μάχη. Προς το τέλος, χάρη κυρίως στο highlight του cover του “War Pigs” των Black Sabbath, που ισοφάρισε μερικώς την απουσία του “Race for the Prize” από το setlist, και το τελείωμα με τον ύμνο “Do You Realize?” κάτω από μια φουσκωτή, πλαστική αψίδα ουράνιου τόξου και ένα κλασικό ηλιοβασίλεμα Πλατείας Νερού, κατάφεραν να πάρουν οριακά τη δεύτερη παρτίδα – αν και η επίγευση ήταν γλυκόπικρη και συνοψιζόταν στο ότι πολλοί από το κοινό νιώσαμε την ηλικία μας μέσα από μια αγαπημένη μπάντα που καλό θα ήταν να είχαμε δει σε μια άλλη φάση.

Μία ώρα αργότερα είχε έρθει η στιγμή για να ξανανιώσουμε την ηλικία μας με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο – ή να την ξεχάσουμε, όπως το πάρει κανείς. Μέσα σε μεγάλη αναμονή κοινού, η μουσική κολεκτίβα που αποτελεί τον live βραχίονα των Gorillaz στην περιοδεία παρατάχθηκε στη σκηνή και ο Damon Albarn έκανε την είσοδό του με ένα ντύσιμο ραμμένο για γκελ: στρατιωτικό τζάκετ, pin Τσε Γκεβάρα και κόκκινο σκούφο. Το ινδικό φλάουτο και το σιτάρ σφύριξαν την εκκίνηση με το “The Mountain” από το ομώνυμο φετινό τους album για να ακολουθήσει το “Happy Dictator”. Εκεί σημειώθηκε η πρώτη νίκη, καθώς το κοινό δεν πτοήθηκε ούτε λίγο – όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί – από τα λιγότερο «γνωστά» και «φεστιβαλικά» κομμάτια του τελευταίου album και συνέχιζε απτόητο να αποθεώνει τον Albarn και τη live συντροφιά του κλιμακούμενα. Με το “19-2000” και το “Rhinestone Eyes” από το πρώτο και το τρίτο Gorillaz album αντίστοιχα, οι αλαλαγμοί ανέβηκαν σκάλα και δεν σταμάτησαν ποτέ – προερχόμενοι κυρίως από τους χιλιάδες εκπροσώπους της Gen Z που αποτελούσαν και μια πολύ μεγάλη μερίδα του ετερόκλητου κοινού και οι οποίοι κατά κύριο λόγο γνώριζαν απέξω κι ανακατωτά όλους τους στίχους, όλων των τραγουδιών από όλα τα albums, ενδεχομένως πολύ καλύτερα και από τους «Ήμουν κι Εγώ Εκεί» στο Plastic Beach θείους και γονείς τους.

Από αυτή τη μερίδα ήρθε και το σημαντικότερο συναυλιακό σημειολογικό δίδαγμα της βραδιάς: η εντυπωσιακή αυτή απήχηση των Gorillaz σε ανθρώπους που ήταν έως και αγέννητοι όταν η πρώτη εικονική μπάντα αξιώσεων γεννιόταν στα αεικίνητα μυαλά των Damon Albarn και Jamie Hewlett αποδεικνύει τη φρεσκάδα διαρκείας ενός από τα πιο σημαντικά projects της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας.

Αυτήν τη σημασία εξαργύρωσαν θριαμβευτικά οι Gorillaz από τη σκηνή της Πλατείας Νερού, τη σημασία ενός έργου με τη σπάνια ιδιότητα να είναι πλήρως αντιπροσωπευτικό της εποχής του αλλά και συγχρόνως τόσο μπροστά από αυτήν που μπορεί να συναντήσει τις επόμενες γενιές στα στενά του TikTok 20 και 25 χρόνια μετά και να τους μιλήσει σαν να μην πέρασε μια μέρα από το millennium. Το παιχνίδι των Damon Albarn και Jamie Hewlett με τα genres, τις διάφορες μορφές τέχνης και τον ψηφιακό κόσμο αποδείχτηκε ότι έχει όλες τις απαραίτητες διαγενεακές διασυνδέσεις για να ανατροφοδοτήσει το καύσιμό του και να παρουσιάζεται στο συναυλιακό σήμερα με αξιώσεις, αποτυπωμένο μεν σε μια πολύ καλή παραγωγή, απογειωμένο δε από τα χείλη χιλιάδων πιτσιρικάδων που έκαναν και τους υπόλοιπους να αισθανθούν 15 και 20 χρονών ξανά.

Γύρω από ένα live – όπως και με τα περισσότερα πράγματα σε αυτή τη ζωή – διαμορφώνονται αντικειμενικές παρατηρήσεις και υποκειμενικές απόψεις. Ξεκινώντας από το τέλος, σύμφωνα με μια υποκειμενική άποψη, οι σύγχρονοι Gorillaz live δεν έχουν τη δυναμική που τους χάριζε το στοιχείο του μυστηρίου και της έκπληξης των πρώτων live στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν έπαιζαν κρυμμένοι πίσω από ένα πολύχρωμο animated θέατρο σκιών. Σύμφωνα με την ίδια άποψη, η ράθυμη σκηνική γοητεία του κατά τα άλλα δημιουργικού master της indie τέχνης Damon Albarn είναι δίκοπο μαχαίρι για ένα live του συγκεκριμένου project και γι’ αυτό και χθες κάποιοι ίσως να ήθελαν/-με κάτι περισσότερο στο σκέλος της ενέργειας (shoutout κάπου εδώ στον μπασίστα Seye Adelekan που τα έδωσε όλα). Αυτόν τον συναυλιακό παράγοντα «χ» που δεν αναπληρώνεται εντελώς ούτε από την πολύ καλή παραγωγή, ούτε από τα πάντα εξαιρετικά visuals του Jamie Hewlett, ούτε από τη χορωδία φωνητικών, ούτε από τα απολαυστικά κερασάκια των guest – μεταξύ άλλων Pauline Black, Yasiin Bey αλλά και Omar Souleyman βρέθηκαν στο σπίτι των Gorillaz χθες βράδυ, χαρίζοντας άφθονα highlight στιγμιότυπα.

Η όποια υποκειμενική άποψη όμως πάει περίπατο σε αυτό που αντικειμενικά έβλεπες όπου κι αν σήκωνες το κεφάλι σου χθες βράδυ στην Πλατεία Νερού: χαρούμενα πρόσωπα, πανδαιμόνιο σε κάθε τραγούδι (κι ας έλειψε πολύ το “Dare”, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει προκριθεί για το setlist της περιοδείας) και σε κάθε γραφικό, πολύχρωμη ευφορία, ευφορική νοσταλγία. Χιλιάδες φωνές να ανεβάζουν το “Melancholy Hill”, χιλιάδες σώματα να λικνίζονται στο “Damascus”. Ενέργεια κοινού που έκανε τον Damon Albarn να χαρίσει στην Αθήνα τον τίτλο του Νο. 1. Ένα κύμα χαρούμενων ανθρώπων που ανεβαίνει ψηλά πάνω στη σανίδα του “Feel Good Inc.” Και σκάει σε μια φράση παιγμένη σε μελόντικα, που όλοι ξέρουν και ξέρουμε πιο καλά και από την παλάμη τους. Τη φράση που κερδίζει και σφραγίζει με μια κίνηση το μανιφέστο μιας ολόκληρης γενιάς, το μεγαλύτερο ίσως sold-out του καλοκαιριού και μαζί και το ευφορικό αποτύπωμα που είναι, καθώς φαίνεται, ικανοί να αφήνουν οι Gorillaz στο κοινό του μέλλοντός τους. “I ain't happy, I'm feeling glad, I got sunshine in a bag, I'm useless, but not for long, The future is comin' on”.