Μουσικη

Turboflow 3000: «Τα live μας και ο κόσμος μας είναι ένα safe space για όλους»

Οι Turboflow 3000 μιλούν στην ATHENS VOICE για τον τρόπο που δουλεύουν, συνεργάζονται και γράφουν τη δική τους ιστορία πάνω στη σκηνή
Τάνια Σκραπαλιώρη
ΤΕΥΧΟΣ 988
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Turboflow 3000: Μια μπάντα της πόλης, που παίζει με τους φίλους της για τα παιδιά της πόλης

Μεταπανδημική Αθήνα, κάποια στιγμή μέσα στη θολή διετία των πρώτων διαδοχικών lοckdowns. Στη στοά Παππού, πίσω από τη Σοφοκλέους, κι έξω από το Paper Tiger –ένα μπαρ που στο σύντομο πέρασμά του από την αθηναϊκή νύχτα μάς θύμισε πώς είναι να βγαίνουμε για να ακούσουμε μουσική–, ο Ανδρέας Μητρέλης, ο άνθρωπος πίσω από τo label της Veego Records, μου γνωρίζει σε κάποιο διάλειμμα του dj set του τον Γιώργο, aka Deezy, λέγοντάς μου ότι ετοιμάζει κάτι πολύ δυνατό –ένα μείγμα κιθάρας, electro και ραπ ρίμας– που θα τα ταρακουνήσει όλα. Είναι η πρώτη φορά που ακούω για το πρότζεκτ των Turboflow 3000 και για το πρώτο EP που είναι στα σκαριά. Βλέπω το t-shirt Turboflow 3000 που φοράει ο Γιώργος, συγκρατώ το όνομα και αναμένω να δω την εξέλιξη. 

Λίγο καιρό μετά, κυκλοφορεί το πρώτο επτάιντσο –με εξώφυλλο τη στάμπα που είχα δει στο t-shirt– με τα «Πυροτεχνήματα» και το «Σε όλα Ναι», ενώ το 2023 το κολάζ του «ΟΥΦΟ» παίζει πια στο πικ απ με τις «Fraoules», τη «Gata Keravnos» και το «Kanto Na Miazi Me Techni» να κερδίζουν παρέες, νησιά και dj sets σε πάρτι και μπαρ της γειτονιάς. Το μείγμα είναι αυτό ακριβώς που είχε υποσχεθεί ο Ανδρέας Μητρέλης: κιθάρες, electro, ραπ, εικόνες της Αθήνας όπως τη ζουν οι γενιές που μεγαλώνουν σ’ αυτή. Είναι πολλά υποσχόμενο, μάλλον δεν πρόκειται για πυροτέχνημα.

Η «ΒASSOKATARAH», το δεύτερο άλμπουμ των Turboflow 3000, που κυκλοφόρησε το 2025, δικαιώνει τις υποσχέσεις και ανεβάζει την μπάντα ακόμα πιο ψηλά. Οι κιθάρες υποχωρούν, τα drum machines σου παίρνουν το κεφάλι και οι ιδέες δίνουν και παίρνουν. Από τους Cure μέχρι τους Bicep και από τα flutes μέχρι ένα παραδοσιακό funky disco μοτίβο όλα χωράνε μέσα σ’ αυτό τον δίσκο, που είναι αρκετά πιο πολυεπίπεδος από ό,τι μπορεί να σκεφτεί κάποιος χορεύοντας με τη «Γλυκιά Καταστροφή» σε κάποιο πάρτι. Όπως χωράνε και όλοι οι καλοί, όλοι οι φίλοι και γνωστοί των Turboflow – από τον Pan Pan και την Καλλιόπη Μητροπούλου μέχρι τον Π.Ι.Ε.Β., τη Sci-Fi River και τον ΟΥΤΕΚΑΝ, που ο καθένας με το δικό του feat. συμπληρώνει ένα κομμάτι του παζλ του «BASSOKATARAH».

Καθώς ο Γιώργος (Deezy) και ο Γιάννης (Primal) μου διηγούνται την ιστορία αυτής της Μπασοκατάρας στη γειτονιά τους, το Μεταξουργείο, λίγα εικοσιτετράωρα πριν ανέβουν στη σκηνή του Gazarte Ground Stage, με τους φίλους και συνεργάτες τους, για τη δεύτερη ημέρα του Veego Records Showcase, αποκαλύπτεται κι ένα άλλο επίπεδο του άλμπουμ, το οποίο θα επιβεβαιωθεί από την πρόβα στην οποία θα τους ακολουθήσουμε αργότερα αλλά και από το ίδιο το live. H «BASSOKATARAH» δεν είναι απλώς ένας δίσκος, αλλά μια πλούσια φωτογραφία της στιγμής, του momentum που έχει αυτή η συγκεκριμένη παρέα και συλλογικότητα μουσικών και καλλιτεχνών, και της γωνιάς της σκηνής την οποία εκπροσωπεί.

― Δύο χρόνια χωρίζουν τo πρώτο σας άλμπουμ από τη φετινή σας κυκλοφορία που σκάει beats, συνεργασίες και εντυπώσεις, αφήνοντας τις κιθάρες του πρώτου δίσκου πιο πίσω. Υπήρξε δημιουργική αλλαγή; Κι αν ναι, πώς τη βιώσατε;

Deezy: Δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από τον πρώτο μας δίσκο. Ακολουθήσαμε την ίδια λογική. Ωστόσο το «BASSOKATARAH» ξεκίνησε ως mixtape, δεν προοριζόταν εξαρχής για το δεύτερο άλμπουμ μας. Μετά το «ΟΥΦΟ» είχαμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε κάποια beats, αλλά παράλληλα ετοιμάζαμε και το δεύτερο άλμπουμ, που δεν ήταν το «BASSOKATARAH». Αλλά κάπως γουστάραμε μ’ αυτό, θέλαμε πάρα πολύ να το βγάλουμε. Και όλα έγιναν με γρήγορους ρυθμούς. Οι συνεργασίες με τα υπόλοιπα παιδιά έγιναν πολύ γρήγορα, οπότε αποφασίσαμε να δουλέψουμε αυτό πρώτα.

Ίσως γι’ αυτό να ακούγεται κάπως αλλιώτικο σε σχέση με το «ΟΥΦΟ», αν και δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Απλώς στην αρχή το βλέπαμε ως ξεχωριστό πρότζεκτ, ως «BASSOKATARAH» mixtape, ένα mixtape από τους δυο μας, που θα παρουσιάζαμε ως κάτι άλλο, ως ένα instrumental πρότζεκτ με διαφορετικό branding. Είχαμε φτιάξει και λογότυπο, με death metal αισθητική. Αλλά μετά είπαμε ότι έτσι κι αλλιώς οι δυο μας είμαστε σε όλα από την αρχή, γιατί να ξεκινήσουμε κάτι άλλο που στον πυρήνα του θα είναι ίδιο μ’ αυτό που κάναμε; Έτσι, τελικά η «BASSOKATARAH» έγινε το δεύτερο άλμπουμ των Turboflow 3000.

Primal: TO «ΟΥΦΟ» ήταν ένας πρωτοποριακός δίσκος, ιδίως για την εποχή του. Η «ΒASSOKATARAH», νομίζω, είναι η έξοδος από το comfort zone μας.

― Οι συνεργασίες στο άλμπουμ είναι πολλές, από τον Pan Pan και τη VASSIŁINA μέχρι τον Π.Ι.Ε.Β., 0-100 seirene και Sci-Fi River. Είναι αυτή μια οργανική ένδειξη μιας ευρύτερης καλλιτεχνικής κοινότητας;

Deezy: Ναι, όλο αυτό έγινε πολύ οργανικά. Δεν το βάλαμε στόχο να κάνουμε ένα mixtape και να φέρουμε τους πάντες για να συμμετέχουν σ’ αυτό. Όταν φτιάχναμε τα tracks και τα beats, είπαμε ότι θα είναι αυτά τα 15 κομμάτια – τόσα ήταν στην αρχή. Ακούγαμε κάθε track και λέγαμε αυτό θα το δώσουμε σ’ αυτόν, αυτό σ’ εκείνον, αυτό θα πηγαίνει πιο πολύ στον άλλον. Κάπως έτσι επιλέξαμε ποιο beat θα ταίριαζε στον καθένα. Φυσικά όλο αυτό χτίζει μια κοινότητα, δηλαδή όλοι είναι φίλοι μας, παίζουμε μαζί – εμείς στα live τους κι εκείνοι στα δικά μας. Κι όλες αυτές οι συνεργασίες συνδιαμόρφωσαν και την «BASSOKATARAH». Σιγά σιγά ο καθένας που συμμετείχε έλεγε και κάτι, διαμόρφωνε και λίγο το άλμπουμ. Και έτσι έγινε κάτι συλλογικό. Όλα έγιναν αβίαστα και όλοι γούσταραν που συμμετείχαν.

― Είναι όλη αυτή η κουλτούρα των συνεργασιών και των mixtapes κάτι που κουβαλάτε από τη ραπ, τη hip hop και την κουλτούρα των MCs; Γιατί είστε παιδιά της ραπ, που στο «ΟΥΦΟ» την παντρέψατε με τα ροκ μοτίβα.

Deezy: Από μικρός, όταν έγραφα ραπ, βαριόμουν να γράφω μόνος μου. Οπότε δεν νομίζω πως υπάρχει ούτε ένα κομμάτι το οποίο να έχω κάνει ολομόναχος. Σε ό,τι αφορά τον ήχο, μεγάλωσα ακούγοντας ραπ, μάλιστα μέχρι μια ηλικία άκουγα σχεδόν αποκλειστικά ραπ. Έπειτα από κάποια χρόνια, όταν βγάλανε οι Ρόδες το «Silent Disco», είπα ότι κι εγώ θέλω να κάνω κάτι τέτοιο, κάτι τέτοιο θέλω να είμαι. Ήθελα το ραπ να έχει μια άλλη μορφή. Κιθάρες, synthesizer, drum machines. Τώρα στο «BASSOKATARAH» υπάρχει μια άλλη προσέγγιση, που έχει πάρα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

― Συναντήσατε κάποια πρόκληση σ’ αυτό το πάντρεμα; Είτε εσωτερική, δημιουργική είτε από κάποιον εξωγενή παράγοντα;

Deezy: Όχι, δεν αντιμετωπίσαμε κάποια πρόκληση. Απλώς κάθε φορά που φτιάχνουμε κάτι είναι μια έκπληξη για μένα. Το ακούω και λέω οκέι, γουστάρω. Κι αν το γουστάρεις εσύ, τίποτα άλλο δεν έχει την παραμικρή σημασία. Όταν, πέρυσι τον Αύγουστο, φτιάχναμε το «ΒASSOKATARAH» και ηχογραφούσαμε το «FOMO» εδώ στο Μεταξουργείο, το ακούγαμε στο repeat, χοροπηδώντας μόνοι μας.

Primal: Νομίζω ότι έχει να κάνει με το ότι, όταν φτιάχνουμε κάτι, δεν πάμε με κάποιο ξεκάθαρο πλάνο, δεν βάζουμε κάτω τα δεδομένα, δεν ακολουθούμε κάποιο σχέδιο. Απλώς υπάρχει μεγάλος δημιουργικός αυθορμητισμός.

Deezy: Κι αυτό, νομίζω, φαίνεται σ’ αυτό το άλμπουμ, γιατί τα κομμάτια είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Ακούμε πολλά είδη μουσικής και υποσυνείδητα επηρεαζόμαστε απ’ όσα ακούμε την εκάστοτε περίοδο. Όταν γράφαμε αυτόν τον δίσκο ακούγαμε πάρα πολύ Jamie xx, Fred again… αλλά παράλληλα και όλα τα ραπ που βγαίνουν –δεν αφήνουμε κυκλοφορία ραπ–, και κάπως όλα αυτά δένουν μεταξύ τους.

― Ήδη, πριν ακόμα από την «BASSOKATARAH», τα live σας έχουν γίνει μεγαλύτερα, με πλήρη μπάντα και πολύ κόσμο στη σκηνή. Έχει αλλάξει αυτό τη συνθετική σας προσέγγιση; Έχετε, δηλαδή, στο μυαλό σας όταν γράφετε ότι το τάδε κομμάτι θα παιχτεί από full band, με ό,τι αυτό συνεπάγεται;

Deezy: Η συνθετική μας προσέγγιση δεν έχει αλλάξει. Με την μπάντα παίζουμε όσα κομμάτια πιστεύουμε ότι θα βγουν καλύτερα έτσι. Αν πιστεύουμε ότι κάτι δεν θα βγει καλό, δεν το κάνουμε.

― Στα live σας, και με τoυς καλλιτέχνες των features που ανεβαίνουν στη σκηνή και με τον κόσμο από κάτω, δημιουργείται η αίσθηση μιας κοινότητας, μιας γωνιάς εντός της σκηνής, στην οποία υπάρχει μια νέα δραστηριότητα. Το βιώνετε κι εσείς έτσι;

Deezy: Ναι, γίνονται πράγματα. Κάπως όλοι έχουν ενεργοποιηθεί τελευταία. Πάρε για παράδειγμα τον ΟΥΤΕΚΑΝ, χρόνια μουσικός, εξαιρετικός κιθαρίστας και δεν είχε βγάλει προσωπική κυκλοφορία τόσα χρόνια. Νομίζω ότι όλοι έχουν στραφεί στη δημιουργία κι αυτό είναι γαμάτο. Είμαστε όλοι φίλοι, είναι και όλοι τους παιχταράδες. Όλοι έχουμε να κερδίσουμε απ’ αυτό που συμβαίνει.

― Έχουμε λοιπόν κάτι που, παρά τα όσα και όποια προβλήματα έχει αυτός ο χαρακτηρισμός, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «σκηνή»;

Deezy: Δεν ξέρω ακριβώς αν υπάρχει σκηνή. Φαίνεται ότι κάτι γίνεται στο indie, αλλά μπορώ να μιλήσω μόνο για τους ανθρώπους που γνωρίζουμε και με τους οποίους συνεργαζόμαστε. Είμαστε βέβαια και τόσο πολλοί, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είμαστε μια σκηνή από μόνοι μας.

― «Ζω μέσα στο underground, όπως και να το δεις»: H «BASSOKATARAH» κλείνει με το track «Vasilias tu Underground». Τι είναι για εσάς underground στην Ελλάδα του 2026;

Deezy: Κάποτε δεν ήταν ο τρόπος να δημιουργείς χωρίς πολλά μέσα; Σήμερα η έννοια του underground δεν είναι η ίδια με την έννοια που είχε ο όρος παλιότερα. Δεν ξέρω αν έχει να κάνει τόσο με το τι πραγματικά είναι underground με όρους περασμένων δεκαετιών ή με το τι πρεσβεύει κάποιος με την καλλιτεχνική παρουσία του και τη γενικότερη στάση του. Ο ΛΕΞ, ας πούμε, είναι underground αυτή τη στιγμή; Νομίζω, λοιπόν, ότι το underground είναι πια μια έννοια για τον τρόπο που δουλεύουμε και το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε.

― Πώς θα ορίζατε το κοινό στο οποίο απευθύνονται οι Turboflow 3000, που σας ακολουθεί και όσο περνάει ο καιρός μεγαλώνει;

Deezy: Δεν έχω ιδέα (γέλια). Πιστεύω ότι έχει απ’ όλα. Δεν νιώθω ότι έχουμε κάποιο κλειστό μουσικό target group, ότι απευθυνόμαστε, ας πούμε, μόνο στο ραπ κοινό ή κάτι άλλο.

Primal: Νομίζω ότι το target group είναι οι εαυτοί μας. Είμαστε οι μεγαλύτεροι fans μας (γέλια). Πάντως, αν πρέπει να πούμε κάτι για το όποιο κοινό διαμορφώνεται, αυτό είναι πως τα live μας είναι κάπως σαν ένα safe space, ένα ασφαλές μέρος για όλους τους ανθρώπους. Ξέρουν πως θα πάνε σε ένα μέρος που θα ακούσουν τη hard-κορίλα, την αλητεία, τη ραπ και τη δυνατή μουσική, αλλά δεν θα αισθανθούν άβολα εκεί. Θα νιώσουν οικεία και όμορφα, αλλά παράλληλα θα έχουν και την ευκαιρία να βγάλουν την «άγρια» πλευρά τους ελεύθερα. Πιστεύω ότι αυτό που κάνουμε κι αυτό που είμαστε είναι ένα safe space για πολύ κόσμο.

― Μετά την αλλαγή παραδείγματος που έφερε ο Pan Pan πριν από λίγα χρόνια με την «Ανισόπεδη ντίσκο» (αλλά και με τον προπομπό του «Χτύπα με σαν ρεύμα στην πίστα») υπήρξε μια έκρηξη δημοφιλίας γύρω από τον ευρύτερο electro pop και synth pop εγχώριο ήχο. Πιστεύετε ότι η σκηνή «πάσχει», ας το πούμε έτσι, από φαινόμενα μιμητισμού; Και πώς καταφέρνει κανείς να αποφεύγει παγίδες επανάληψης και να παραμένει δημιουργικός;

Deezy: Ο καθένας επηρεάζεται από τον διπλανό του – κι εμείς αυτό κάνουμε. Δεν ξέρω, σε όλες τις μπάντες και τα σχήματα βρίσκω κάτι μοναδικό. Μπορεί να έχουμε όλοι τα μπάσα και τα synths, αλλά ο καθένας έχει ένα δικό του χαρακτηριστικό. Νομίζω ότι απλά αυτός που διαφέρει λίγο σήμερα είναι εκείνος που δεν μπαίνει στο Splice για να φτιάξει μουσική, αλλά ξεκινάει από το μηδέν, βάζει την προσωπική του δημιουργία μέσα στη μουσική του και δεν επαναπαύεται στις έτοιμες λύσεις.

Primal: Έχουμε καταφέρει να έχουμε μια ελευθερία στο δημιουργικό κομμάτι. Δεν είναι ότι έχουμε κάποιον πάνω από το κεφάλι μας να μας πει κάντε αυτό, κάντε το άλλο, ή ότι το νιώθουμε εμείς έτσι. Συνήθως τις ιδέες τις ξεκινάει ο Γιώργος, όμορφα κι ωραία, και εγώ ακούω, μπαίνω, και μετά διαδέχεται ο ένας τον άλλον. Γι’ αυτό είναι και παραμένει original όλο αυτό. Δεν είναι ότι ξυπνήσαμε ένα πρωί και είπαμε ότι θα γίνει κάτι συγκεκριμένο για να κάνουμε εκείνο ή το άλλο. Είναι κάτι εντελώς αυθόρμητο. Ένα track μπορεί να βγει από κάτι που γράψαμε μια μέρα που καθόμασταν στον καναπέ, εκεί που βαριόμασταν, κι αυτό να είναι η βάση. 

― Με τι παθαίνετε FOMO;

Deezy: Όταν οι άλλοι είναι έξω και εμείς μέσα. Με τις παρέες, όταν μαζεύονται πολλοί και εμείς λείπουμε. Είναι δύσκολος ο ύπνος εκείνα τα βράδια.

― Αυτό το κομμάτι σας, το «FOMO», μυρίζει βαθιά καλοκαιριάτικη Αθήνα του τώρα. Τι σας λείπει απ’ αυτή την Αθήνα;

Deezy: Ένα καλό μπαρ ν’ ακούμε μουσική. Τίποτα άλλο.

― Ποιο θα θέλατε να είναι το αποτύπωμα της μπάντας, το legacy των Τurboflow 3000 σε χ χρόνια από σήμερα;

Primal: Θα ήθελα σε κάποια χρόνια να ακούς κάτι και να λες «Α, αυτό θυμίζει “ΒASSOKATARAH”» (γέλια). Πάντως αυτή η ιστορία με το legacy νομίζω ότι έχει καταστρέψει πολλές μπάντες και σχήματα στην Ελλάδα. Πολλοί βιάστηκαν να φτιάξουν ένα legacy, πιέστηκαν, κι όλο αυτό τους άφησε πολύ πίσω, ενώ είχαν πολλά χρόνια μπροστά τους ώστε να δημιουργήσουν και να κάνουν πράγματα. Πολλοί βιάστηκαν να γίνουν legends. Και κάπως αυτό έχει «ρίξει» πολλούς ανθρώπους και πολλές μπάντες. Ειδικά στη hip hop σκηνή που μεγαλώσαμε εμείς βιαστήκαμε να κάνουμε legends ανθρώπους από πολύ νεαρή ηλικία, που θα μπορούσαν να συνεχίσουν να δημιουργούν χωρίς αυτό το «βάρος». Όλο αυτό τους οδήγησε ουσιαστικά στο να μην υπάρχουν σήμερα. Δηλαδή δεν είμαστε σε θέση τώρα, με δύο άλμπουμ, να μιλήσουμε για legacy. Ακόμα στήνουμε την μπάντα μας. Νομίζω ότι μέχρι σήμερα που απαντάω σ’ αυτή την ερώτηση δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου αυτή η λέξη. Είμαστε εδώ, δημιουργούμε, υπάρχουμε. Μέρα με τη μέρα. Εβδομάδα με την εβδομάδα. Έτσι είναι η ζωή για όλους, έτσι είναι και για τους μουσικούς.

**Πατάμε το stop στην ηχογράφηση, λέμε κάνα δυο κουβέντες ακόμα με τα παιδιά, πληρώνουμε τις μπίρες και φεύγουμε. Έχουν πρόβα για το live που θα παίξουν για το διήμερο Veego Records Showcase, το τελευταίο Σάββατο του Ιανουαρίου. Τους ακολουθούμε στο προβάδικο, αράζουμε μαζί τους και με την μπάντα τους όσο περνάνε το setlist. To κουδούνι της πόρτας του στούντιο χτυπάει συνέχεια, κάθε φορά κι ένας άλλο guest, κάθε φορά κι ένα άλλο γνωστό πρόσωπο από τα γνωστά μέρη και τις γνωστές σκηνές. Η Μαίρη από τους Ledeloue, η Xanthί, ο Π.Ι.Ε.Β. και ο Pan Pan. Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, τα λένε, ανταλλάσσουν πρόσφατες εμπειρίες από τη σκηνή. Ο καναπές έξω από το στούντιο «φιλοξενεί» μια παρέα.

Η παρέα αυτή θα μεταφερθεί έπειτα από δύο βράδια στη σκηνή του Gazarte. To live δουλεμένο, βελτιωμένο, ανεβασμένο, η «ΒASSOKATARAH» με όλα της τα features λειτουργεί πολύ καλά και κερδίζει το στοίχημα που ακούσια θέτει η παραγωγή της.

Αλλά το πιο σημαντικό σ’ ένα live σαν κι αυτό είναι ο κόσμος, ο τρόπος που αγκαλιάζει αυτό που γίνεται στη σκηνή, που σωματοποιεί το γκελ χορεύοντας το «FOMO» σε ένα σταυροδρόμι που Millennials και Gen Z συναντιούνται για να ξεδώσουν στην πόλη που τους ενώνει.

Κάπου εκεί θυμόμαστε αυτό που είπε ο Γιάννης για το safe space που βλέπει στα live τους. Αλλά και κάτι άλλο που είπε σ’ αυτές τις δυο κουβέντες που αλλάξαμε αφού είχε πατηθεί το stop στο rec. «Έχουμε κουραστεί να μας αντιμετωπίζουν τα μέσα, εμάς και τη μουσική μας, σαν κάτι διαφορετικό, σαν κάτι “εξωτικό” που έσκασε από το πουθενά και κάνει κάτι ξένο. Είμαστε εδώ όπως όλοι, μουσικοί όπως και οι άλλοι. Δεν είμαστε ξένο σώμα». Και αυτό βλέπουμε σ’ αυτή τη σκηνή. Ένα παρεϊστικο live που πράγματι λειτουργεί και ως ένα safe space πάρτι από μια μπάντα της πόλης και τους φίλους της, για τα παιδιά της πόλης – τίποτα δεν είναι λιγότερο ξένο απ’ αυτό.