Μουσικη

Μάρκελλος Χρυσικόπουλος: Ο θάνατος, ο πόλεμος και οι αυταπάτες της ιστορίας

Μιλήσαμε με τον μαέστρο που θα διευθύνει την Καμεράτα στο «Τραύμα του πολέμου και το θαύμα της Αναγέννησης» στο Μέγαρο Μουσικής

Νίκη - Μαρία Κοσκινά
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος μιλά για τον μουσικό διάλογο Στράους και Σοστακόβιτς και τη σκοτεινή επικαιρότητα δύο έργων του 20ού αιώνα, που θα διευθύνει στο Μέγαρο

Η πρώτη μου συνάντηση με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο έγινε στο πλαίσιο της Διαπολιτισμικής Χορωδίας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, καθώς ήταν ο μαέστρος μας στην εκδήλωση «Ένα (άλλο) χειμωνιάτικο ταξίδι». Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση τότε εμένα -που είμαι ερασιτέχνης μουσικός- ήταν η μεθοδικότητά του, η οποία συνδυαζόταν με μια απίστευτη υπομονή μέχρι να φτάσει στο αποτέλεσμα που είχε στο νου του. Τώρα βρεθήκαμε στον κήπο του Παντείου Πανεπιστημίου με αφορμή την επερχόμενη εμφάνισή του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου θα διευθύνει την Καμεράτα- Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής. Παρά τη διεθνή του πορεία και το απαιτητικό του πρόγραμμα, ο ίδιος παραμένει αφοπλιστικά απλός και άμεσος. Στον λόγο του, ωστόσο, διακρίνεται απευθείας μια βαθιά γνώση της μουσικής, της «γραφής» και της προσωπικότητας του κάθε συνθέτη, αλλά και των συνθηκών κάτω από τις οποίες εμπνεύστηκε το εκάστοτε έργο. 

Η κουβέντα μας ξεκίνησε από το πρόγραμμα και το πώς επιλέχθηκαν τα δύο κομμάτια που θα ερμηνεύσει η Καμεράτα υπό τη μουσική του διεύθυνση. «Είναι τέτοια η σχέση με τον Γιώργο Πέτρου, που ουσιαστικά αποφασίσαμε από κοινού τι θα ήθελα, τι θα με ευχαριστούσε να παρουσιάσω μαζί με την Καμεράτα, που να ταιριάζει βέβαια και στο προφιλ της Ορχήστρας, λαμβάνοντας υπόψη και τι θέλει να ακούσει το κοινό». Και έτσι κατέληξαν στον μουσικό διάλογο δύο συνθετών, όπου από τη μια έχουμε τις «Μεταμορφώσεις» του Ρίχαρντ Στράους και από την άλλη τη «Συμφωνία Αρ. 14 σε σολ Ελάσσονα» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Διαβάζοντας κάποια πράγματα για τα δύο αυτά έργα, που διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους 25 χρόνια, παρατηρώ ότι και οι δύο συνθέτες τα έγραψαν λίγο καιρό πριν από τον θάνατό τους, αλλά υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος μου εξηγεί την ψυχολογία και των δύο όταν συνέθεταν τα συγκεκριμένα έργα.

© Μάνος Μανιός

Συνέντευξη με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο για «Το τραύμα του πολέμου και το θαύμα της Αναγέννησης» στο Μέγαρο Μουσικής

«Και τα δύο είναι έργα του 20ού αιώνα, έργα που δεν χρυσώνουν το χάπι στο τέλος». Στο πρώτο έργο, ο Ρίχαρντ Στράους βιώνει τη φάση μιας πικρής συνειδητοποίησης. Βρισκόμαστε το 1945, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Γερμανίας. Στην ηλικία των 80 ετών πλέον, εμφανίζεται φανερά απογοητευμένος από την πτώση του Γ’ Ράιχ αλλά και την κατάρρευση του γερμανικού πολιτισμού. Από την άλλη, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, το 1969, ενώ είναι 63 ετών, υποφέρει ήδη από πολλά και σοβαρά θέματα υγείας, οπότε αισθάνεται όλο και πιο κοντά στον θάνατο που έρχεται το 1975, σε ηλικία 69 ετών. «Ο Σοστακόβιτς έβλεπε τον θάνατο ως μια απόλυτα λογική και αναγκαία συνθήκη. Όσο πιο εύκολα συμβιβαστεί κάποιος με το αναπόφευκτο, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είναι κιόλας».

© Βασίλης Μακρής

Οι Μεταμορφώσεις του Ρίχαρντ Στράους

Το πρώτο έργο, οι «Μεταμορφώσεις» του Ρίχαρντ Στράους, είναι μια σπουδή αποκλειστικά για έγχορδα. «Είναι αρκετά περίπλοκη η ιστορία των Μεταμορφώσεων. Και κάτι που το κάνει ακόμα πιο περίπλοκο είναι ότι, ενώ ο Στράους κρατούσε σημειωματάρια όπου κατέγραφε τις σκέψεις του και δούλευε τα προσχέδια των έργων του, αυτά στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν είναι προσβάσιμα στους μελετητές και στο κοινό, παρά μόνο στην οικογένεια και τους κληρονόμους του». Επομένως, οι πληροφορίες που έχουμε για τον Στράους για αυτήν την περίοδο του έργου του είναι ελλιπείς. Ωστόσο, αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του μουσικού υλικού προέρχεται από ένα ημιτελές έργο του Στράους γραμμένο για χορωδία, που βασιζόταν σε ένα ποίημα του Στράους, του οποίου ο πρώτος στίχος είναι ως εξής: «Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του, αλλά ας φανεί στην πράξη όπου αποκαλύπτονται όλα ποιος πραγματικά ήταν και ποιος πραγματικά είναι, ποιος ήθελε να είναι, ποιος μπορούσε να είναι και ποιος ήθελε να είναι». Παράλληλα, ο τίτλος παραπέμπει στον Γκαίτε και το πώς προσέγγισε την έννοια της μεταμόρφωσης, δηλαδή ότι κάθε οργανισμός εμπεριέχει μέσα του και την εξέλιξή του. Πάνω σε αυτή τη θεωρία άλλωστε βασίστηκε η ιδέα του Υπερανθρώπου του Νίτσε, η αγαπητή αλλά και παρερμηνευμένη από το Γ’ Ράιχ. Εδώ όμως στον Στράους έχουμε μια διαφορετική ανάπτυξη από αυτή που είχε σκεφτεί ο Γκαίτε, καθώς βρίσκεται σε μια πικρή συνειδητοποίηση για το Γ’ Ράιχ. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος δίνει και μια έξτρα πληροφορία: η νύφη του ήταν Εβραία. Και ενώ ο εκείνος κατάφερε να φυγαδεύσει την ίδια, τουλάχιστον 12 άτομα από την οικογένειά της δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το έργο αυτό κορυφώνεται με έναν μικρό διάλογο με την «Ηρωική» του Μπετόβεν και ένα κομμάτι με τον τίτλο «Ιn memoriam». Tον ρωτώ γιατί. «Είναι στα τελευταία μέτρα της παρτιτούρας, όπου εμφανίζεται στα μπάσα το θέμα από την πένθιμη ακολουθία της Ηρωικής του Μπετόβεν. Εκεί με έναν αρκετά συμβολικό τρόπο ο Στράους σημειώνει χειρόγραφα τη φράση αυτή. Έχουν χυθεί ποτάμια μελάνης για το τι μπορεί να σημαίνει. Θα μπορούσε να είναι ο Μπετόβεν, θα μπορούσε να είναι μια παραπομπή στην απογοήτευση του Μπετόβεν όταν ο Ναπολέοντας χρήστηκε αυτοκράτορας, θα μπορούσε ακόμη να αναφέρεται στον γερμανικό πολιτισμό. Δεν θα έλεγα «ευρωπαϊκό πολιτισμό» γιατί για τον Στράους ο γερμανικός πολιτισμός ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού. Ή ακόμη θα μπορούσε να είναι και για τον ίδιο τον Χίτλερ, για τις απογοητεύσεις και την αυταπάτη όλων όσων είχε υποσχεθεί στην αρχή. Ο Χίτλερ άλλωστε έκανε όλα όσα υποσχέθηκε. Και αυτό τον διαφοροποιεί από τους άλλους πολιτικούς που συνήθως υπόσχονται και δεν πράττουν. Η περίπτωση του Χίτλερ ήταν ξεχωριστή με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα τα οποία δεν μπορούσε να φανταστεί ο Στράους στα 70 του όταν άρχισε να ανθίζει το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς και ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος».

© Μάνος Μανιός

Η «Συμφωνία Αρ. 14» του Ντμίτρι Σοστακόβιτς

Ακολουθεί η «Συμφωνία Αρ. 14» του Σοστακόβιτς. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος καταπιάνεται για δεύτερη φορά με το συγκεκριμένο έργο. Η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 2025, στο Φεστιβάλ Λατρευτικής Μουσικής, όπου διηύθυνε το ορχηστρικό σύνολο Drop Down Community ενώ οι σολίστ με τους οποίους είχε συνεργαστεί ήταν η Θεοδώρα Μπάκα (μεσόφωνος) και ο Τίμος Σιρλαντζής (βαθύφωνος). «Ήμουν αρκετά διστακτικός στο να ξανακάνω αυτό το έργο. Είναι λογικό το κοινό να θέλει να δει τον καλλιτέχνη σε κάτι διαφορετικό και όχι ως ένα επαναλαμβανόμενο έργο του ρεπερτορίου του. Λαμβάνοντας υπόψιν όμως ότι η αίθουσα της Εναλλακτικής έχει αρκετά περιορισμένο χώρο, και ενδεχομένως υπήρχε κόσμος που ήθελε να το δει αλλά δεν τα κατάφερε, κάμφθηκαν οι αντιστάσεις μου. Παράλληλα το δουλεύω με άλλη ορχήστρα και άλλους σολίστ, από την αρχή». Σολίστ της βραδιάς θα είναι η Μυρτώ Παπαθανασίου (υψίφωνος) και ο Σρέτεν Μανοΐλοβιτς (βαθύφωνος). 

Στο έργο αυτό ο Σοστακόβιτς καταπιάνεται με το ζήτημα του αδόκητου, του μη αναμενόμενου θανάτου. Η συμφωνία αυτή χωρίζεται σε 11 μέρη και συνομιλεί με 4 ποιητές: τον Λόρκα, τον Ρίλκε, τον Απολινέρ και τον Κιχελμπέκερ. Το θέμα τους είναι ο θάνατος, σε όλες τις πτυχές του, από τον πολιτικό μέχρι και τον ερωτικό. Κυρίως είναι ο αδόκητος θάνατος, δηλαδή εκείνος που έρχεται δίχως να τον περιμένεις. Τα ποιήματα που επέλεξε μεταφράστηκαν στα ρώσικα από τον ίδιο. Ο λόγος ήταν καθαρά πρακτικός: Στην εποχή του δεν είχαν επινοηθεί ακόμα οι υπέρτιτλοι και δεν του άρεσε καθόλου να αποσπάται ο θεατής, διαβάζοντας σε χαρτί τη μετάφραση. 

Μέσα από την απόδοσή τους στα ρώσικα, βλέπουμε και τις προσθήκες-σχόλια του Σοστακόβιτς και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όποιον τα μελετά. Όπως εξηγεί ο Μάρκελλος, στο πρώτο ποίημα που μελοποιεί, το «Εκ βαθέων» (Λόρκα), υπάρχει μια φράση που ο Λόρκα γράφει για τους 100 εραστές που τους θάβουν κάτω από την ξερή γη, όπου θα στήσουν 100 σταυρούς για να τους θυμούνται. Και ο Σοστακόβιτς προσθέτει: «ώστε ο λαός να τους θυμάται». Και δεν είναι η μόνη αλλαγή του Σοστακόβιτς. Στον επίλογο του έργου, έχει κάνει μια αλλαγή στο ποίημα του Ρίλκε «Κατακλείδα» ως εξής:

«Ο θάνατος είναι τρανός
με το γέλιο στο στόμα (με τα γελαστά μας στόματα) του ανήκουμε
και καθώς στο μεσοστράτι της ζωής νομίζουμε πως βρισκόμαστε
αυτός τολμά να κλαίει
ανάμεσα μας».

Στη συναυλία στο Μέγαρο θα παρακολουθήσουμε όλα τα ποιήματα στις πρωτότυπες γλώσσες τους ενώ θα υπάρχουν υπέρτιτλοι στα ελληνικά, που τους έχει επιμεληθεί ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος, στη μεταγραφή τους και στην αναγωγή τους στις αρχικές τους γλώσσες έχει κρατήσει όλες τις προσθήκες που έχει κάνει ο Σοστακόβιτς. 

© Χάρης Ακριβιάδης

Πόσο επίκαιρα είναι αυτά τα έργα σήμερα

Μιλώντας για αδόκητο θάνατο και για τον πόλεμο, είναι φυσικό κάποιος να αναρωτηθεί πόσο επίκαιρα είναι αυτά τα έργα σήμερα, δεδομένου μάλιστα ότι το πρώτο γράφτηκε κιόλας στον απόηχο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος εξηγεί: «Ο πόλεμος είναι πανταχού παρών, απλώς δεν είναι με πολύ άμεσο τρόπο μέσα στα πόδια μας. Παρ’ όλ’ αυτά η σχετική ευημερία την όποια βιώνουμε εδώ στην Ευρώπη είναι στην πραγματικότητα πλαστή. Όταν αποφασίσαμε με τον Γιώργο να βάλουμε στο πρόγραμμα αυτά τα δύο έργα μού φαίνονταν επίκαιρα, αλλά μόλις πριν από κάποιο καιρό συνειδητοποίησα πόσο περισσότερο επίκαιρα ήταν από αυτό που νόμιζα στην αρχή. Το «ποτέ πια πόλεμος» και «ποτέ πια αυτό που ζήσαμε» είναι κάτι το οποίο το πιπιλίζουμε από το δημοτικό σε κάθε εορτή και σε κάθε μνημείο και παρ' όλα αυτά οδεύουμε προς τα ίδια. Εν τω μεταξύ, νομίζω είναι σαφές ότι ζούμε σε μία κοινωνία που λόγω ακριβώς των υπερ-εθνικών δομών ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιο κοντά από αυτό το οποίο ήταν πριν από 30 ή πριν από 20 χρόνια. Οπότε, ο φανατισμός και η επιπολαιότητα με τις οποίες συχνά ακούει κάποιος τις ειδήσεις και επιλέγει να τάσσεται με τον τάδε ή τον δείνα σε μια οποιαδήποτε σύγκρουση, μου φαίνεται καταρχάς παιδιάστικο, έπειτα γίνεται γκροτέσκο και στο τέλος είναι πραγματικά επικίνδυνο για όλους μας». 

ΙNFO
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 14 Μαρτίου στις 20:30, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
Δείτε περισσότερα για την εκδήλωση στον city guide της Athens Voice