Μουσικη

Ντέσμοντ Τσάιλντ: Από το «Poison» του Άλις Κούπερ στον Παρθενώνα

Με αφορμή την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Desmond Child Rocks the Parthenon» στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης μιλάει στην Athens Voice
Φωτεινή Αλευρά
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ντέσμοντ Τσάιλντ: Ο παραγωγός του soundtrack της εφηβείας μας μιλάει στην Athens Voice για τη μουσική, τα Γλυπτά του Παρθενώνα και μοιράζεται τις απίθανες ιστορίες πίσω από τις τεράστιες επιτυχίες του

Θυμάμαι ξεκάθαρα την πρώτη μου κασέτα. Την έβαζα να παίζει στο γουόκμαν μου και στο κασετόφωνο συνέχεια και απορούσα πώς δεν είχε λιώσει η ταινία της. Έκανα οικονομία στο χαρτζιλίκι μου για ν’ αγοράσω την αυθεντική κασέτα του «Trash» του Άλις Κούπερ, γιατί, παρόλο που είχαμε γράψει το «Poison» και το «Bed of Nails» σε κασέτες από τις ραδιοφωνικές εκπομπές, που ακούγαμε με το δάχτυλο στη σκανδάλη κυριολεκτικά (μην τυχόν και χάσουμε κανένα δευτερόλεπτο από την εισαγωγή και, φυσικά, βρίζοντας όταν ο ραδιοφωνικός παραγωγός μιλούσε ενώ έπαιζε το κομμάτι), έπρεπε να την αποκτήσω.

Ο Ντέσμοντ Τσάιλντ, παραγωγός και συνθέτης του παραπάνω άλμπουμ αλλά και δεκάδων παγκόσμιων επιτυχιών ονομάτων όπως οι Bon Jovi, Kiss, Aerosmith, Τζόαν Τζετ, Μπόνι Τάιλερ, Σερ Ρίκι Μάρτιν, Κέιτι Πέρι, Ρόμπι Ουίλιαμς και δεν τελειώνει ο κατάλογος, βρίσκεται στην Ελλάδα με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Ο Ντέσμοντ Τσάιλντ ροκάρει τον Παρθενώνα» (Desmond Child Rocks the Parthenon), η οποία πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 13/3 στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, στην αίθουσα του Ολύμπιον.

Μετάβαση στο σήμερα: Περιμένοντας σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας τον στιχουργό και παραγωγό όλων των τραγουδιών που καθόρισαν την εφηβεία μου, ο 13χρονος εαυτός μου κάθεται με πλατύ χαμόγελο στον ώμο μου, βαράει αναίσχυντα παλαμάκια και μου ρίχνει απαλά χτυπήματα επιδοκιμασίας στην πλάτη. Η πόρτα ανοίγει, ενώ σιγά σιγά ψάχνω με αυτοπεποίθηση στην τσέπη μου για εκείνη την κασέτα με το «Trash», ο Ντέσμοντ Τσάιλντ με υποδέχεται με θερμή χειραψία και σταθερή φωνή, και καθώς αισθάνομαι «το δηλητήριο να τρέχει μέσα στις φλέβες μου», κάνω την πρώτη μου ερώτηση:

— Είδα το ντοκιμαντέρ και ειλικρινά το απόλαυσα. Ξέρω τα περισσότερα τραγούδια και τα αγαπώ και πρέπει να πω πως ήταν συγκινητικό αλλά και ενδιαφέρον. Δηλαδή, είχες τον Σάκη Ρουβά και τον Άλις Κούπερ στην ίδια σκηνή, τον έναν δίπλα στον άλλον –να τραγουδούν τους ίδιους στίχους– και η ηλικία μου είναι τέτοια ώστε να θυμάμαι ότι ο Σάκης και ο Άλις Κούπερ κάποτε δεν θα βρίσκονταν ούτε καν στην ίδια πρόταση. Οπότε αυτό είναι κάτι...

Ναι. Το βρήκα πραγματικά υπέροχο που οι καλλιτέχνες με τους οποίους έχω συνεργαστεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν τόσο γλυκοί και πρόθυμοι να συμμετέχουν για έναν σκοπό τόσο σημαντικό για μένα: την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.

Λοιπόν, με τον Φοίβο ξεκινήσαμε μαζί –ίσως πριν από 20 χρόνια– κάνοντας παραγωγή για τον Σάκη Ρουβά και γράψαμε μαζί ένα τραγούδι, το «Όλα καλά», που έγινε μεγάλη επιτυχία. Και τότε, ξέρεις, ο Φοίβος, όπως και σήμερα, ήταν πολύ ταπεινός, πολύ ντροπαλός, παρότι επιτυχημένος. Με τον Φοίβο και τον συνεργάτη του, τον Γιώργο Σταμπόλη, έναν από τους παραγωγούς της συναυλίας, χρειαστήκαμε δύο χρόνια για να οργανωθούμε και να πάρουμε όλες τις άδειες. Και δεν ήταν εύκολο. Κάποιοι πίστευαν ότι η ροκ μουσική δεν ανήκει στο Ηρώδειο. Αλλά αργότερα είδαμε ότι κάποιοι πολύ σημαντικοί άνθρωποι που είχαν αντιρρήσεις, ήταν εκεί – και μάλιστα βιντεοσκοπούσαν, ενώ απαγορεύεται. Οπότε όλοι οι κανόνες πήγαν περίπατο για ένα βράδυ. Και ήταν πραγματικά πολύ επιτυχημένο και όμορφο. Και δεν ήταν οι δικοί μου θαυμαστές μόνο, νομίζω. Ίσως ήταν οι θαυμαστές όλων των καλλιτεχνών που συμμετείχαν, όλοι μαζί. Αλλά γενικά και Έλληνες που ήρθαν να στηρίξουν αυτόν τον πολύ σημαντικό σκοπό.

Ο σύζυγός μου, ο Κέρτις, κι εγώ ερχόμαστε εδώ από τότε που τα παιδιά μας ήταν πέντε χρονών. Αυτό ήταν πριν από 17 χρόνια. Και όποτε μιλούσα με έναν Έλληνα για την Ελλάδα, η συζήτηση κατέληγε πάντα στα Γλυπτά του Παρθενώνα. Και χωρίς εξαίρεση, κάθε φορά κάποιος άρχιζε να κλαίει. Κι αυτό για μένα σήμαινε πολλά. Σχεδόν σαν ένα παιδί που έχει χάσει τη μητέρα του – έτσι το νιώθω. Σαν ένα ορφανό που περιμένει πάντα. Είναι ένα πολύ τρυφερό συναίσθημα.

— Έτσι το νιώθουμε κι εμείς, σαν ένα παιδί που περιμένει τη μητέρα του να επιστρέψει. Και γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό για εμάς. Γιατί όμως είναι σημαντικό για σένα; Γιατί η Αθήνα, ο Παρθενώνας, τα μάρμαρα;

Λοιπόν, δεν καταλάβαινα πραγματικά γιατί με συγκινούσε τόσο πολύ. Δεν καταλάβαινα γιατί όλο αυτό με τα γλυπτά ήταν τόσο οργανικά σημαντικό για μένα. Και χρειάστηκε να φύγω από την Ελλάδα μετά τη συναυλία· Καθώς λοιπόν κοιτούσα την Αθήνα από ψηλά, κάτι μου ήρθε στο μυαλό. Όταν ήμουν πολύ μικρός, η μητέρα μου είχε ένα ξυλόγλυπτο έργο στον τοίχο. Το είχε φτιάξει ένας γλύπτης, ο Λι Μπέρναμ, το 1954, έναν χρόνο μετά τη γέννησή μου. Απεικόνιζε μια γυναίκα με όμορφα ενδύματα σαν αυτά στα Γλυπτά του Παρθενώνα και πίσω της τρεις άντρες με χιτώνες και έντονα χαρακτηριστικά να της ψιθυρίζουν. Ήμουν περίπου δέκα χρονών όταν μια μέρα γύρισα σπίτι κι αυτό το έργο τέχνης, που ήταν στη ζωή μας από πάντα, είχε εξαφανιστεί. Η μητέρα μου ήταν τόσο φτωχή, που είχε αναγκαστεί να το πουλήσει για να έχουμε λεφτά να φάμε. Δεν είχε χρήματα ούτε για βενζίνη. Και ήμουν συντετριμμένος, γιατί ζούσαμε σε μια πολύ φτωχή περιοχή –τα λεγόμενα projects στο Μαϊάμι– κι αυτό ήταν το μοναδικό όμορφο πράγμα που είχαμε. Ήταν από βραζιλιάνικη καρυδιά, χοντρό, πέντε πόδια ύψος – ένα μνημειώδες έργο. Κι ένας άντρας με τον οποίο έβγαινε τότε η μητέρα μου την εκμεταλλεύτηκε. Της έδωσε γι’ αυτό 1.200 δολάρια, ενώ η αξία του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ακόμα και του ξύλου του μόνο. Και πάντα υπέφερα στη σκέψη ότι μας το πήραν άδικα. Ότι ένας ισχυρός άντρας ήρθε και το άρπαξε. Μου πήρε 45 χρόνια, αλλά κατάφερα να το αγοράσω πίσω. Και μου κόστισε 35.000 δολάρια. Αλλά άξιζε. Θα πλήρωνα και ένα εκατομμύριο για να το πάρω πίσω.

Όταν η μητέρα μου ήταν στα τελευταία της, τη φέραμε στη Νέα Υόρκη· είχε ήδη άνοια. Παρ’ όλα αυτά, μόλις το είδε, το αναγνώρισε κι άρχισε να κλαίει. Ήταν τόσο σημαντικό για κείνη το ότι το γλυπτό είχε επιστρέψει σ’ εμάς. Τράβηξα φωτογραφίες της με τα παιδιά μου μπροστά του. Και τότε κατάλαβα ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα αντικατόπτριζαν τη δική μου προσωπική εμπειρία με έναν τρόπο που δεν είχα συνειδητοποιήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Δεν καταλάβαινα γιατί ήμουν τόσο εμμονικός, κι εκεί βρήκα την απάντηση.

— Υπέροχη ιστορία. Και τώρα ας πάμε στη μουσική. Πιστεύεις ότι οι τεχνολογικές δυνατότητες της σύγχρονης εποχής στη μουσική παραγωγή σκοτώνουν τη δημιουργικότητα που έχει επιδείξει η μουσική βιομηχανία τις προηγούμενες δεκαετίες;

Όχι, δεν το πιστεύω αυτό. Είμαι της άποψης ότι, εφόσον υπάρχει ένας άνθρωπος πίσω από το… ας πούμε, το prompting της τεχνητής νοημοσύνης –κάποιος που λέει «το θέλω έτσι, το θέλω αλλιώς»–, τότε είναι ανθρώπινο. Πλέον, σχεδόν δεν παίζω καν όργανα. Λέω σ’ ένα ΑΙ μοντέλο μουσικής: «Παίξ’ το έτσι, κατέβασε τη νότα, ανέβασε τη νότα, κάν’ το να ακούγεται λυπημένο, κάν’ το χαρούμενο». Για μένα αυτό δεν διαφέρει από τη χρήση ενός drum machine ή τεχνητών εγχόρδων. Αν ένας άνθρωπος το δημιούργησε, τότε είναι ανθρώπινο. Είναι προέκταση της δικής μας βιολογίας. Έτσι νιώθω. Απλώς θεωρώ σημαντικό ο δημιουργός να παίρνει την αναγνώριση και την αμοιβή που του αξίζει και να έχει τον έλεγχο του έργου του. Είναι πολύ σημαντικό ο δημιουργός να έχει συναίνεση, αναγνώριση και αμοιβή. Και ότι ο δημιουργός πρέπει να έχει τον έλεγχο του έργου του, να μην μπορεί να το κλέψει κάποια πλατφόρμα και να το χρησιμοποιεί όπως θέλει. Πιστεύω ότι τα τραγούδια –ακόμη κι αν χρησιμοποιείται τεχνητή νοημοσύνη για τη δημιουργία τους– είναι έργα τέχνης που μπορούν να προστατευτούν με πνευματικά δικαιώματα. Πρόσφατα, ένας συνεργάτης μου πήρε ένα demo που είχαμε κάνει πριν από χρόνια, το έβαλε σε μια εφαρμογή AI, κι αυτό που πήρε πίσω ήταν εντυπωσιακό. Πολύ καλύτερο από το αρχικό. Αλλά τα πνευματικά δικαιώματα τα έχουμε εμείς· σ’ εμάς ανήκει το τραγούδι. Ο συνεργάτης μου πλήρωσε απλώς μια συνδρομή για να χρησιμοποιήσει αυτά τα εργαλεία. Η ερμηνεία λοιπόν που μας έδωσε το ΑΙ μοντέλο ήταν απίστευτη, η φωνή καλύτερη από την ανθρώπινη. Αλλά το ακούω και λέω: “Πότε αναπνέει; Δεν ακούω ανάσες, δεν αναπνέει, συνεχίζει ασταμάτητα!”. Μπορεί να κάνει μικρές παύσεις, αλλά όχι αναπνοές».

– Οπότε, αν ηχογραφούσες σήμερα ένα τραγούδι όπως το «Poison» ή το «You Give Love a Bad Name», πόσο διαφορετικό θα ακουγόταν;

Δεν ξέρω. Νομίζω πως μέρος της μαγείας εκείνων των δίσκων ήταν οι μουσικοί που έπαιζαν ζωντανά και η ενέργεια της στιγμής. Αλλά ακόμα κι έτσι, υπήρχε κάποιος –στην περίπτωση του Άλις Κούπερ, εγώ, ο παραγωγός– που έδινε κατευθύνσεις: «Ανέβασε τη νότα, κατέβασε τη νότα, κάν’ το πιο απαλό, κάν’ το πιο δυνατό». Φυσικά ρωτούσα τον Άλις: «Σου αρέσει αυτό;» Κι εκείνος έλεγε: «Όχι, θέλω να το πάω έτσι…» και συνεργαζόμασταν. Με τους Bon Jovi, εγώ ήμουν μόνο συν-δημιουργός στα τραγούδια. Ο παραγωγός, ο Μπρους Φέρμπερν, πήρε τα τραγούδια και τα έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι φανταζόμουν. Ήταν πολύ πιο μπροστά από μένα ως παραγωγός –ήμουν τότε 26 χρονών. Κι αυτά ήταν υπέροχα τραγούδια. Και έκανε το ίδιο και για τα τραγούδια των Aerosmith, που ήταν επιτυχίες μου – «Dude Looks Like a Lady», «Crazy», «What It Takes», «Angel»– τραγούδια που άντεξαν στον χρόνο. Και είμαι ευγνώμων που δούλεψα μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Και ελπίζω να είναι κι εκείνοι ευγνώμονες που δούλεψαν μ’ εμένα.

— Είναι πιο εύκολο να κάνεις παραγωγή σ’ ένα άλμπουμ όταν έχεις γράψει εσύ τη μουσική και τους στίχους ή όταν τα έχει γράψει κάποιος άλλος κι εσύ απλά κάνεις παραγωγή;

Πρόσφατα ηχογράφησα ένα τραγούδι γραμμένο από την Νταϊάν Γουόρεν για ένα ντουέτο, τους The War and Treaty, που ακούγεται στους τίτλους τέλους της τηλεοπτικής σειράς «The Gray House». Η σειρά τοποθετείται στην εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά το τραγούδι είναι σύγχρονο, με θεματική σύνδεση. Το απόλαυσα πολύ, γιατί ήταν τόσο καλό, που ξέχασα ότι δεν το είχα γράψει εγώ. Όταν δημιουργείς κάτι, δεν σκέφτεσαι ποιος έγραψε τι. Απλώς φτιάχνεις κάτι όμορφο, κάτι με συναίσθημα. Το καλό στο να κάνω παραγωγή σε κάτι που έχω συν-γράψει είναι ότι μπορώ να αλλάζω τη σύνθεση όσο δουλεύω. Αν η παραγωγή γίνεται για το έργο κάποιου άλλου, το σέβομαι· δεν αλλάζω τίποτα. Εκτός αν το θεωρήσω απαραίτητο· τότε τηλεφωνώ στον δημιουργό και λέω: «Τι θα ’λεγες ν’ αλλάξω αυτή τη λέξη ή αυτή τη συγχορδία; Είσαι εντάξει μ’ αυτό;» Μερικές φορές λένε ναι, άλλες όχι, πρέπει να μείνει έτσι. Και λέω: «Εντάξει, είμαι απλώς ο παραγωγός σου». Ο υπηρέτης σου, ας πούμε.

— Ας μείνουμε λίγο στην εποχή που έγραψες αυτές τις μεγάλες επιτυχίες, στα ’80s και ’90s. Έγραφες με κάποιον συγκεκριμένο καλλιτέχνη στο μυαλό;

Πάντα συνεργαζόμουν με τους καλλιτέχνες για τους οποίους έγραφα. Δεν έγραφα ποτέ μόνος. Εκτός από τη Σερ – εκείνη δεν έγραφε τραγούδια. Και αργότερα με τον Ρίκι Μάρτιν, ούτε εκείνος γράφει, οπότε συνεργάστηκα με τον Ντράκο Ρόσα, που ήταν ο παραγωγός του. Ήταν μέλος και στο γκρουπ Menudo με τον Ρίκι Μάρτιν. Ο Ρίκι πήρε τη θέση του ως βασικός τραγουδιστής, αλλά παρέμειναν πολύ κοντά και δημιούργησαν υπέροχη μουσική. Όταν γνώρισα τον Ντράκο, έγινε μαγεία, και το λέω χωρίς εγωισμό: αλλάξαμε την πορεία της ποπ μουσικής. Και ειδικά την πορεία της λάτιν μουσικής. Κι από κει φτάσαμε στο «Despacito», είκοσι χρόνια μετά, ως εξέλιξη της reggaeton και της τροπικής μουσικής. Και τώρα έχουμε και τον Bad Bunny από το Πουέρτο Ρίκο. Όλα αυτά βγήκαν από κάτι που κάναμε εμείς τότε. Πριν, η λάτιν μουσική ήταν διαφορετική. Θύμιζε ιταλική ποπ ή αμερικανική μουσική με ισπανικούς στίχους. Εμείς πήραμε αυθεντικούς λάτιν ρυθμούς, πνευστά από τη σάλσα και το συναίσθημα. Και ξέρεις, για τη μουσική του Ρίκι Μάρτιν δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν αμερικανικό τραγούδι με ισπανικούς στίχους. Και έγινε τεράστιο και συνεχίζει να είναι. Και νιώθω πολύ τυχερός που τα τραγούδια μου άντεξαν στον χρόνο. Και μπορείς να πεις ότι είναι σπουδαιότερα τώρα απ’ ό,τι τότε· οι άνθρωποι θυμούνται το τραγούδι περισσότερο από τον καλλιτέχνη.

— Πες μου λίγο περισσότερα για το τραγούδι «Dude Looks Like a Lady». Ξέρω ότι υπάρχει μια ιστορία από πίσω. Θα ήθελες να τη μοιραστείς;

Βεβαίως. Την πρώτη μέρα που πήγα να δουλέψω με τους Aerosmith, με είχε «επιβάλει» σ’ αυτούς ο A&R [artist & repertoire] μάνατζέρ τους, ο Τζον Κάλοντνερ. Δεν ήθελαν να γράψουν μαζί μου, αλλά δέχτηκαν να με συναντήσουν. Έκαναν πρόβες σε μια τεράστια αποθήκη – μπορούσες να βάλεις μέσα αεροπλάνο. Είχαν στημένο ένα ολόκληρο stage, σαν αυτά που παίρνουν στις περιοδείες. Όταν μπήκα, οι πόρτες είχαν ύψος δύο ορόφων, άνοιγαν συρτά, και το φως της ημέρας έμπαινε μέσα. Και τότε είδα τον Στίβεν Τάιλερ να έρχεται προς εμένα. Έμοιαζε σαν να είχε βγει από τάφο. «Έλα, έλα εδώ», μου λέει. Δεν είχε πει ούτε «γεια». Ο Τζο Πέρι δούλευε με τον ηχολήπτη. Είχαν πάρει ένα κιθαριστικό ριφ, το είχαν βάλει ανάποδα κι έφτιαχναν λούπα. Τότε ο Στίβεν άρχισε να τραγουδά: «Cruisin’ for the ladies…». Το είπε μερικές φορές και μετά σταμάτησαν και με ρώτησαν: «Πώς σου φαίνεται;». Δεν είχαμε καν συστηθεί. Απαντάω λοιπόν: «Το βρίσκω χάλια, απαίσιο πραγματικά». Και εξηγώ: «Δηλαδή εσείς, σ’ αυτή την ηλικία, όλοι παντρεμένοι με παιδιά, θα μπείτε σε ένα ροζ κάμπριο, θα οδηγήσετε στη Σάνσετ Μπούλεβαρντ και περιμένετε να τρέχουν τα κορίτσια για να μπουν μέσα; “Cruisin’ for the ladies”; Σοβαρά τώρα;» Με κοιτούσαν με απορία. Ο Τζο είχε γείρει λίγο το κεφάλι και με κοιτούσε πλάγια. Και ο Στίβεν είπε: «Λοιπόν, αρχικά τραγουδούσα “Dude Looks Like a Lady”». Κι εγώ είπα: «Αυτό, ναι, είναι τίτλος για χιτ»! Ο Τζο πετάχτηκε: «Μα δεν ξέρουμε τι σημαίνει αυτό», κάπως σαν να έλεγε «είμαι πολύ στρέιτ για να ξέρω τι σημαίνει αυτό».

Τελικά όμως τους έπεισα, τους είπα: «Πείτε μου την ιστορία. Πώς σας ήρθε αυτός ο στίχος;». Μου είπαν λοιπόν ότι είχαν πάει σ’ ένα μπαρ –όλοι εν τω μεταξύ σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης από αλκοόλ· έπιναν μόνο αναψυκτικά. Κάθονταν λοιπόν όλοι στην μπάρα, η μπάντα, οι τεχνικοί, και στην άκρη της είδαν μια «μοναχική οπτασία», όπως είπαν. Την έβλεπαν μόνο από πίσω: ξανθά φουντωτά μαλλιά, άψογο δέρμα, βαμμένα μαύρα νύχια, κοσμήματα, λεπτή μέση, μπλουζάκι δεμένο μπροστά. Και τράβαγαν κλήρο μεταξύ τους: «Ποιος θα πάει να της μιλήσει; Εσύ θα πας. Όχι, εσύ», επειδή ήταν όλοι παντρεμένοι και ήθελαν να δουν αν κάποιος απ’ όλους θα μπορούσε να την «ψήσει» για ένα ραντεβού. Κάποια στιγμή λοιπόν η οπτασία γυρίζει… και ήταν ο Βινς Νιλ από τους Mötley Crüe! Εκεί λοιπόν πετάγεται ο Στίβεν και λέει: «Ooh – dude looks like a lady!» – λατρεύει την παρήχηση. Αλλά όταν ήρθε η ώρα να το ηχογραφήσουν, ο Τζο θεωρούσε πως δεν ήταν σωστό, ξέρεις, επειδή είναι πολύ αυστηρός και παραδοσιακός, άλλο που ο Στίβεν πάντα φορούσε μακιγιάζ, γυναικεία ρούχα, είχε βαμμένα νύχια, eye liner και είχε αυτά τα φουντωτά μαλλιά. Οπότε τους είπα: «Ας γράψουμε την ιστορία όπως έγινε πραγματικά».

Και γράψαμε τους στίχους:

«Cruisin’ to a bar on the shore…
Her picture graced the grime on the door… (σαν να μιλούσαμε για κάποια στρίπερ)
She was a long lost love at first

Da da da da da… (that) (that) dude looks like a lady».

Μετά η δεύτερη στροφή πάει:

«Never judge a book by its cover
Or who you're gonna love by your lover» — που σημαίνει ότι αν φαίνεται καλό εξωτερικά, τότε τόλμησέ το, το οποίο ήταν πολύ προχωρημένο κοινωνικά για την εποχή του.

Κι έτσι έγινε μια τεράστια επιτυχία, τους επανάφερε στην κορυφή και τους έβαλε πάλι σε τροχιά. Ήταν ένα υπέροχο τραγούδι.

Την επόμενη μέρα πήγα ξανά· ο Τζο δεν εμφανίστηκε. Δεν νομίζω ότι του άρεσε η το να δουλεύει μαζί μου. Ήμασταν μόνο ο Στίβεν κι εγώ. Και γράψαμε το «Angel». Καθίσαμε μαζί σε ένα μικρό πιάνο Wurlitzer, μόνοι μας μέσα σ’ αυτή τη γιγάντια αποθήκη. Τον ρώτησα: «Πες μου για τη ζωή σου». «Είμαι σε αποτοξίνωση», μου είπε. «Γνώρισα μια υπέροχη γυναίκα, την Τερέσα, και με έσωσε. Είναι ένας άγγελος». «Ωραία!» του είπα. «Ας γράψουμε για τον άγγελο». Αλλά υπήρχε και κάτι ακόμα: ο Στίβεν έχει αυτά τα μεγάλα χείλη και μου θύμιζε τον Μικ Τζάγκερ όταν τραγουδούσε το «Angie». Οπότε ήθελα να τον ακούσω να λέει ένα τραγούδι με τη λέξη «angel» ξανά και ξανά, για να βλέπω τα χείλη του να σχηματίζουν αυτή τη λέξη. Εκείνος βέβαια δεν είχε ιδέα για όλα αυτά που γύριζαν στο κεφάλι μου.

— Λατρεύω αυτό το τραγούδι, είναι ένα από τα αγαπημένα μου.

Ευχαριστώ. Και στη συναυλία στο Ηρώδειο το τραγουδήσαμε ντουέτο με τη Ρίτα Γουίλσον. Αλλά μου το είπες κιόλας ότι ξέρεις τα παλιά τραγούδια.

— Ναι, όχι τόσο του Ρίκι Μάρτιν, αλλά από Άλις Κούπερ, Bon Jovi, Aerosmith, Τζόαν Τζετ τα ξέρω όλα.

Ναι, δεν ήταν ο Άλις Κούπερ φανταστικός;

— Φυσικά, τον έχω δει live στον Λυκαβηττό.

Αυτός είναι πραγματικός σταρ. Ανεβαίνει στη σκηνή και καταλαβαίνεις γιατί αντέχει στον χρόνο. Γιατί είναι μοναδικός ερμηνευτής.

— Αληθινός performer.

Ναι, προβάλλει αυτή την «κακή» persona, σαν να θέλει να σε τιμωρήσει. Αλλά, αν τον γνωρίσεις, είναι ο πιο γλυκός, ευγενικός, γενναιόδωρος άνθρωπος. Αγαπά τον χαρακτήρα που έχει δημιουργήσει. Μου είπε κάποτε ότι ο κόσμος χρειάζεται να βλέπει και κακούς και αγίους, γιατί όλοι έχουμε και από τα δύο μέσα μας. Και με το να είναι εκείνος ο «κακός» στη σκηνή, ο κόσμος δεν χρειάζεται να είναι κακός όταν πάει σπίτι. Οπότε κάνει χάρη στον κόσμο με το να παίζει αυτόν τον ρόλο.

— Αρκετά βαθυστόχαστο αυτό. Ας πάμε λίγο πίσω στον ανδρογυνισμό. Θα ήθελα το σχόλιό σου για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ αυτή τη στιγμή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ξέρεις πως από το Στόουνγουολ και μετά, ζήσαμε μια επανάσταση για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+. Μετά ήρθε το AIDS και μας έκανε να φαινόμαστε κακοί. Για κάποιους αξίζαμε την τιμωρία. Μερικές φορές έφτασα σε σημείο να το πιστεύω. Αλλά ήταν πραγματικά πολύ οδυνηρό. Ένας από τους αδερφούς μου πέθανε το 1991 από AIDS, ήταν 24 ετών. Είχα δύο ξαδέρφια που πέθαναν γύρω στα 20 τους, έχασα 100 φίλους μέσα σε 10 χρόνια, συνεργάτες μου, τον Ντον Πολ Γιόουελ, μια ιδιοφυΐα, ο κόσμος είναι φτωχότερος χωρίς αυτόν. Έχουμε υπομείνει πολλά, κι όμως, η κρίση του AIDS μας ενθάρρυνε να σταθούμε ενωμένοι ως κοινότητα. Και νομίζω ότι με τον καιρό θα ξεπεραστούν αυτά. Πάντα θα υπάρχουν ομοφυλόφιλοι. Έτσι στο μέλλον, θα υπάρξουν κάποιοι που θα αγωνιστούν για τα δικαιώματά μας και τότε θα βρούμε συμμάχους. Εννοώ συνανθρώπους που δεν είναι ομοφυλόφιλοι, αλλά θα μας υπερασπιστούν.

Εγώ και ο σύζυγός μου ελπίζαμε μετά τη νομιμοποίηση του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων, να αποκτήσουμε παιδιά μέσω παρένθετης μητέρας. Το 2013 φτιάξαμε και ένα σχετικό ντοκιμαντέρ, το «Two: The Story of Roman & Nyro». Περιγράφει την ιστορία της αναζήτησής μας για παρένθετη μητέρα. Και ήμασταν πρωτοπόροι εκείνη την εποχή ως άνδρες που προσπαθούσαν να αποκτήσουν βιολογικά παιδιά και όχι να αρκεστούν στην υιοθεσία. Ήταν σημαντικό για μένα, επειδή μέχρι τα 18 μου δεν ήξερα ποιος ήταν ο πραγματικός μου πατέρας. Ήθελα λοιπόν τα παιδιά μου να ξέρουν ποιος ήταν ο βιολογικός τους πατέρας. Βέβαια έχουμε και πολλούς φίλους που υιοθέτησαν παιδιά και έχουν όμορφες οικογένειες. Και το έκαναν γιατί υπάρχουν πολλά παιδιά που χρειάζονται σπίτι.

Αλλά νομίζω ότι τώρα, όλοι αυτοί που κυνηγούν τα τρανς άτομα, μετά θα έρθουν να κυνηγήσουν εμάς, και μετά θα βρουν κάποιον άλλον για να μισήσουν. Επειδή έτσι είναι οι άνθρωποι. Το δείχνει η ιστορία. Δεν το βλέπω πολιτικά, το βλέπω από την ανθρώπινη πλευρά. Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας από πού έρχεται ο καθένας και να μάθουμε να επικοινωνούμε. Ίσως έτσι ανακαλύψουμε ότι έχουμε περισσότερα κοινά απ’ όσα νομίζαμε – και πάνω απ’ όλα την κοινή επιθυμία να προστατεύσουμε τις οικογένειές μας και να ζούμε σε έναν όμορφο κόσμο. Αλλά, όπως ξέρεις, συχνά η τέχνη και η πρόοδος γεννιούνται μέσα από το χάος.

Πάρε για παράδειγμα την «Guernica» του Πικάσο – έναν πίνακα διαμαρτυρίας για βομβαρδισμούς, που άλλαξε την πορεία της ιστορίας της τέχνης. Κι όμως αυτό το έργο γεννήθηκε μέσα από κάτι τρομερό. Δυστυχώς, εγώ είμαι 73 και δεν θα είμαι εδώ για να δω την εξέλιξη. Αλλά οι γιοι μου θα είναι. Και κοιτάζοντας πίσω θα πουν: «Αυτές ήταν δύσκολες εποχές». Κι ελπίζω τότε ο κόσμος να είναι καλύτερος.

— Το ελπίζω κι εγώ. Ξέρω ότι αγαπάς πολύ την Ελλάδα, έχεις πολλούς φίλους εδώ κι έρχεσαι συχνά. Πες μου ένα πράγμα που λατρεύεις εδώ κι ένα που δεν αντέχεις.

Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους – τους δεσμούς τους, την ενέργεια, τα έντονα συναισθήματα. Ερχόμαστε στην Ελλάδα κάθε χρόνο, 17 χρόνια τώρα. Γνωρίζουμε όλο και περισσότερους ανθρώπους. Είναι η δεύτερη πατρίδα μας. Τα παιδιά μας, 25 χρονών πια, έρχονται μόνα τους. Έχουν φίλους με τους οποίους μεγάλωσαν μαζί στα σοκάκια της Φολεγάνδρου, παιδιά άλλων παραθεριστών που έρχονταν κι αυτοί κάθε χρόνο, ή παιδιά ντόπιων· έπαιζαν όλα μαζί. Και τώρα, φοιτητές πια, συνεχίζουν να συναντιούνται στο νησί.

Όσο για το μόνο που δεν μου αρέσει, είναι το… χταπόδι.

— Να και μια έκπληξη.

Ναι, ξέρω. Από τότε που είδα το ντοκιμαντέρ «My Octopus Teacher» – κάθε φορά που βλέπω χταπόδι, σκέφτομαι την ταινία και δεν μπορώ να το φάω. Τα πλοκάμια του έχουν το καθένα τους δικό του εγκέφαλο – για σκέψου το. Ξέρω ότι είναι παράδοση εδώ να τρώτε χταπόδι κι εγώ πάντα το λάτρευα. Αλλά πλέον δεν μπορώ να το φάω.

— Τελευταία ερώτηση, υπάρχει κάτι που δουλεύεις τώρα και μπορείς να το μοιραστείς μαζί μου;

Δουλεύω σε ένα μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ. Και όλα πάνε υπέροχα. Έπειτα από είκοσι και πλέον χρόνια δουλειάς, συνεργάστηκα με τον Νταβίτ Σίγκερσον. Είχαμε έξι σκηνοθέτες και επιτέλους βρήκαμε τη σωστή ομάδα, με σκηνοθέτη τον Σέρχιο Τρουχίγιο – έναν Κολομβιανό χορογράφο, που τώρα ασχολείται και με τη σκηνοθεσία. Βρήκαμε και τον βασικό παραγωγό και φαίνεται πως θα ανεβούμε, ελπίζω, τον Νοέμβριο του 2027. Εν τω μεταξύ κάνουμε workshops, είναι σε εξέλιξη. Είναι η αληθινή ιστορία της οικογένειάς μου πριν και μετά την Κουβανική Επανάσταση. Δεν μπορώ να πω τον τίτλο γιατί αλλάζει συνεχώς. Τον έχουμε αλλάξει τρεις φορές κι ακόμη τσακωνόμαστε για το ποιος είναι ο καλύτερος.

— Υπάρχει κάποια πληροφορία που μπορείς να μοιραστείς.

Μία από τις όμορφες αδελφές της μητέρας μου ήταν ερωμένη του τότε προέδρου, Φουλχένσιο Μπατίστα, και η άλλη ήταν παντρεμένη με έναν επαναστάτη, αλλά μετά την επανάσταση, όταν χώρισαν, έγινε ερωμένη του Κάστρο. Οι δύο αδελφές ήταν σε αντίθετες πλευρές της επανάστασης λοιπόν — δεν τα έβρισκαν στην πολιτική, αλλά ήταν πάντα αγαπημένες. Το μιούζικαλ είναι ένα τεράστιο project, με πολύ χορό, χιούμορ, αλλά και πολύ δράμα. Ένα από τα τραγούδια του, το «Where Do I Go From You», το ηχογράφησε η Μπάρμπρα Στρέιζαντ για το άλμπουμ της, ντουέτο με τον Τζος Γκρόμπαν.

— Υπάρχει κάποια πληροφορία που μπορείς να μοιραστείς.

Μία από τις όμορφες αδελφές της μητέρας μου ήταν ερωμένη του τότε προέδρου, Φουλχένσιο Μπατίστα, και η άλλη ήταν παντρεμένη με έναν επαναστάτη, αλλά μετά την επανάσταση, όταν χώρισαν, έγινε ερωμένη του Κάστρο. Οι δύο αδελφές ήταν σε αντίθετες πλευρές της επανάστασης λοιπόν — δεν τα έβρισκαν στην πολιτική, αλλά ήταν πάντα αγαπημένες. Το μιούζικαλ είναι ένα τεράστιο project, με πολύ χορό, χιούμορ, αλλά και πολύ δράμα. Ένα από τα τραγούδια του, το «Where Do I Go From You», το ηχογράφησε η Μπάρμπρα Στρέιζαντ για το άλμπουμ της, ντουέτο με τον Τζος Γκρόμπαν.

— Άρα μιλάμε για μια ιστορία αγάπης.

Ναι, μια ιστορία αγάπης δύο αδελφών. Οι άντρες ήταν απλώς… διακοσμητικοί.

— Καλή επιτυχία σε όλα λοιπόν!

Ευχαριστώ πολύ!