Μουσικη

Γιώργος Παπαστεφάνου: Ο σπουδαίος ραδιοφωνικός παραγωγός και παρουσιαστής μιλάει στην Athens Voice

65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση σε μια ζωή γεμάτη από ελληνικό τραγούδι

Γιώργος Παπαστεφάνου: 65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση σε μια ζωή γεμάτη από ελληνικό τραγούδι
Γιώργος Παπαστεφάνου. 65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση © Τάσος Ανέστης

Γιώργος Παπαστεφάνου: Συνέντευξη με τον άνθρωπο που έφερε το κοινό σε επαφή με τους σπουδαιότερους Έλληνες συνθέτες, σε μια πορεία 65 ετών σε ραδιόφωνο και τηλεόραση

Η μεταπολεμική περίοδος υπήρξε για τη χώρα μας μια εποχή πρωτοφανούς ζύμωσης για τα γράμματα και τις τέχνες. Από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής ραδιοφωνίας μέχρι τη διεύρυνση της θεματολογίας των εφημερίδων και των περιοδικών, ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός διαμόρφωσε τότε ουσιαστικά το περιβάλλον μέσα από το οποίο θα απευθυνόταν στο ευρύ κοινό, αυτή τη νέα εποχή. Αφενός με το ξεκίνημα του Δεύτερου και Τρίτου Προγράμματος, η ψυχαγωγία γίνεται μέρος της καθημερινότητας ενός λαού που την είχε ανάγκη έπειτα από μια ταραγμένη από κάθε άποψη περίοδο. Αφετέρου, οι δεκαετίες του 1950 και ’60 υπήρξαν περίοδοι ακμής για το ελληνικό θέατρο, με εξαιρετικούς θιάσους και παραστάσεις, καθώς και την υποστήριξη ιστορικών πλέον θεσμών όπως το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Τη στιγμή που η νεολαία της εποχής γοητεύεται όλο και περισσότερο από αυτά τα νέα ερεθίσματα, ένα 19χρονο παιδί μιας κλασικής αστικής οικογένειας της πρωτεύουσας αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του ραδιοφώνου, έχοντας πίστη στις γνώσεις και την ήδη διαμορφωθείσα αισθητική του. Το ’70 και κάποια ακόμα χρόνια μετά, ο Γιώργος Παπαστεφάνου έχει αφήσει –με τη φωνή, την πένα και την παρουσία του εν γένει– ένα από τα πιο ισχυρά αποτυπώματα στα ελληνικά πολιτιστικά δρώμενα.

Είναι η φωνή και η παρουσία που έφερε τους Έλληνες σε επαφή με τον πλούτο του ελληνικού τραγουδιού. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ δημιουργών όπως ο Ξαρχάκος και ο Σπανός, ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης, και ενός κοινού που έψαχνε τις εγχώριες σταθερές και αναφορές του, σε έναν κόσμο γεμάτο από κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες και αλλαγές, ειδικά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Από αγαπημένες εκπομπές όπως η «Μουσική βραδιά» και φυσικά το «Καλησπέρα, κύριε Έντισον», μέχρι τους στίχους που σκάρωνε στα φοιτητικά του χρόνια και σιγοτραγούδησε πλήθος κόσμου στη συνέχεια.

Πρόσφατα ο Γιώργος Παπαστεφάνου δώρισε το πλούσιο αρχείο του στην ΕΡΤ, με τα βινύλια, τις εκπομπές και τις έντυπες εκδόσεις να αποτελούν ένα ανεκτίμητο χρονογράφημα των ελληνικών τεχνών κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ακόμα όμως και αυτή η σπουδαία αφορμή φαντάζει ελάχιστη μπροστά σε όλα αυτά τα οποία θα ήθελε κανείς να συζητήσει μαζί του, να «σκαλίσει» προσπαθώντας να φωτίσει σημαντικές πτυχές της χρυσής εποχής του ελληνικού πενταγράμμου και όχι μόνο.

Τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στο Παγκράτι. Ευδιάθετος και χαμογελαστός, δίνει από τις πρώτες κουβέντες την εντύπωση ανθρώπου που αγαπά τον διάλογο και τις ιστορίες, που συζητά άνετα με τους νεότερους σε ηλικία. Άλλωστε το κλισέ της ηλικίας είναι απλά ένα νούμερο, κάτι που ισχύει απόλυτα και στην περίπτωσή του.

«Ή “Γιώργο”, ή “κύριε Παπαστεφάνου” θα με λες. Πάντως όχι “κύριε Γιώργο”. Όπως έλεγε και η Μελίνα Μερκούρη σε συνεντεύξεις: “Ή Μελίνα ή κυρία Μερκούρη”».

Η προσφώνηση «Γιώργο» μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση μια αστειότητα, ωστόσο ο οικοδεσπότης μας μας κάνει από την πρώτη στιγμή να νιώθουμε εξαιρετικά άνετα, ρωτώντας για την καταγωγή και τα βιώματά μας.

«Έχω ν’ ανέβω στη Θεσσαλονίκη τρία-τέσσερα χρόνια. Οι Θεσσαλονικείς φίλοι μου, όπως ο Λευτέρης ο Κογκαλίδης, θύμωναν όταν έλεγα ότι είναι η αγαπημένη μου πόλη στον Βορρά. Τους ενοχλούσε ο χαρακτηρισμός “ερωτική”. Αλλά, όταν ήμασταν έφηβοι, ήταν ακριβώς αυτό. Ερωτική, ελεύθερη και προχωρημένη πόλη για εκείνη την εποχή».

Γιώργος Παπαστεφάνου: 65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση σε μια ζωή γεμάτη από ελληνικό τραγούδι
Γιώργος Παπαστεφάνου © Τάσος Ανέστης

Γίνεται εξαρχής φανερό πως η συζήτηση θα διακλαδώνεται και οι αναμνήσεις του Γιώργου Παπαστεφάνου θα αρχίσουν να του «χτυπάνε» την πόρτα όλες μαζί. Πώς άλλωστε θα μπορούσε μια πορεία 65 ετών να αναδειχθεί ανεξάρτητα από τις μικρές και μεγάλες ιστορίες και συναντήσεις που τη συνόδευσαν;

«Πέρασα το κατώφλι της ΕΡΤ σε ηλικία 19 ετών. Ένα παιδί που του χαμογέλασε η τύχη. Ήμουν ακροατής του ραδιοφώνου και είχα γοητευτεί από την εκπομπή της Φραγκίσκης Ψαχαροπούλου-Καρόρη. Την πήρα τηλέφωνο να της το πω και καταλήξαμε να συζητάμε εξονυχιστικά για τις τέχνες, το θέατρο και τον κινηματογράφο, τη μουσική – για όλα αυτά που αγαπούσα. Τότε πολύ απλά μου είπε “Κάνεις για ραδιόφωνο. Θέλεις να δουλέψεις μαζί μου;”. Έτσι μπήκα στο ραδιόφωνο – χάρη στη Φραγκίσκη. Οι γονείς μου το δέχτηκαν πολύ ζεστά. Ο πατέρας μου είπε να κάνω αυτό που νομίζω, απλά να του πάω το πτυχίο! Βλέπετε, ήδη ήμουν πρωτοετής στη Νομική. Τελείωσα τη σχολή, καθώς είμαι άνθρωπος που, όταν ξεκινώ κάτι, κοιτάω να το τελειώσω.

»Επικρατούσε τότε η πεποίθηση πως “οι καλλιτέχνες πεθαίνουν στην ψάθα”. Ήταν διαδεδομένη στα παιδιά των αστικών οικογενειών. Φυσικά, μόνο αλήθεια δεν ήταν. Το περιβάλλον το δικό μου καλλιεργούσε τις καλλιτεχνικές μου τάσεις αλλά ήθελε και το πτυχίο. Δοκίμασα τη Στατιστική ως πιθανή επιστήμη. Αλλά τρόμαξα με τα νούμερα στην Ανωτάτη Εμπορική κι έτσι στράφηκα στα Νομικά. Δεν τα εξάσκησα ποτέ, αλλά έμαθα πώς λειτουργεί η επιστήμη, είναι ένας τίτλος που χαίρομαι που τον έχω.

Έχει περάσει διάφορες φάσεις το ραδιόφωνο, αλλά είμαι πάντα οπαδός της “ιδέας” του

»Εκείνη την εποχή, λοιπόν, στο εθνικό ραδιόφωνο υπήρχε μια πραγματική αφρόκρεμα. Πριν καν πάω εγώ, είχαν περάσει ο Μάριος Πλωρίτης, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, μέχρι κι ο Οδυσσέας Ελύτης. Κάποιους τους πρόλαβα, και νιώθω μεγάλη τύχη που έζησα αυτή την περίοδο. Αισθανόσουν την πνευματικότητα με το που έμπαινες μέσα στο ίδρυμα. Έκτοτε έχει περάσει διάφορες φάσεις το ραδιόφωνο, αλλά είμαι πάντα οπαδός της “ιδέας” του.

»Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που “στέγαζε” τις τέχνες. Πολύ μικρό με πήγαν οι γονείς μου στο θέατρο, σε καλό θέατρο. Στα εφηβικά μας χρόνια, με τους κολλητούς μου στο Βαρβάκειο τρέχαμε σε παραστάσεις και μαζεύαμε το πρόγραμμα των θεάτρων, παίρναμε αυτόγραφα κ.λπ. Το 1957, στο ινστιτούτο όπου μαθαίναμε αγγλικά τρεις φίλοι από το σχολείο, η διευθύντρια μας μίλησε για έναν νέο σκηνοθέτη που μόλις είχε έρθει από την Αμερική και ήθελε να ανεβάσει μια παράσταση με τους μαθητές. Δηλώσαμε κατευθείαν συμμετοχή και οι τρεις και περάσαμε τον χειμώνα με πρόβες στη Σχολή Σταυράκου, στην οδό Μπόταση. Ο σκηνοθέτης ήταν ο Ροβήρος Μανθούλης. Κι έτσι στο τέλος της χρόνιας ανεβάσαμε την παράσταση, που πήγε πάρα πολύ καλά, βασισμένη σε ένα έργο του Ουίλιαμ Σαρογιάν. Μια πολύ “δύσκολη” θεατρική κριτικός της εποχής, η Ελένη Ουράνη (γνωστή και ως Άλκης Θρύλος), έγραψε για μας ότι είχαμε “ψυχή”. Κι ήταν αλήθεια αυτό. Κάπως έτσι είχα τη θεατρική εμπειρία, καθώς μου είχε περάσει η ιδέα να γίνω ηθοποιός. Όταν όμως εξομολογήθηκα την επιθυμία μου στην ηθοποιό Ελένη Χαλκούση, εκείνη μου είπε χαρακτηριστικά: “Δεν θέλουμε άλλους ηθοποιούς στο θέατρο. Θέλουμε καλούς θεατές στην πλατεία”.

»Αυτό νομίζω ότι έγινα. Ένας καλός θεατής, καλά πληροφορημένος, διαβασμένος και με δύσκολο γούστο. Όχι μόνο στο θέατρο, αλλά γενικά στις τέχνες. Αυτό υπήρξε και στη δουλειά μου βασικός παράγοντας. Πάντα ήθελα έναν ακροατή ή θεατή με τις δικές μου ευαισθησίες και γνώσεις γύρω από τις τέχνες, ίσως και το δικό μου γούστο. Αυτό ήταν το κριτήριό μου. Απέφυγα καθετί το λαϊκίστικο».

Μελετώντας το αρχείο του Γιώργου Παπαστεφάνου, το οποίο δώρισε πρόσφατα στην ΕΡΤ, πέφτουμε πάνω στον τίτλο Εκλογή. Άγνωστο όνομα στους νεότερους, η Εκλογή ήταν ένα από τα πρώτα –αν όχι το πρώτο– πολιτιστικά έντυπα στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1950. Η αναφορά στο όνομα φέρνει στο μυαλό του κυρίου Παπαστεφάνου ένα από τα πρόσωπα που τον επηρέασαν όσο λίγα στη ζωή και την καριέρα του.

Γιώργος Παπαστεφάνου: 65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση σε μια ζωή γεμάτη από ελληνικό τραγούδι
Γιώργος Παπαστεφάνου © Τάσος Ανέστης

«Ένα από τα πρόσωπα που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη ζωή μου και με επηρέασε πολύ και η πένα της ήταν η Ελένη Βλάχου, η διευθύντρια της Καθημερινής. Είναι από τις δημοσιογράφους που μου λείπουν πολύ, όπως και η Μαρία Ρεζάν. Η Ελένη Βλάχου ήταν και μια σπουδαία εκδότρια. Έβγαλε τη Μεσημβρινή, ενώ επίσης είχε “υιοθετήσει” ένα περιοδικό στο πρότυπο του Reader’s Digest ή του γαλλικού Selection. Αυτό λοιπόν ήταν η Εκλογή. Στη συνέχεια, το 1960 κυκλοφόρησε τις Εικόνες, oι οποίες ήταν στο στιλ του Paris Match ή του Time, με τη φωτογραφία να παίζει τον πρώτο ρόλο και τη συνοδεία πολύ ωραίων κειμένων. Η Ελένη Βλάχου υπήρξε και από τα βασικά στελέχη-πρωτεργάτες της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Ήταν ένα από τα πρότυπά μου μαζί με τον Μάριο Πλωρίτη και τον Βάσο Βαρίκα, όσον αφορά το θέατρο».

Ιστορίες, αναμνήσεις, συναντήσεις. Έχουμε απέναντί μας έναν άνθρωπο που δεν τυχαίνει απλά να έχει ζήσει τη χρυσή εποχή του ελληνικού τραγουδιού και της δισκογραφίας, αλλά όντας εκεί από την αρχή ήταν αυτός που διαμόρφωνε σε μεγάλο βαθμό το κριτήριο του Έλληνα μουσικόφιλου με τις προτάσεις και τον πλούτο με τον οποίο ερχόταν σε επαφή.

«Νιώθω πολύ τυχερός που έζησα τις χρυσές εποχές του ελληνικού τραγουδιού. Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Η Φραγκίσκη Ψαχαροπούλου-Καρόρη ουσιαστικά εντυπωσιάστηκε από τις γνώσεις που είχα γι’ αυτούς. Όταν ξεκίνησα, βέβαια, να δουλεύω στο ραδιόφωνο, άρχισα να ανακαλύπτω όλο και περισσότερους δημιουργούς. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν ένας απ’ αυτούς, ο Γιάννης Σπανός, η Αρλέτα κ.ά. Κάθε φορά που ανακάλυπτα έναν ταλαντούχο ερμηνευτή, ένιωθα σαν να είχα κερδίσει το λαχείο, κι ήθελα να μοιραστώ τη χαρά μου με τον κόσμο. Αγαπημένη μου προϊσταμένη ήταν η Κίττυ Σολομού. Με αγκάλιασε και μου έδωσε φτερά από την αρχή. Ήταν η γυναίκα του σκηνοθέτη Αλέξη Σολομού. Όταν μιλήσαμε για τον Ξαρχάκο, της θύμισα ότι τον είχαμε παρουσιάσει νωρίτερα σε ένα αφιέρωμα, όταν και ακούστηκε για πρώτη φορά στο ραδιόφωνο. Από τότε ξεκίνησε, βέβαια, και η φιλία μου μαζί του, μια από τις πιο όμορφες στη ζωή μου. Η οποία είχε και ενδιάμεσο σταθμό τα τραγούδια που γράψαμε μαζί για τα “Κορίτσια στον ήλιο”».

Επανερχόμαστε. Η αναφορά σε Χατζιδάκι και Θεοδωράκη δεν μπορεί να περάσει χωρίς το περαιτέρω σχόλιο ενός ανθρώπου που έζησε την πορεία τους από κοντά. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου τους τοποθετεί με σαφήνεια στο ελληνικό πεντάγραμμο, αλλά και στην προσωπική του ζωή και πορεία.

Μεγάλωσα με Μάνο και Μίκη. Και οι δύο φώτισαν τη ζωή μου και τα νιάτα μου.

«Κοίταξε, ως δημιουργοί είναι μέγιστοι και οι δύο. Δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό να πω ποιος είναι καλύτερος από τον άλλον. Και οι δύο φώτισαν τη ζωή μου και τα νιάτα μου. Μεγάλωσα με Μάνο και Μίκη. Ως άνθρωποι ήταν και οι δύο πολύ “γύρω από τον εαυτό τους”. Δεν θα τους έλεγα αυταρχικούς ή δεσποτικούς, θα έλεγα όμως ότι επιβάλλονταν και ήθελαν να επιβάλλονται στους άλλους. Γι’ αυτό και ένιωθα πιο καλά με τους νεότερους, τη δική μου τη γενιά, τον Ξαρχάκο και τον Σπανό, που αναφέραμε. Παρεμπιπτόντως, μιλώντας για συνθέτες, να πω πως αγαπούσα ιδιαίτερα τον Ιωάννη Κωνσταντινίδη, γνωστό και ως Κώστα Γιαννίδη. Έτσι λοιπόν, συνθέτες σαν τον Ξαρχάκο και τον Σπανό ήταν αυτοί που γίνανε φίλοι μου. Όταν γνώρισα τον Μάνο και τον Μίκη, είχαν ήδη συμπληρώσει τον κύκλο των φίλων τους. Δεν χρειάζονταν φίλους, θέλανε οπαδούς και κοινό, θαυμαστές. Εγώ ήμουν θαυμαστής τους, αλλά δεν μπορούσα να παίξω τον ρόλο του οπαδού, του χειροκροτητή. Γι’ αυτό έμεινα σε κάποια απόσταση κι από τους δύο, αν και φυσικά τους έζησα ως επαγγελματίες, και στην ΕΡΤ μέσα. Μάλιστα με τον Μάνο είχαμε και μια περίεργη σύγκρουση-περιπέτεια, που τελικά μου βγήκε σε καλό. Κάποια στιγμή, όταν είχε έρθει στη ραδιοφωνία, έπειτα από ένα δυσάρεστο επεισόδιο με εξόρισε στις οικονομικές υπηρεσίες. Αυτός ήταν ο δρόμος –η «δυσμενής μετάθεση» δηλαδή– που τελικά με οδήγησε στην τηλεόραση».

Η αδυναμία του στον Σταύρο Ξαρχάκο είναι εμφανής και συνδυάζεται με μία ακόμα σπουδαία κλίση του Γιώργου Παπαστεφάνου, αυτή στη στιχουργική. Πώς προκύπτει η ανάγκη να γράψει κάποιος στίχους και πώς καταλήγουν αυτοί να γίνονται τραγούδι στα χείλη των Ελλήνων;

«Εκείνη την εποχή, με τους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη αρχηγούς, το ενδιαφέρον γύρω από το ελληνικό τραγούδι είχε ζωντανέψει πάρα πολύ. Υπήρχε και ο Αλέκος Πατσιφάς, με τη Fidelity πρώτα και μετά με τη Lyra. Στη Fidelity έγινε το ξεκίνημα με Χατζιδάκι, Μούσχουρη κ.λπ., ενώ στη συνέχεια ασχολήθηκαν η Columbia, η Odeon κ.ά. Ήταν μια εποχή που το τραγούδι πρωταγωνιστούσε. Υπήρχαν κι οι μπουάτ στην Πλάκα, οι οποίες λειτουργούσαν και ως εξαιρετικό φυτώριο για νέους καλλιτέχνες. Το τραγούδι ήταν μια καθημερινότητα. Έτσι λοιπόν, πάρα πολλά παιδιά από διάφορους χώρους –όχι μόνο καλλιτεχνικούς– άρχισαν να ασχολούνται. Σκεφτείτε πως ο Γιώργος Κοντογεώργος, ένας από τους καλύτερους συνθέτες του Νέου Κύματος, ήταν και είναι ένας εξαιρετικός γιατρός. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα λοιπόν, σε μια βαρετή παράδοση ενός μαθήματος, έγραφα στιχάκια ώστε να περάσει η ώρα. Αυτά τα στιχάκια κατέληξαν να είναι το “Μια αγάπη για το καλοκαίρι” και το “Μικρό ταξίδι στο γιαλό”. Φυσικά τότε δεν φανταζόμουν ότι μπορούν να μελοποιηθούν κιόλας, αλλά κάποια στιγμή ο Γιάννης Σπανός –τον οποίο σύστησα στον Πατσιφά– μου ζήτησε να του γνωρίσω νέους στιχουργούς, καθώς εκείνος, ζώντας στο Παρίσι, δεν τους ήξερε. Τότε του έδωσα τα δικά μου στιχάκια, ενώ του μίλησα και για την Καίτη Χωματά. Έτσι ξεκίνησα ως στιχουργός, έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί και το Νέο Κύμα.

»Στην πραγματικότητα το Νέο Κύμα ήταν ένα διαφημιστικό σλόγκαν. Ήταν το αντίστοιχο της Nouvelle Vague του γαλλικού κινηματογράφου, σε μετάφραση. Ουσιαστικά όμως ήταν η έμπνευση, η ποιότητα και το ενδιαφέρον ενός ανθρώπου: του Αλέκου Πατσιφά. Είχε προϊστορία στη δισκογραφία, ήταν από τους πρώτους που ηχογράφησαν και επέβλεπαν την ηχογράφηση δίσκων βινυλίου στη δεκαετία του 1950, όταν η Philips ξεκίνησε το προϊόν στην Ελλάδα. Όπως τα “Για μια μικρή λευκή αχιβάδα” και “Έξι λαϊκές ζωγραφιές” του Χατζιδάκι. Κάπου εκεί πήρε το μικρόβιο της δισκογραφίας. Όταν ξεκίνησε τη Lyra, έψαχνε νέους ανθρώπους που είχαν κάτι διαφορετικό να πουν. Αυτό ήταν το Νέο Κύμα. Μπορεί να ήταν μπαλάντα, αλλά μπορεί να ήταν και λαϊκό τραγούδι. Π.χ. με τον όρο Νέο Κύμα διαφημιζόταν και η Σωτηρία Μπέλλου, που ήταν μια άλλη μεγάλη κατηγορία. Αυτοί του παρελθόντος που ξαναγύριζαν ώστε να μη χαθούν και να μην ξεχαστούν».

Ο πειρασμός για την ιστορία πίσω από κάθε τραγούδι που έγραψε ο Γιώργος Παπαστεφάνου είναι μεγάλος. Επιλέγουμε το «Μια φορά θυμάμαι» ή «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες», όπως είναι ευρύτερα γνωστό. Αφενός είναι ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό δείγμα του Νέου Κύματος, αφετέρου καταδεικνύει την ιδιαίτερη σχέση του δημιουργού με την Αρλέτα.

«Καθαρά Δευτέρα του 1966. Βρισκόμαστε στην Ύδρα και ανακαλύπτω την Αρλέτα. Την πρότεινα στον Αλέκο Πατσιφά. Δεν ζήτησα κάποια αμοιβή ή κάποιο ποσοστό, ωστόσο ζήτησα να της γράψω τέσσερα τραγούδια. Πράγματι, έγραψα δύο με τον Κοντογεώργο και δύο με τον Γιάννη Σπανό. Ένα από τα δύο του Σπανού ήταν το “Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες”. Τα τραγούδια για την Αρλέτα γράφτηκαν “εύκολα”, καθώς ήταν μια ερμηνεύτρια που με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει μέχρι και σήμερα. Είναι από τα σημαντικότερα πρόσωπα που πέρασαν από το ελληνικό τραγούδι και καμαρώνω που ήμουν αυτός που την άκουσε και την ξεχώρισε, σ’ εκείνο τα ταξίδι. Άλλες φωνές που αγάπησα και αγαπώ είναι, φυσικά, η Μοσχολιού, η Φαραντούρη, η Χαρούλα και η Δήμητρα. Φυσικά τη Σωτηρία και τις άλλες φωνές του ρεμπέτικου, όπως η Μαρίκα Νίνου και η Στέλλα Χασκίλ, εξαιρετική φωνή και τραγουδίστρια, εβραϊκής καταγωγής από τη Θεσσαλονίκη. Η Χασκίλ, μάλιστα, ήταν η πρώτη που τραγούδησε το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι”».

Γιώργος Παπαστεφάνου: 65 χρόνια πορείας στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση σε μια ζωή γεμάτη από ελληνικό τραγούδι
© Τάσος Ανέστης

Επιστρέφουμε στα του ραδιοφώνου. Η δεκαετία του 1980 είναι η εποχή που πολλοί από εμάς ανακαλύπτουμε τον Γιώργο Παπαστεφάνου και το κύρος του στα μουσικά τεκταινόμενα της εποχής και όχι μόνο. Είναι επίσης μια εποχή που το Δεύτερο Πρόγραμμα θα κλείσει τα 30 του χρόνια, με το αφιέρωμα της ΕΡΤ το 1982 να φιλοξενεί σπουδαίες προσωπικότητες που συνδέθηκαν με την ιστορία της ελληνικής ραδιοφωνίας. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου θυμάται χαρακτηριστικά:

«Θυμάμαι, τότε κάναμε μια εκπομπή με την Τόνια Καράλη, ένα από τα ραδιοφωνικά είδωλα της παιδικής μου ηλικίας. Η Τόνια ήταν ηθοποιός του Κουν, από τη δεύτερη περίοδο, και είχε παίξει δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη την αδερφή της Μπλανς στο “Λεωφορείον ο Πόθος”. Αυτά τα λέω για σας που είστε πιο νέοι. Η Καράλη ήταν παντρεμένη με τον ηθοποιό Βασίλη Διαμαντόπουλο κι απέκτησαν μια κόρη μαζί. Όταν ξεκίνησε, λοιπόν, το Δεύτερο Πρόγραμμα έκανε μια εκπομπή με τίτλο “Το μουσικό μου λεύκωμα”. Το Δεύτερο ήταν ένα ευχάριστο συμπλήρωμα στο ειδησεογραφικό πρόγραμμα του σταθμού. Ήταν πιο ανάλαφρο, ας πούμε. Είχε ποικίλες εκπομπές και σ’ αυτό το ραδιόφωνο είχε πρωταγωνιστήσει η Φραγκίσκη Ψαχαροπούλου-Καρόρη ως δημιουργός. Κόρη της είναι η Τζουλιέττα Καρόρη, που κάνει εκπομπές στο Τρίτο Πρόγραμμα».

Η δωρεά του προσωπικού του αρχείου στην ΕΡΤ είναι η μία πλευρά για τη διάδοση της κληρονομιάς του Γιώργου Παπαστεφάνου στις νεότερες γενιές. Η άλλη είναι η συχνή του παρουσία στα social media, με αναρτήσεις γεμάτες από ιστορικά στοιχεία και σπάνιες πληροφορίες. Αναρτήσεις ικανές να κάνουν τον κάθε μουσικόφιλο να τις αναζητήσει και να τις επεξεργαστεί. Πρόκειται για ένα πραγματικά σπάνιο χάρισμα, ακριβώς το να παρακινείς τον αναγνώστη για ιστορίες που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με τις μουσικές του προτιμήσεις. Έντεχνοι, λαϊκοί, ροκάδες, παλιοί ακροατές που μεγάλωσαν με τη φωνή του, όλοι δίνουν συχνά ραντεβού στις αναρτήσεις του Γιώργου Παπαστεφάνου στο Facebook. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται συχνά και στο «Γραφείο 116».

«Προσπαθώ να θυμηθώ πώς ακριβώς ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με το ίντερνετ. Ήταν εξαιτίας ενός από τους πλέον αγαπημένους μου φίλους σ’ αυτή τη ζωή, του Κώστα Κωτούλα. Ο Κώστας είχε ξεκινήσει από τη διαφήμιση, αλλά μετά πέρασε στο ραδιόφωνο και στον 9,84. Ήξερε πολύ καλά το ελληνικό τραγούδι κι έκανε πολλές εκπομπές. Είχε γράψει μάλιστα και στίχους σε τραγούδια όπως το “Με πνίγει τούτη η σιωπή”. Ήμασταν, λοιπόν, πάρα πολύ αγαπημένοι φίλοι και πρώτος εκείνος ασχολήθηκε με το internet. Τον έπαιρνα τηλέφωνο για να τον συμβουλευτώ και είχα ενθουσιαστεί με το διαδίκτυο, που ήταν ένας φωτεινός παντογνώστης. Απαντούσε σε όλα. Άρχισε λοιπόν να γράφει ο Κώστας και παρασύρθηκα κι άρχισα να γράφω κι εγώ!

»Το 116 ήταν το γραφείο μου στην τηλεόραση. Όταν γύρισα από τις οικονομικές υπηρεσίες στην Αγία Παρασκευή. Διευθυντές τότε ήταν ο Γιάννης Λάμψας και ο Ροβήρος Μανθούλης. Θυμάμαι, ο Ροβήρος είχε φέρει μια φορά τον Ζορζ Μουστακί για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς. Και μου είπε πως ήθελε να το παρουσιάσω εγώ, που παρεμπιπτόντως ήμουν ακόμα στις οικονομικές υπηρεσίες. Τελικά κάναμε την εκπομπή, πήγε πολύ καλά κι επέστρεψα στην Αγία Παρασκευή! Στην τηλεόραση πια. Μιλάμε για το 1976. Έμεινα στην τηλεόραση μέχρι το 1993. Παράλληλα όμως έκανα και ραδιόφωνο. Το “Καλησπέρα, κύριε Έντισον”, το “Ράδιο Νοσταλγία”, τα διαφημιστικά της Lyra για πολλά χρόνια κ.ά.

Το ραδιόφωνο ήταν το “παιχνιδάκι” μου, στην τηλεόραση όμως έδωσα εξετάσεις

»Θα έλεγα πως το ραδιόφωνο ήταν το “παιχνιδάκι” μου, στην τηλεόραση όμως έδωσα εξετάσεις. Είναι πάρα πολύ δύσκολος χώρος, κι αν έχω να περηφανεύομαι για κάτι, είναι οι εκπομπές που έκανα στην TV. Εκεί όντως έδωσα εξετάσεις. Στην τηλεόραση ξεκινάς με ένα λευκό χαρτί που πρέπει να το γεμίσεις σταδιακά. Ξεκινάς δηλαδή από μια κεντρική ιδέα και προχωράς σε άλλες. Και με βοηθούσε πολύ το βλέμμα των καλών μου συνεργατών, του Κώστα Αυγέρη, της Δάφνης Τζαφέρη κ.ά. Έλεγα μια ιδέα και συχνά έβλεπα το πρόσωπό τους να φωτίζεται, οπότε έπαιρνα ορμή για παρακάτω. Κι αυτό το στάδιο της προετοιμασίας, τόσο στο ραδιόφωνο όσο και στην τηλεόραση, ήταν το πιο ευχάριστο για μένα. Το στάδιο κατά το οποίο συγκέντρωνα τις ιδέες μου».

Το πλούσιο αρχείο του Γιώργου Παπαστεφάνου βρίσκεται πλέον στην κατοχή της ΕΡΤ, πηγαίνοντας από το ένα σπίτι του στο άλλο ουσιαστικά. Πώς φαντάζεται το ταξίδι της συλλογής του από εδώ και πέρα;

«Πιστεύω πως θα υπάρξουν κάποια νέα παιδιά, όπως ήμουν εγώ νέος κάποτε, που θα σκύψουν πάνω από αυτή τη συλλογή, ώστε να βρούνε υλικό για τη δουλειά τους. Είτε έχει να κάνει με εκπομπές, είτε με βιβλία, έρευνα κ.λπ. Αγαπώ πολύ τα βιβλία που έχει αυτή η συλλογή και η ιστορία υπήρξε ένα από τα μεγάλα μου ενδιαφέροντα. Κι αν έκανα εκπομπές με παλιότερα τραγούδια ήταν ακριβώς επειδή αγαπούσα την ιστορία, όχι απαραίτητα από νοσταλγία. Ήθελα να “σκαλίσω” το παρελθόν και να το παρουσιάσω στους νεότερους. Όσον αφορά το μεγαλύτερο στοίχημα της ζωής μου, αυτό ήταν οι φίλοι. Υπήρξα πολύ τυχερός, γιατί είχα πολύ σπουδαίες φιλίες στη ζωή μου. Και θεωρώ ότι αυτό είναι το σημαντικότερο που πέτυχα».

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY