Μουσικη

Νίκος Παπάζογλου: Ο ανατρεπτικός τροβαδούρος με το κόκκινο μαντήλι

Ο σπουδαίος Έλληνας τραγουδοποιός έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 17 Απριλίου 2011

Άγγελος Σφακιανάκης
12’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Νίκος Παπάζογλου: Η ζωή και το έργο του αγαπημένου τραγουδοποιού, οι σπουδαίες συνεργασίες και τα τραγούδια που έγραψαν ιστορία στο ελληνικό πεντάγραμμο

Ο Νίκος Παπάζογλου γεννήθηκε παιδί προσφύγων από την Νικομήδεια Βυθηνίας. «Η μάνα μου έζησε 2 πολέμους και 2 προσφυγιές». Αυτό τονίζει στις συνεντεύξεις του*. Η προσφυγιά της οικογένειας κρατάει από το 1923 που ήρθαν οι παππούδες του από το Αϊβαλί, με την ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών. Τη Μικρά Ασία την λένε πατρίδα. Ο Νίκος είναι το νεότερο μέλος εξαμελούς οικογενείας. Δύο κορίτσια δύο αγόρια. Θα εγκατασταθούν στα Λεμονάδικα. Επισκόπου Αμβροσίου 6. Από τη μητέρα του θα πάρει τα πρώτα μαθήματα ζωής. «Δεν υπάρχει χειρότερο από την στενοχώρια. Όλα στη ζωή παλεύονται. Μονάχα η στεναχώρια δεν παλεύεται». Στην πρώτη ευκαιρία θα της αφιερώσει τραγούδι.

Ο πατέρας του, λέει ο Νίκος Παπάζογλου, ήταν ήρωας του ελληνοϊταλικού πολέμου. Θα επιστρέψει από τον πόλεμο με κρυοπαγήματα τρίτου βαθμού, αλλά ποτέ δεν θα τα εξαργυρώσει. Για τον Νίκο είναι ένα ζωντανό μάθημα αυτοθυσίας. Εκεί στα Λεμονάδικα, τον μικρό Νίκο θα τον εντυπωσιάσουν τα λουστράκια που κάνουν ταχυδακτυλουργικά κόλπα και φιγούρες με τις βούρτσες, για να προσελκύσουνε πελάτες. Όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, έλεγε με προσδοκία «λούστρος». Αργότερα θα μάθει στην πράξη την λέξη «επιδέξιος». Ακολουθεί τα λεωφορεία με ένα τσέρκι μέχρι το τέρμα και θα χαθεί πολλές φορές. Η πόλη είναι άκακη. Τον βάζουν στο λεωφορείο της γραμμής και τον στέλνουν πίσω. Μεγαλώνει σε μαχαλά. Στις γειτονιές που οι μανάδες νοιάζονται για όλα τα παιδιά σαν να είναι δικά τους. Επικρατεί της φτώχειας το καλό. Θα μετακομίσουν στην Άνω Πόλη, στο Κουλέ καφέ. Κασσάνδρου 112. Εκεί παρακάτω θα φτιάξει ο πατέρας το κρεοπωλείο του. Ο Νίκος θα μάθει να ακονίζει τα μαχαίρια. Θα πάει στο 57ο Δημοτικό Σχολείο. Θα βρει την ιδανική δασκάλα, την κυρία Αμαλία και θα την ερωτευθεί. Θα γίνει φιλομαθής από έρωτα. Πάντα τον πατέρα του, θα τον λέει «ο μπαμπάς». Είναι ένας στοργικός πατέρας. Θα τον βάλει σε πολλές δουλειές για να μην αλητεύει. Θα μάθει την τέχνη με όποιον μάστορα κι αν κάτσει. Μαραγκός, σιδηρουργός, ηλεκτρολόγος, πολυτεχνίτης. Η προσφυγική του καταγωγή θα του εντείνει το πείσμα να αναπτύξει τα χαρίσματά του. Πολυμήχανος και χρυσοχέρης. Είναι άξιος και ερευνητικός. Μεγαλώνει σε μια χαρούμενη οικογένεια και στα τραπεζώματα το γλεντάνε με τραγούδι και χορό. Δεν τους ακουμπά η μιζέρια. Έχουν ελπίδα. Αργότερα η χαρά τους θα γίνει ενόργανη. Ένα ξεχασμένο μπουζούκι από κάποιο γλέντι, θα το φυλάξει η μάνα του. Η μοίρα κάποιες φορές χαρίζει. Θα το σκαλίσει πρώτος ο αδερφός του ο Ζαφείρης. Η μουσική θα τον συνοδεύσει από τα οικογενειακά γλέντια ως τα μαθητικά συγκροτήματα.

Ο Νίκος Παπάζογλου, στη φωτογραφία της ταυτότητάς του

Το πρώτο του πάλκο. Η έπαλξη στα κάστρα. Ανεβαίνει, ρεμβάζει και τραγουδάει μόνος. Αισθάνεται στην άκρη του κόσμου. Δεν τον ακούει η Θεσσαλονίκη. Είναι νωρίς. Είναι οι εποχές του ψυχρού πολέμου. Η πόλη είναι γεμάτη παρακρατικές ομάδες και παραθρησκευτικές οργανώσεις. Η αυταρχική συμπεριφορά των κρατικών λειτουργών τιμωρεί τα ζωηρά παιδιά. Θα βρει παρηγοριά στην διαμαρτυρία του Μπομπ Ντίλαν και τον λυρισμό των Beatles. Θα μπει σε συγκροτήματα με ποπ χορευτική διάθεση. Είναι αερικό και λύκος μοναχικός. Δεν στεριώνει πουθενά. Τρέχει και τον πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό «Πουσπούλ» που ήταν και το παρατσούκλι του. Θα πάρει το βάπτισμα των προβών με τους «Golden Boys» (Δάνας, Καντζός, Αντωνόπουλος). Με τους Ronnie & Those (Δάνας, Λασκαράκης, Πεντζίκης, Κυρ. Παπάζογλου, Αγγελίδης) θα παίξει σε Ξάνθη, Καβάλα και Θάσο. Στους Hitchhikers (Γκαντζός, Αντωνόπουλος). Τα αγγλικά του είναι άψογα. Παίζει σε beach party και σε μουσικά πρωϊνά. Θα πάει στους Monks (Σαρ.Κασσάρας, Χρ. Κήλιας, Σακ. Δερμάνης, Β.Παπαβασιλείου, Κ.Βλασιάδης). Τους παρατάει το 1967 για να αντικαταστήσει τον Πασχάλη Αρβανιτίδη στους Olympians, αλλά υπό τον όρο ότι θα τραγουδάει μόνο αγγλικό ρεπερτόριο. Το ελληνικό το αναλαμβάνει ο Βασίλης Παπαβασιλείου που θα αυτομολήσει και αυτός. Είναι η ροκ περίοδος των Olympians. Με γραβάτες και ομοιόμορφα κουστούμια.

Θα συμπράξει έκτακτα με τους Fratelli στο Pussycat το 1969 και με τους MGC του Πουλικάκου, στον «Λεωνίδα» στην Αθήνα. Η super μπάντα που συνεργάστηκε και τα σπάνε, ήταν οι Blow Up. Δεκαμελής με πνευστά και διευρυμένο ρεπερτόριο. Σόουλ, R&B, ροκ. Κάνει επιτυχία με το Hey Joe, του Χέντριξ. Θα βαθύνει το ρεπερτόριό του. Θα ενταχθεί στους Μακεδονομάχους. Είναι στην Σαλονίκη ο sui generis κιθαρίστας Terry Παπαντίνας από την Νέα Υόρκη. Θα λανσάρουν οριακές καταστάσεις. Θα τους διαλύσει η ασφάλεια της χούντας.

Με το συγκρότημα των «Μακεδονομάχων»

Και στον στρατό, στην Αεροπορία, στη Λάρισα θα εμπλακεί με τα μουσικά της μονάδας. Μόλις απολυθεί το καλοκαίρι του 1971 θα πάει στην Θάσο και θα βρει τον φίλο του τον Αντώνη Βαρσαμούδη με τους Uptight, σε ένα χειροποίητο μαγαζί, την «Αρκούδα». Οι Uptight θα γίνουν Pendulum και ο Νίκος μετά από ένα μήνα θα φύγει.

Σύντροφος και στήριγμά του είναι η Barbara Williams. Η τελευταία του δημιουργική απόπειρα με τα συγκροτήματα είναι ο «Ζηλωτής- Zeaalot». Κυκλοφορεί η πρόγνωση ότι οι Aphrodite's Child θα διαλυθούν. Αναζητείται το διάδοχο ελληνικό συγκρότημα. Τους καλεί στο Άαχεν ο ντράμερ Ρούλης Πυρίλης, γιατί έχει βρει χρηματοδότες στη Γερμανία. Θα γράψουν τα δικά τους αγγλόφωνα τραγούδια. Θα βρεθούνε στο Άαχεν για να τα ηχογραφήσουν. Θα κάνουν οκτώ μήνες πρόβες σε ένα βομβαρδισμένο εργοστάσιο που έχει διαμορφωθεί σε στούντιο loft. Οκτάωρες πρόβες. Θα τα γράψουν στο Μιλάνο στο στούντιο του Νίκου Παπαθανασίου, αδελφού του Βαγγέλη, που θα γίνει ο παραγωγός τους. Δεν θα κυκλοφορήσουν ποτέ. Η πολιτική θα τους χωρίσει. Το τραγούδι «Χτες βράδυ» που συμπεριλαμβάνετε στο Χαράτσι, είναι από εκείνη την φουρνιά.

Πίσω στην Θεσσαλονίκη να παίζει χορευτική μουσική. Αλλάζει όμως η σκηνή και από τα πάλκα κατεβαίνουν τα γκρουπ και ανεβαίνουν οι DJ. Περιορίζονται οι δουλειές. Θα τον προσκαλέσει ο Πασχάλης στο σχήμα του με την Μαρίνα και την Τζελσομίνα, στη Φαντασία στην Κεφαλληνίας. Θα τους κλείσουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Θα βρεθεί στην Αμερική κι εκεί σε κύκλους της ομογένειας, θα του ζητηθεί να πει ένα παραδοσιακό τραγούδι. Όσο και να προσπαθήσει να ανακαλέσει τα οικογενειακά γλέντια, δεν θα τα καταφέρει. Το γεγονός θα τον ταράξει υπαρξιακά. Όταν γυρίσει θα αγοράσει ένα μπαγλαμαδάκι και δεν θα το αποχωριστεί. Το 1975 θα τον πάρει ο Σαράντης Κασσάρας ηχολήπτη στην περιοδεία της Μαρίας Φαραντούρη.

Με τον Διονύση Σαββόπουλο στη Σκύρο, το καλοκαίρι του 1975. Φωτογραφία της Barbara Williams

Θα κλειστεί στον εαυτό του. Θα τον τραβήξει από το πηγάδι ο Διονύσης Σαββόπουλος που τον έχει συστήσει και στην στενή του γυμνασιακή παρέα. Θα τον καλέσει στην Αθήνα να συμμετάσχει στην παράσταση «10 χρόνια κομμάτια – Αχαρνής, ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια».

Εκεί θα γνωρίσει την ανήσυχη παρέα της χορωδίας. Ζιώγαλας, Κατσιμίχας Π. Λιούγκος, Μπουλάς, Ξύδης, Ρασούλης, Τανάγρη.

«Η εργασία αυτή γέννησε πολλά πράγματα. Πρώτα απ' όλα με ενθάρρυνε να συνεχίσω το τραγούδι γιατί ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω. Είχε καταρρεύσει πια το παλιό σκηνικό και οι ορχήστρες με τις οποίες δούλευα αντικαταστάθηκαν από τα πικ απ. Eίχε αρχίσει ταυτοχρόνως και η άνοδος της ντίσκο και εγώ με τις ορχήστρες που είχα δεν μπορούσαμε να σταθούμε πουθενά. Η συνεργασία μου με τον Διονύση με ενθάρρυνε να συνεχίσω και να μην ντρέπομαι να δείξω τα τραγούδια μου. Δεν ενθαρρύνθηκα μόνο εγώ, αλλά και οι αδελφοί Κατσιμίχα, ο Νίκος Ζιώγαλας, ο Ρασούλης και αρκετοί άλλοι. Οι πιο πολλοί προερχόμασταν από τα συντρίμμια των συγκροτημάτων. Ήμασταν σαν να λέμε "άστεγοι". Ο Διονύσης υπήρξε εμψυχωτής μας σε μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο».

Η παρέα αυτή περνάει έναν ολόκληρο χρόνο μαζί. Τα βράδια μετά τις συναυλίες μαζεύονται κάπου, τρώνε, πίνουν, παίρνουν τα όργανα και τραγουδούν. Τραγούδια που δεν είχανε καμία σχέση με το κλίμα της εποχής. Κυρίως παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα.

Μέσα σε αυτήν την ελπιδοφόρα περίοδο θα προκύψουν από τους Μανώλη Ρασούλη και Νίκο Ξυδάκη τα τραγούδια της ενότητας που ο Διονύσης Σαββόπουλος θα βαφτίσει «Η εκδίκηση της γυφτιάς». Ο Παπάζογλου θα τα ηχογραφήσει με πατέντες και ευρεσιτεχνίες σε ένα τετρακάναλο, έναν ηχητικό όγκο 10-12 οργάνων και 3-4 φωνών. Θα τραγουδήσει με μια εφηβική διάθεση, δρόμους λαϊκούς και στίχους πρωτόγνωρους. Θα συμβάλλει και με μουσικές σε δύο τραγούδια. Ο δίσκος στην αρχή δεν θα τύχει καλής υποδοχής από τον τύπο. Θα αποκλειστεί από την κρατική ραδιοφωνία ως «εθνικά απαράδεκτος».

Από την παρουσίαση του άλμπουμ «Η εκδίκηση της γυφτιάς». Διακρίνονται οι Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Ξυδάκης, Διονύσης Σαββόπουλος και Νίκος Παπάζογλου

Στην παρουσίαση του δίσκου ο δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη θα επιτεθεί λεκτικά στον Σαββόπουλο**. Η ανήσυχη νεολαία όμως θα τον ανακαλύψει και θα τον διασπείρει με κασέτες από γλέντι σε γλέντι. Ο δίσκος θα γίνει ιστορικός για την ελευθεριότητα και την χάρη του. Θα ακολουθήσει και δεύτερος δίσκος από του ίδιους δημιουργούς, χωρίς παραγωγό και η επιτυχία συνεχίζεται.

Σε συναλία του Φοιτητικού Ομίλου Θεάτρου και Κινηματογράφου. Διακρίνονται οι Μιχάλης Σιγανίδης Κώστας Βόμβολος Γιώργος Παπαθωμάς, Κώστας Παππάς και Γιώργος Σιδερής. Από το αρχείο του Κώστα Παππά

Ο Παπάζογλου θα πάρει αναγνώριση και δυνάμεις από μια περιπετειώδη συναυλία που έγινε στο κατάμεστο αμφιθέατρο της Νομικής του Αριστοτελείου. Όλοι γνώριζαν τα τραγούδια, εκτός του ότι τα χόρευαν τα τραγουδούσαν κιόλας. «Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Με αναστάτωσε». Θα επαναπροσδιοριστεί.

Από χορό της Αρχιτεκτονικής Σχολής. Διακρίνονται οι Μιχάλης Σιγανίδης, Κώστας Βόμβολος, Χρήστος Δεσποινιάδης, Γιώργος Σιδερής. Από το αρχείου του Χρήστου Δεσποινιάδη

Θα καλέσει τον Γιώργο Σιδερή από την Αθήνα και θα φτιάξει μια μικρή ορχήστρα. Θα τα παίζει δεξιά κι αριστερά. Την πρωταπριλιά του 1983, ο Σαββόπουλος θα δώσει μια μεγάλη συναυλία στο Παλαί Ντε Σπορ για το 114. Μαζί του θα παίξει η Οπισθοδρομική Κομπανία. Εκεί θα είναι και ο Παπάζογλου να μαθαίνει από τον βετεράνο ηχολήπτη Γιάννη Σμυρναίο πώς αντιμετωπίζει τις τεράστιες ηχητικές δυσκολίες του χώρου. Το βράδυ στο παραδοσιακό τραπέζωμα μετά την συναυλία, θα μας κάνει ένα δώρο. Θα τραγουδήσει a capella με μοναδική συγκινησιακή πληρότητα το «Θα σπάσω κούπες». Το τραγούδι που θα μπει στον δίσκο της Ελευθερίας. Ανοίγουν και οι δουλειές στο στούντιο που έχει νονό τον Σαββόπουλο. Στούντιο Αγροτικόν.

Ο Νίκος Παπάζογλου προετοιμάζεται να κάνει την μεγάλη έξοδο. Στην προετοιμασία είναι αεικίνητος. Ηχογραφεί, προτείνει και φτιάχνει την πανοπλία του. Θα κυκλοφορήσουν οι Χειμερινοί Κολυμβητές από το Αγροτικόν που θα μετακομίσει και θα αναβαθμίσει τον εξοπλισμό του. Sound Workshop, 32άρα κονσόλα, 24άρι πολυκάναλο, Otari mtr-90 και Otari mtr-10 για master. Ο μύθος λέει ότι η κονσόλα ήταν του Jim Capaldi, ντράμερ των Traffic. Θα ηχογραφήσει τους Χειμερινούς Κολυμβητές και την Μπάντα της Φλώρινας. Θα κάνει μια συμμετοχή στις συναυλίες που διοργανώνει το περιοδικό «Ντέφι» στον Λυκαβηττό, δοκιμάζοντας τις δυνάμεις του. Λανσάρει το λουκ, φόρμα εργασίας και το κόκκινο μαντηλάκι του μάστορα. Η συναυλία θα μαγνητοσκοπηθεί και όσοι δεν τον είχαν ερωτευθεί θα τον ερωτευτούν. Ο Μανώλης Ρασούλης θα τον καλέσει στον δίσκο που κάνει με τον Νικολόπουλο «Όλοι δικοί μας είμαστε». Θα μαζέψει τους παλιούς του συνοδοιπόρους και συμπαίκτες και παίζοντας και ηχογραφώντας θα υποστηρίξει την κοινή τους πορεία. Δεν έχουν μια εγκύκλια εκπαίδευση. Είναι αυτοδίδακτοι. Ό,τι έμαθε ο ένας από τον άλλον. Μια πληροφορία μεικτή που το βίωμα της θα την κάνει γνώση. «Η μουσική μας παιδεία είναι ένας κυκεώνας. Η αγάπη είναι πράγμα πιο δυνατό από τη διαφορά». 

Θα φτιάξει μια μπάντα που παίζει με φοβερά γκάζια. Είναι η εκδίκηση των Βορείων. Είναι η «Ταχεία Θεσσαλονίκης». Στην πρώτη της μορφή είναι οι Πεντζίκης, Αραμπατζής, Βαρσαμούδης, Κήλιας, Λιόλιος, Γκέτης και Κολοβός.

Σε συναυλία στο Θέατρο Λυκαβηττού. Από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Παπάζογλου

Την νεανική δυναμική των δίσκων «Εκδίκηση της Γυφτιάς» και «Τα Δήθεν» θα τη συνεχίσει μόνος του. Θα εναρμονίσει το ροκ παρελθόν του με τη νέα ελληνικότητα. Το 1983, ο Πάνος Ηλιόπουλος από τη Νέα Γενιά τους καλεί σε Φεστιβάλ στα Γιάννενα. Θα εμφανιστεί με την Ταχεία Θεσσαλονίκης, φορώντας το μαντήλι του. Από το soundcheck όλοι κατάλαβαν τι θα επακολουθήσει. Μέσα από ένα από τα πιο δυναμικά live, θα εξελιχθεί και θα ξεσηκωθεί η αληθινή νέα γενιά. Δεν είναι μόνο ο Παπάζογλου. Είναι όλοι μαζί μια διονυσιακή έκρηξη. Θα επανέλθει η Νέα Γενιά και θα τον καλέσει να παίξει στο Άκτιο. Εκεί θα παίξει χωρίς μπάντα. Μουσικό ρεφενέ με εκλεκτούς συναδέλφους. Τζαμάρει με Σιδηρόπουλο, Δεληγιαννίδη, Τσάκαλο, Καπηλίδη. Θα φάει ένα μπουκάλι στο κεφάλι από έναν θερμοκέφαλο. Θα σκουπίσει τα αίματα και θα συνεχίσει χωρίς να χάσει το κέφι του.

Το 1985 θα συμπράξει με τη Γλυκερία στον Λυκαβηττό. Η συναυλία θα ηχογραφηθεί. Με την Ταχεία και με φίλους θα ηχογραφήσει το «Χαράτσι». Τον πρώτο του προσωπικό δίσκο. Θα τον τροφοδοτήσουν με δύο ολόφρεσκα τραγούδια, το νέο δημιουργικό δίδυμο Μανώλης Ρασούλης-Βάσω Αλλαγιάννη, τραγούδια που θα τα απογειώσει ενορχηστρωτικά. Ο προφητικός «Υδροχόος» και το συρτό των αντιθέσεων. «Λεμόνι στην πορτοκαλιά». Εκείνος θα γράψει ένα από τα πιο σπουδαία ερωτικά τραγούδια. Τον «Αύγουστο». Η «μπήτλικη» έκπληξη του κουαρτέτου εγχόρδων είναι ιδέα του Νίκου, γραμμένη από τον Γιάννη Τσαμπάζη.

Το εξώφυλλο που είναι ζωγραφική παραγγελία στην Ρωξάνη Chase θα εξάψει την φαντασία πολλών για τον εξωτικό «αγρότη» τραγουδιστή από τη Θεσσαλονίκη. Έχει γίνει ο τροβαδούρος της νεολαίας. Θα γίνει ο φορέας μιας αντισυμβατικής και αντικαταναλωτικής ζωής. Θα στηρίξει την εντοπιότητα και τις μικρές κοινότητες. Θα αποφύγει τα νυχτερινά κέντρα και την αγοραία δημοσιότητα. Αποκλείει να φωτογραφηθεί για εξώφυλλο περιοδικού. Προτιμά να καλλιεργεί το αμπελάκι και να πίνει το κρασί του με τους φίλους του. Θα υποστηρίξει ένα δίκτυο αλληλεπίδρασης με μικρούς συλλόγους. Θα παίξει σε απάτητα μουσικά νησιά. Στην Κάρπαθο, στην Αστυπάλαια, στο Αγαθονήσι, στη Νίσυρο. Θα ζωντανέψει αραχνιασμένα κάστρα με τις μουσικές του.

Ο Νίκος Παπάζογλου με την κόρη του Αδελαΐδα. Φωτογραφία από το προσωπικό του αρχείο

Θα του βγει το παρατσούκλι «Παπάζογλου ο Πορθητής». Έχει ένα βανάκι Volkswagen με τον απαραίτητο εξοπλισμό και αλώνει τα καλοκαίρια την Ελλάδα. Αλλού θα κάνουν «ψυχικό», αλλού θα πληρωθούν. Στη δισκογραφία θα αρνηθεί πλούσιες πολυεθνικές προτάσεις. Θα επιμείνει στη Lyra γιατί είναι μια ελληνική «οικοτεχνία». Το 1986 θα κυκλοφορήσει το «Μέσω νεφών» με ένα εξώφυλλο, ζωγραφικό κολάζ από την Noni Lichtvelt, που αποκαλύπτει και το νέο του χόμπι. Την αεροπλοΐα. Θα επανεκτελέσει τη «Ρωγμή του χρόνου». Το πρώτο τραγούδι που έγραψαν ο Ξυδάκης με τον Ρασούλη. Θα το αναγεννήσει ενορχηστρωτικά με τη ροκ του ματιά. Θα συνεχιστεί η συνεργασία του με τον Ρασούλη με το «Ένα κι ένα», που μελοποιεί ο ίδιος. Αλλά και στον δίσκο που θα κυκλοφορήσει μια εβδομάδα αργότερα. «Πότε Βούδας Πότε Κούδας». Εκεί μελοποιεί ο Πέτρος Βαγιόπουλος. Τραγούδι αφιερωμένο στον Osho, τον δάσκαλο του Ρασούλη.

Την επομένη της καταπληκτικής συναυλίας του, στο σχολείο της Γλώσσας Σκοπέλου, ακούγεται μια αναστάτωση. Ένα αγροτικό πλανόδιου πωλητή ακινητοποιείται και έχει φρακάρει τον κεντρικό δρόμο του χωριού. Μποτιλιάρισμα χωριάτικο. Ο Νίκος είναι με τα παιδιά του συλλόγου για να ρυθμιστεί η αμοιβή του. Μόλις το μαθαίνει αφήνει τα διαδικαστικά στη μέση και τρέχει στο συμβάν. Θα βουτήξει από κάτω και θα ζητήσει εργαλεία. Γίνεται μουτζούρης. Οι Γλωσσιώτες δεν το πιστεύουν. Ο χθεσινός τραγουδιστής, μεσημεριανός μηχανικός. Σε λίγο θα ξεμπλοκάρει το κιβώτιο ταχυτήτων και το αγροτικό θα κινηθεί. Είναι ένας Μικρός Ήρωας.

Το 1989 με αφορμή μια κασέτα που με εντυπωσιάζει, γνωρίζω τον Σωκράτη Μάλαμα και τον κατεβάζω στην Αθήνα, ώστε να υπογράψει στη Lyra και να βρούμε στούντιο για ηχογράφηση. Επιστρέφοντας από μία αποτυχημένη επιλογή στούντιο στα γραφεία της Lyra, να ο Παπάζογλου.
«Τι κάνετε ρε σεις, Τι γυρεύεις εσύ εδώ;», λέει στον Μάλαμα. «Να ο Άγγελος…», λέει ο Σωκράτης. Εξηγώ εγώ. Και ρωτάει ο Νίκος «Και γιατί να μην τον κάνουμε πάνω στο Αγροτικόν;». Έτσι και έγινε. Τον παραδίδω στα καλύτερα χέρια.

Το καλοκαίρι του 1989, ο Νίκος νοικιάζει από τον ΕΟΤ το Θέατρο Λυκαβηττού. Είναι υπεύθυνος ο Γιώργος Τσιπλάκος, γνωστός από το Ελεύθερο Θέατρο. Θα μας δώσει την άδεια και θα στήσουμε πάγκο με δίσκους του Παπάζογλου. Έχει κατέβει με το νέο του γκρουπ, τη «Λοξή Φάλαγγα». Το θέατρο γεμίζει από όλες τις μπάντες. Ένας χαμός. Βλέπω τις ηχητικές εγκαταστάσεις και ανησυχώ. Μου φαίνεται μικρός ο όγκος για τέτοια επέλαση. «Νίκο μήπως είναι λίγα τα ηχεία;». «Μην ανησυχείς. Θα δεις». Είχε δίκιο. Ο ήχος ήταν τόσο όσο. Καμιά υπερβολή. Καμάρωσα και τον Μάλαμα να λέει μέσα σε αυτή την γιορτή τη «Στέλλα»! Έκτοτε καθιερώθηκε η συναυλία του Λυκαβηττού ως το ετήσιο καλοκαιρινό του ραντεβού με την Αθήνα. Οι παραγωγές του Νίκου παίρνουν σφραγίδα συνεργασίας με τη Lyra και λέγονται «Στρόγγυλοι δίσκοι».

Στα «Σύνεργα» θα μας συστήσει τον νέο τραγουδοποιό, Ορφέα Περίδη. Θα πάρει δυό τραγούδια από τον Γιώργο Ζήκα κι ένα από την Βάσω Αλλαγιάννη. Θα μελοποιήσει Τάκη Σιμώτα και θα συνεχίσει την ένδοξη πορεία του. Θα μας αφήσει πολλά διαμάντια αυτός ο δίσκος.

Με τις «Μικρές Περιπλανήσεις»

Θα πάει στην Κω και θα ηχογραφήσει τις «Μικρές Περιπλανήσεις». «Στρόγγυλοι δίσκοι». Την επόμενη χρονιά θα μας παρουσιάσει τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και την «Αγία Νοσταλγία». Το Αγροτικόν θα γίνει το μαιευτήριο μιας γενιάς λαμπρών εκδόσεων, η κάθε μια με την δική της ηχητική προσωπικότητα. Χειμερινοί Κολυμβητές, Τρύπες, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Μικρές Περιπλανήσεις, Σωκράτης Μάλαμας, Μελίνα Κανά. Το Αγροτικόν θα γίνει ένα θερμοκήπιο σπάνιων και ποικίλων καρπών. Θα γίνει ένα ανάχωμα για να μην παρασύρονται οι μουσικές εκφράσεις από τον υδροκεφαλισμό και την ευθυγράμμιση της Αθήνας.

Ο Νίκος θα κατέβει στην Αθήνα γιατί πρέπει να οργανώσει την συναυλία στον Λυκαβηττό, αλλά και να την ηχογραφήσει. Στόχος του είναι να περάσει στο υλικό του ρεπερτόριο, το «Πότε Βούδας» που έχει σταματήσει να εκδίδεται από την CBS, καθώς και το «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ», τραγούδια που τόσο τα έχει αγαπήσει το κοινό του και δεν τα έχει δισκογραφήσει. Την επομένη της συναυλίας το μεσημέρι, θα βγούμε στα Εξάρχεια. Έχουμε καμιά εικοσαριά αφίσες στο χέρι. Αυτός κρατάει το πινέλο κι εγώ τον κουβά. Αφισοκολλάει κι ένας φίλος φωτογράφος, φωτογραφίζει. Ευτυχώς δεν μας πέτυχαν τίποτα τσακάλια, να μας τραβάνε για αφισορύπανση. Τίτλος του δίσκου «Επιτόπιος ηχογράφηση στο θέατρο του Λυκαβηττού».

Οι συναυλίες του συναντάνε δυσκολίες γιατί έχει αλλάξει το καθεστώς. Οι δήμοι που ελέγχουν τα θερινά θέατρα δεν του αναγνωρίζουν την πολιτιστική του προσφορά. Τον αντιμετωπίζουν σαν επιχείρηση. Πρέπει να αναμορφώσει την διαχείρισή του. Στα νησιά και στην επαρχία συναντά «κωλύματα» και απαγορεύσεις. Πρόστιμα και διώξεις.

Μια χρυσή εποχή τελειώνει. Όλα μεταφράζονται σε χρήμα. Ο αρχηγός της φυλής των ανεξάρτητων ρίχνει νερό στο κρασί του και θα κάνει εξώφυλλα σε περιοδικά. Θα παραπονεθεί σε τηλεοπτικές εκπομπές για τα χτυπήματα που δέχεται κάτω από την μέση. Θα παίξει σε νυχτερινά κέντρα.

Στην δισκογραφία θα μας θυμίσει την πληγή της Κύπρου με τον δίσκο «Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα». Ειδοποίηση που είδε γραμμένη στην πράσινη γραμμή. Θα μας συγκινήσει πάλι με το «Εγώ δεν είμαι ποιητής» και την «Γιαγιάκα». Ο ήχος του έχει μαλακώσει. Σαν να έχει γίνει σοφότερος.

Οι χαρές του δεν είναι πια οι νίκες. Είναι η Barbara τα παιδιά του, το σκάφος και η Νίσυρος. Το σπίτι που το έφτιαξε αργά αργά. Ο Πορθητής μέσα του θα χαρεί που έφερε έπαθλο ναυσιπλοΐας η οικογένεια Παπάζογλου.

Περπατήσαμε τους δρόμους που άνοιξε. Στα γεφύρια που έστησε. Μας λείπει 15 χρόνια τώρα. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τη στάση, την τόλμη και τις νίκες του.

* Με πληροφορίες από το ντοκμαντέρ του Λευτέρη Χαρωνίτη
** Μαρτυρία του παρόντα δημοσιογράφου Γ. Κοντογιάννη

Ευχαριστίες:
Στον Γιάννη Πετρίδη για την πολύτιμη βοήθεια του. Στην Barbara Williams για τις πληροφορίες και το φωτογραφικό υλικό. Στους Γιώργο Πεντζίκη, Σαράντη Κασσάρα και Φώντα Τρούσσα, για τις πληροφορίες σχετικά με τα συγκροτήματα. Στον Χρήστο Δεσποινιάδη και τον Κώστα Παππά για τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες. Στην Ομάδα των φίλων του Νίκου Παπάζογλου για το φωτογραφικό υλικό.