Ο Blixa Bargeld μιλάει στην ATHENS VOICE για το νέο άλμπουμ «Rampen», τον αυτοσχεδιασμό, τη διαρκή μεταμόρφωση της μπάντας και την επικείμενη εμφάνισή τους στο Ηρώδειο
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Einstürzende Neubauten - Blixa Βargeld: «Ερχόμαστε από έναν άλλο γαλαξία ποπ μουσικής»
Einstürzende Neubauten - Blixa Βargeld: Λίγο πριν την εμφάνιση του γκρουπ στο Ηρώδειο, ο Blixa Bargeld εξηγεί στην ATHENS VOICE πώς ο αυτοσχεδιασμός, η περιπέτεια και η διαρκής αναζήτηση παραμένουν ο πυρήνας της μπάντας
Οι Einstürzende Neubauten δεν είναι ένα ακόμα συγκρότημα. Ίσως ούτε καν απλώς ένας από τους μεγαλύτερους και πιο επιδραστικούς σημαιοφόρους του θορύβου ως τέχνης. Από το Δυτικό Βερολίνο των αρχών της δεκαετίας του 1980 -όταν ακόμα στην μπάντα υπήρχαν οι γυναικείες παρουσίες των Beate Batrel και Gudrun Gut μέχρι σήμερα που το σχήμα συνεχίζει μετά την πρόσφατη αποχώρηση του Alexander Hacke με τους Blixa Bargeld, N.U. Unruh, Jochen Arbeit, Rudolph Moser, και την προσθήκη της Josefine Lukschy οι Einstürzende Neubauten λειτούργησαν περισσότερο σαν ένας ζωντανός μηχανισμός παραγωγής ήχου, μια διαρκής άσκηση αποδόμησης και ανακατασκευής της ίδιας της μουσικής γλώσσας. Το όνομά τους υπήρξε από μόνο του ένα μανιφέστο: ήχος ως ύλη, θόρυβος ως αρχιτεκτονική, τραγούδι ως ρήγμα μέσα στην κανονικότητα, τέχνη ως πυρίτιδα στα τείχη ενός κόσμου που αλλάζει τελεσίδικα – και όχι προς το καλύτερο.
Σχεδόν πέντε δεκαετίες μετά την ίδρυσή τους, οι Neubauten παραμένουν μια από τις ελάχιστες μπάντες που δεν χρειάζεται να αναμετρηθούν με τον μύθο τους – ίσως επειδή δεν σταμάτησαν ποτέ να τον υπονομεύουν. Το πρόσφατο “Rampen (apm: alien pop music)”, ένας δίσκος που γεννήθηκε μέσα από ζωντανούς αυτοσχεδιασμούς και σκηνικές μεταμορφώσεις, μοιάζει να συνοψίζει ιδανικά αυτή τη διαρκή τους κίνηση: τίποτα δεν μένει ακίνητο, τίποτα δεν ολοκληρώνεται με τον αναμενόμενο τρόπο, όλα μοιάζουν να κατευθύνονται κάπου — ακόμη κι αν ο προορισμός αποκαλύπτεται μόνο τη στιγμή που ο ήχος συμβαίνει.
Στις 18 Ιουνίου, οι Einstürzende Neubauten έρχονται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, έναν χώρο φύσει και θέσει τελετουργικό: μια μπάντα που έχτισε την αισθητική της πάνω στα ερείπια της βιομηχανικής νεωτερικότητας θα βρεθεί κάτω από την Ακρόπολη, σε ένα από τα πιο εμβληματικά αρχαία θέατρα της Ευρώπης. Όχι απαραίτητα για μια «site-specific» performance αλλά μια ακόμα ζωντανή υπενθύμιση ότι ο ήχος μπορεί ακόμη να μετακινεί το σώμα, τη σκέψη και την αντίληψη σε τόπους όπου γεννήθηκαν σκέψεις και αντιλήψεις που ακόμα διαμορφώνουν την ιστορία μας.
Με αφορμή αυτή την εμφάνιση, μιλήσαμε με τον Blixa Bargeld για το Rampen, τον αυτοσχεδιασμό ως μέθοδο και όχι ως χειρονομία, την είσοδο της Josefine Lukschy στη σύνθεση της μπάντας, το χιούμορ που συχνά παραβλέπεται πίσω από τη βαριά βιομηχανική τους μυθολογία, τη γερμανική μουσική του DNA — από τους Can και τους Neu! μέχρι τους Kraftwerk — αλλά και για το τι μπορεί ακόμη να σημαίνει, σήμερα, μια μουσική που δεν θέλει να αλλάξει τη συνείδηση του ακροατή, αλλά να τον στηρίξει σε αυτό που ήδη είναι.
- Όσες φορές κι αν ακούσω το “Rampen” έχω πάντα την ίδια εντύπωση, ότι είναι σαν ένα έργο σε κίνηση. Αλλά, την ίδια στιγμή, αυτή η αστάθεια το κάνει να μοιάζει πολύ ζωντανό, πολύ ρευστό. Φαντάζομαι ότι αυτή η αίσθηση έχει να κάνει με την προέλευση των συνθέσεων, που γεννήθηκαν μέσα από αυτοσχεδιασμούς, από κομμάτια και σκηνικά περάσματα κατά τη διάρκεια των συναυλιών.
Ο αυτοσχεδιασμός επί σκηνής ήταν, στην αρχή των Neubauten, το μόνο που κάναμε. Μόνο αυτοσχεδιάζαμε. Και μετά, βέβαια, όσο μεγάλωνε ο κατάλογος των ηχογραφήσεών μας, παίζαμε τραγούδια. Αλλά ο χώρος για αυτοσχεδιασμό πάνω στη σκηνή ήταν πάντα εκεί. Και δεν ήταν κάποια καλλιτεχνική απόφαση του τύπου «τώρα θα κάνουμε ένα ολόκληρο album από αυτές τις Rampen», όπως τις λέμε στη γλώσσα των Neubauten. Ήταν μια πρακτική απόφαση. Ο Alexander Hacke είπε ότι δεν είχε αρκετό χρόνο, και έπρεπε να βρούμε έναν τρόπο να κάνουμε κάτι που πιθανότατα θα μας εξοικονομούσε χρόνο στο στούντιο.
Έτσι, κοιτάξαμε όλους τους αυτοσχεδιασμούς που είχαμε από την περιοδεία. Από αυτούς διαλέξαμε τους καλύτερους και μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε στο στούντιο. Τους δουλέψαμε μέχρι να καταλήξουμε σε μια ηχογράφηση που να μας ικανοποιεί.
Όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι καινούργια. Το κάνουμε αυτό από τον πρώτο κιόλας δίσκο: να παίρνουμε αυτοσχεδιασμούς, ζωντανές στιγμές από τη σκηνή. Στο “Kollaps” λιγότερο, γιατί δεν υπήρχαν πολλές συναυλίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να αντλήσουμε υλικό. Αλλά από την εποχή του “Halber Mensch”, ας πούμε, υπήρχαν πάντα πράγματα στους δίσκους που προέρχονταν από ζωντανό αυτοσχεδιασμό. Αυτό, φυσικά, κάνει επίσης δυνατό να πας στο στούντιο και να δουλέψεις με την κλασική έννοια: όλοι στο ίδιο δωμάτιο, όλοι να παίζουν μαζί. Γιατί, αν έχεις ήδη παίξει κάτι στη σκηνή όλοι μαζί, τότε μπορείς να πάρεις την ίδια ιδέα και να προσπαθήσεις να την ξαναδουλέψεις στο στούντιο. Άρα ήταν κυρίως μια πρακτική απόφαση.
Στην επερχόμενη εμφάνισή μας στην Αθήνα όμως δεν θα είναι ότι θα παίξουμε ολόκληρο το “Rampen”. Θα παίξουμε ένα πρόγραμμα με πράγματα που έχουμε ηχογραφήσει τα τελευταία 25 χρόνια. Δεν είναι τόσο ότι βγαίνουμε σε περιοδεία και λέμε «θα παίξουμε αυτό το συγκεκριμένο album». Ίσως μια μέρα να το κάνουμε αυτό, αλλά όχι σε αυτή την περιοδεία. Νομίζω ότι οι Έλληνες fans θα το αγαπήσουν. Υπάρχουν πράγματα που θα παίξουμε και που δεν είχαμε καταφέρει ποτέ να παίξουμε ζωντανά. Για παράδειγμα, θα παίξουμε το “Stella Maris”. Τώρα που έχουμε ένα γυναικείο μέλος, τη Josefine Lukschy, η οποία είναι εξαιρετική και μπορεί να τραγουδήσει και να παίξει και τα πάντα, ξαφνικά μπορούμε όντως να το παίξουμε ζωντανά.
«Σχεδόν ποτέ δεν κάνουμε κάτι που απλώς αρχίζει, κυλάει και τελειώνει. Κάτι που θα μπορούσες πιθανώς να πεις, απ’ όσο καταλαβαίνω, για περίπου το 85% των τραγουδιών των Nine Inch Nails» - Blixa Bargeld
- H είσοδος της Josefine Lukschy σηματοδοτεί πράγματι ένα νέο κεφάλαιο για τους Neubauten. Πώς έχει επηρεάσει η παρουσία της τη δυναμική του ήχου του υπόλοιπου σχήματος;
Κάναμε audition. Ακούσαμε τέσσερις διαφορετικούς καλλιτέχνες. Και μετά κάναμε και δεύτερο γύρο, με τους ίδιους τέσσερις. Μετά από αυτό, η μπάντα αποφάσισε ότι εκείνη είναι η κατάλληλη. Πολύ απλά επειδή ο τρόπος που έπαιζε μας έδωσε την αίσθηση ότι έπαιζε μαζί μας εδώ και δεκαετίες. Ήταν απολύτως οργανικό μέσα σε αυτό που κάνουμε. Οπότε είμαστε απίστευτα χαρούμενοι γι’ αυτό.
- Ίσως η παρουσία της, με έναν οργανικό τρόπο, όπως είπατε, φέρνει πίσω και μνήμες από τις πολύ, πολύ πρώτες ημέρες σας.
Ναι. Έχω πει αρκετές φορές ότι τώρα έχω κάνει έναν μισό κύκλο. Είναι πολύ παράξενο. Και, ναι, μου αρέσει πάρα πολύ η παρουσία αυτής της θηλυκής ενέργειας. Υπάρχει εκεί. Είναι υπέροχο. Πραγματικά καλό.
- Επιστρέφοντας στο Rampen, δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω για το Alien Pop Music, τον υπότιτλο που δώσατε σε αυτό το project. Είναι μια φράση που μοιάζει σχεδόν παράδοξη, γιατί η pop μουσική παραδοσιακά συνδέεται με την οικειότητα, ενώ το «alien», το εξωγήινο, αντιστέκεται στην αφομοίωση. Πώς προέκυψε αυτό το παράδοξο;
Κάποιος με ρώτησε σε πρόσφατη συνέντευξη πώς καταφέρνουμε, ενώ είμαστε μπάντα εδώ και 47 χρόνια, να εξακολουθούμε να ακουγόμαστε σαν να ερχόμαστε από το μέλλον. Οπότε αυτό μάλλον έχει να κάνει με το γεγονός ότι είμαστε εξωγήινοι. Και άρα ο γήινος χρόνος δεν ισχύει πραγματικά για εμάς. Ερχόμαστε από έναν διαφορετικό γαλαξία pop μουσικής.
- Στο σημείωμα που συνοδεύει το album αναφέρετε ότι υπάρχει ένα νήμα που το συνδέει με το “White Album” των Beatles. Ισχύει αυτό;
Αυτό ήταν βασικά ένα αστείο που έκανε ο Andrew (σ.σ. N.U. Unruh). Ο Andrew είναι ίσως ο μεγαλύτερος fan των Beatles στο σύμπαν. Μεγάλωσε μέσα στην Beatlemania, γιατί είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές στη Νέα Υόρκη. Έχει όλες τις αυθεντικές αμερικανικές κυκλοφορίες από την αδελφή του. Πραγματικά μεγάλωσε μέσα στην Beatlemania. Και νομίζω ότι επειδή είχα αυτό το κομμάτι, το “Yellow” — υπάρχει κάτι με το κίτρινο μέσα του — αυτό με κάποιον τρόπο πυροδότησε στον Andrew μια σύνδεση με το “White Album”: ότι θα μπορούσαμε να το κάνουμε το “Yellow Album”. Και μετά προσπάθησα να χρησιμοποιήσω κάποιες από τις αρχικές ιδέες για το εξώφυλλο.
Οπότε, ναι, είναι τόσο παράδοξο όσο και το “Alien Pop Music”. Ξέρετε, η μουσική δημοσιογραφία έχει αυτή την τάση να επινοεί συνεχώς είδη με τρεις λέξεις. EDM, IDM, ή οτιδήποτε άλλο μπλα μπλα μπλα. Και σκέφτηκα: εντάξει, ας δημιουργήσουμε κι εμείς ένα νέο genre και ας το ονομάσουμε έτσι – “APM”. Όπως στο “Ende Neu”, όπου είχα γράψει κάτι σαν «no new age advanced ambient motor music machine». Οπότε, ναι, είναι “APM: Alien Pop Musi”. Είναι αστείο.
- Είναι καλό αστείο.
Ναι, έχουμε πολλά αστεία. Πολλοί άνθρωποι νομίζουν ότι είμαστε μια απολύτως σοβαρή industrial μπάντα. Και ναι, είμαστε απολύτως σοβαροί, αλλά κάνουμε πολλά αστεία.
- Στην πραγματικότητα πάντα υπήρχε μια πολύ ιδιαίτερη αίσθηση χιούμορ στο έργο σας. Αλλά ο κόσμος, γενικά, τείνει μερικές φορές να την παραβλέπει, ίσως επειδή οι Neubauten έχουν πολιτισμικά «κανονικοποιηθεί» μέσα από το πρίσμα του πειραματισμού και του industrial ήχου. Το εκλαμβάνετε κι εσείς έτσι;
Ναι, έτσι είναι, το είπα και παραπάνω. Είμαστε πολύ έντονα σημαδεμένοι ως οι «βαρείς Γερμανοί» industrialists. Κοιτάξτε, είμαι απίστευτα χαρούμενος που μπορώ να τραγουδάω όπως τραγουδάω και να μη μοιάζω με τους Rammstein. Οι Rammstein κάνουν το γερμανικό τραγούδι να ακούγεται πραγματικά πολύ άσχημα.
- Είναι ο πειραματισμός για εσάς ένα όχημα ώστε να διαχειριστείτε τη μακροβιότητα της μπάντας με τους δικούς σας όρους και όχι με τους όρους της ευρύτερης αντίληψης του κοινού;
Ελπίζω πως ναι. Νομίζω ότι τα πιο πρόσφατα χρόνια δεν μας αντιμετωπίζουν πια ως μπάντα που ανήκει σε ένα συγκεκριμένο genre. Τώρα είμαστε το «proto-οτιδήποτε». Νομίζω ότι γίνεται όλο και πιο κοινό να λένε ότι είμαστε μοναδικοί. Ότι δεν είμαστε απλώς industrial ή οτιδήποτε άλλο μας έλεγαν παλιότερα, συγκρίνοντας μας με το ένα και το άλλο. Δεν κάνουν πια αυτές τις συγκρίσεις. Είναι μάλλον το αντίθετο: καμιά φορά ακούς κάποιον να λέει ότι κάποιος τραγουδάει λίγο σαν τον Blixa ή ακούγεται λίγο σαν τους Neubauten.
Ακόμα πιστεύω, πάντως, ότι σχεδόν κανείς δεν θα έλεγε ποτέ πως κάποιος γράφει σαν εμένα. Είναι πολύ δύσκολο να το δοκιμάσει κανείς αυτό στο σπίτι.
- Ένα άλλο στοιχείο που μοιάζει να έχει παραμείνει σταθερό σε όλη τη δουλειά σας είναι αυτή η σωματική αίσθηση του ήχου. Η αίσθηση ότι ο ήχος καταλαμβάνει κάτι στον χώρο. Πώς προκύπτει αυτή η σύνδεση του ήχου με τον χώρο και το σώμα;
Χθες ακούγαμε ραδιόφωνο και ακούστηκε κάτι, και η γυναίκα μου είπε: «Εντάξει, αυτό ακούγεται λίγο σαν Neubauten, μόνο που δεν πηγαίνει πουθενά». Και αυτό είναι αλήθεια. Τα κομμάτια των Neubauten μοιάζουν όλα να πηγαίνουν κάπου. Ξεκινούν από κάπου και αναπτύσσονται. Και μερικές φορές αυτές οι αλλαγές, οι καμπύλες και οι γωνίες είναι επίσης απρόσμενες. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν κάνουμε κάτι που απλώς αρχίζει, κυλάει και τελειώνει. Κάτι που θα μπορούσες πιθανώς να πεις, απ’ όσο καταλαβαίνω, για περίπου το 85% των τραγουδιών των Nine Inch Nails.
- Κατά τη διάρκεια sessions όπως αυτές από τις οποίες προέκυψαν οι “in motion” συνθέσεις του “Rampen” εξακολουθούσατε να εκπλήσσετε τους ίδιους σας τους εαυτούς αυτοσχεδιάζοντας;
Πολύ, πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Ειδικά στις στιγμές που αυτοσχεδιάζουμε στη σκηνή. Ξέρετε, μερικές φορές υπάρχουν ελάχιστες υποδείξεις, όπως ότι θα ξεκινήσει ο Jochen (σ.σ. Jochen Arbeit) ή κάτι τέτοιο. Αλλά όλα τα υπόλοιπα είναι μια συνεχής έκπληξη.
Δεν ξέρεις τι θα συμβεί και τι θα κάνει ο καθένας. Και στον αυτοσχεδιασμό μπορεί να πεις: «Όχι, αυτό δεν ήταν». Αλλά δεν θα μας ξαναπαρουσιαστεί ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
- Υπάρχει και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο χειρίζεστε τη γλώσσα - στο “Rampen”, για παράδειγμα στο “The Pit of Language” η γλώσσα μοιάζει περισσότερο με ακατέργαστο υλικό.
Υπάρχει ένα πολύ σαφές σημείο στη μουσική μας ιστορία όπου ξεκίνησε όλη αυτή η πολυγλωσσία. Δουλεύαμε για μια καναδική χορευτική ομάδα που λεγόταν La La La Human Steps. Και μας είπαν: «Παρακαλώ, μην τα γράψετε όλα στα γερμανικά». Κι εγώ είπα: «Εντάξει, τότε θα γράψω σε διάφορες γλώσσες». Έτσι άρχισα να γράφω στα αγγλικά, στα γαλλικά και σε ό,τι άλλο προέκυπτε. Το έκανα για εκείνο το συγκεκριμένο project. Και για εκείνον τον δίσκο, το “Tabula Rasa”, το έκανα μάλιστα κανόνα για τον εαυτό μου: να υπάρχει πάνω από μία γλώσσα σε κάθε κομμάτι.
Και ναι, το παιχνίδι με τη γλώσσα ως υλικό ξεκινάει κάπως από εκείνη την περίοδο. Έπειτα, φυσικά, έχουν να κάνουν πολύ με αυτό και οι solo performances μου, όπου κάνω μόνο φωνητικά.
Νομίζω ότι το “The Pit of Language”, πριν γίνει τραγούδι των Neubauten, ήταν κάτι που έκανα solo στη σκηνή. Στο YouTube υπάρχει νομίζω μια παλιότερη ηχογράφηση από τη Βιέννη, όπου ήμουν μόνος στη σκηνή και ερμήνευα το “The Pit of Language”.
- Ένα άλλο κομμάτι που ξεχωρίζω στο “Rampen” είναι το “Ist Ist” , που ίσως λόγω της επαναληπτικότητάς του, θυμίζει έντονα πολλά κύματα της σύγχρονης γερμανικής μουσικής κουλτούρας, που εκτείνονται ίσως μέχρι και την ηλεκτρονική μουσικη. Tι σας γοητεύει καλλιτεχνικά στην επανάληψη και πώς τη δαμάζετε;
Γεννήθηκα το 1959, πράγμα που σημαίνει ότι μεγάλωσα πραγματικά με το μίσος για το krautrock. Η μουσική κοινωνικοποίηση εξελίσσεται γρήγορα, από τον κανονικό rock κανόνα των Beatles, των Rolling Stones, των Doors, των Velvet Underground, Pink Floyd, περνάει κατευθείαν στους Can, τους Kraftwerk, τους Neu!. Θυμάμαι πολύ καθαρά την εποχή που οι Can — μιλάμε για την περίοδο του “Ege Bamyasi” — έκαναν την πρώτη τους περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία. Ακόμα και ο γερμανικός μουσικός Τύπος έγραφε γι’ αυτό. Και το κλισέ γύρω από τους Can ήταν η μονοτονία. Στο άρθρο μιλούσαν δέκα φορές για μονοτονία: ότι είναι τόσο μονότονοι, ότι είναι τόσο επαναληπτικοί, όπως είπατε.
«Είμαι απίστευτα χαρούμενος που μπορώ να τραγουδάω όπως τραγουδάω και να μη μοιάζω με τους Rammstein. Οι Rammstein κάνουν το γερμανικό τραγούδι να ακούγεται πραγματικά πολύ άσχημα» - Blixa Bargeld
Και θα μπορούσατε να πείτε το ίδιο για τους Neu!, ακόμη περισσότερο, γιατί το στατικό drumming του Klaus Dinger ήταν πολύ πιο στατικό από του Jaki Liebezeit, ο οποίος ήταν περισσότερο ένας κυκλικός drummer — ένας φανταστικός drummer. Άρα αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, στο μουσικό μου DNA. Με αυτό μεγάλωσα. Αυτά ήταν τα αγαπημένα μου πράγματα να ακούω: πραγματικά οι Can, οι Kraftwerk εκείνη την περίοδο. Άκουγα πολύ Kraftwerk μέχρι και το “Die Mensch-Maschine”. Μετά έχασα το ενδιαφέρον μου – το “Computer World” δεν το ένιωθα πια τόσο δικό μου.
Αλλά οι Neu!, οι Kraftwerk και οι Can εκείνης της περιόδου ήταν ουσιαστικά η μουσική μου ανατροφή. Και αν προέρχεται από εκεί, τότε αποδέχομαι αυτή τη λεγόμενη μονοτονία — η οποία δεν είναι πραγματικά μονοτονία. Αλλά για να το κάνεις αυτό στη σκηνή και να το κάνεις καλά, πρέπει επίσης να αναπτύξεις τηλεπάθεια. Δεν γίνεται αλλιώς. Αν δεν υπάρχει τηλεπαθητική επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη μιας μπάντας, τότε αυτό το πράγμα όντως γίνεται μονοτονία.
- Πολύς κόσμος εδώ στην Ελλάδα, και πολλοί καλλιτέχνες έχουν επηρεαστεί και εξακολουθούν να επηρεάζονται πολύ από όλον αυτόν τον ήχο του μουσικού σας DNA και ειδικά από τους Einstürzende Neubauten. Ειδικά το “Halber Mensch” νομίζω ότι είναι αγαπημένο για πολλούς εδώ στην Ελλάδα. Πώς αντιλαμβάνεστε τον διάλογο ενός τέτοιου έργου με το κοινό του σήμερα;
Μόλις έκανα ένα θεατρικό έργο στη Δανία — όχι ακριβώς θεατρικό έργο, περισσότερο μια όπερα, ένα είδος μουσικού θεάτρου. Ήμουν εγώ που τραγουδούσα και υπήρχε μια γυναικεία χορωδία. Η γυναικεία χορωδία έκανε μια εκδοχή του “Halber Mensch”. Τραγούδησαν το “Halber Mensch”. Και ήμουν περήφανος. Πρώτον, ήταν μια πολύ καλή εκδοχή. Και δεύτερον, σκέφτηκα: «Γαμώτο, Blixa, ήσουν 25 χρονών όταν το έγραψες αυτό. Έγραψες ένα κομμάτι όταν ήσουν 25 χρονών» Τώρα είμαι 67. Και εξακολουθεί να είναι σχετικό. Εξακολουθεί να ακούγεται σαν καλή ιδέα. Είναι ακόμα μια σπουδαία σύνθεση. Είναι ένα σπουδαίο στιχουργικό κομμάτι.
Οπότε είμαι απίστευτα περήφανος γι’ αυτό. Απίστευτα περήφανος. Δεν γράφω επειδή θέλω να αλλάξω τη συνείδηση των ανθρώπων. Γράφω, πρώτα απ’ όλα, για τη δική μου ικανοποίηση. Αλλά είμαι περήφανος κάθε φορά που βλέπω ότι κάτι που έχω γράψει πραγματικά φτάνει κάπου, ότι σημαίνει κάτι για άλλους ανθρώπους. Αυτό με κάνει χαρούμενο.
- Υπάρχουν πολλοί νέοι ακροατές, παιδιά 20 χρονών, που ίσως συναντούν τώρα, ή μέσα από τις συναυλίες σας, τη μουσική σας για πρώτη φορά. Τι ελπίζετε να πάρουν αυτοί οι νέοι ακροατές από τον συνολικό κόσμο των Neubauten;
Το ίδιο πράγμα που μόλις είπα. Να αποκτήσει πραγματικά ένα νόημα στη ζωή τους. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, να τους στηρίξει σε αυτό που είναι. Όχι να αλλάξει τη γνώμη ή τη σκέψη κάποιου, αλλά να στηρίξει αυτό που ήδη είναι, ειδικά εκεί όπου μπορεί να αμφιβάλλει.
Δειτε περισσοτερα
Ετοιμάζει νέο άλμπουμ, που θα ακουστεί πολύ, επιστρέφει για ένα διαφορετικό live στο Release Athens 2026 και μιλάει για όσα τον σημάδεψαν και όσα ο χρόνος έφερε
Ο γνωστός σεφ και ο τετράχρονος γιος του φτιάχνουν κέικ και κλέβουν καρδιές
Ένα φιλόδοξο εγχείρημα που διδάσκει στην πράξη διαχείριση απορριμμάτων, ανακύκλωση και κυκλική οικονομία στα νησιά
«100 χρόνια μπροστά», από ένα παιδί της «Αλλαγής». Ο ηθοποιός και σεναριογράφος μιλάει στην ATHENS VOICE με αφορμή τη νέα ταινία
Με αφορμή τα 1000 τεύχη της Athens Voice, καταγράφουμε όλα όσα κάνουν αυτή την πόλη δική μας.