Μουσικη

TANGK: Οι IDLES επιστρέφουν με χάρη, στιλ κι ένα album αγάπης

Η μπάντα από το Μπρίστολ σε μία φιλόδοξη άσκηση ελευθερίας που θα συζητηθεί

Τάνια Σκραπαλιώρη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

IDLES: Πώς η μπάντα από το Μπρίστολ ξαφνιάζει τους fans με το νέο της άλμπουμ «TANGK»

«Oι IDLES δεν είναι μια punk μπάντα» - με αυτόν τον τίτλο κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες στους βρετανικούς Times η συνέντευξη του frontman των IDLES, Joe Talbot, με αφορμή το νέο, πολυαναμενόμενο πέμπτο album της μπάντας τίτλο “TANGK” που από την Παρασκευή είναι πια διαθέσιμο σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες. Και παρότι πολλοί και πολλά θα μπορούσαν να μπερδευτούν με μια τέτοια δήλωση, με το πρώτο play στο “TANGK” γίνεται πλήρως αντιληπτός ο ρόλος της στην νέα εποχή που ξημερώνει για την πολυσυζητημένη μπάντα από το Μπρίστολ.

Καθώς ο dreamy πιανιστικός καταρράκτης του εναρκτήριου “IDEA 01” ανοίγει με τον πιο μη – IDLES τρόπο το “TANGK” με τον Joe Talbot σε έναν απροσδόκητο κόντρα ρόλο crooner που θα συζητηθεί έρχεται στον νου ένας άλλος τίτλος μιας λίγο παλαιότερης συνέντευξης, την εποχή που κυκλοφορούσε το προηγούμενο IDLES album “CRAWLER”. Τότε ο Talbot είχε δηλώσει ότι ήθελε να γίνει περισσότερα από αυτό που γίνονταν οι IDLES – και μπορεί να αναφερόταν κυρίως στη σαρωτική live μηχανή την οποία τελειοποίησαν οι IDLES στις “CRAWLER” περιοδείες τους με shows – δυναμίτες που έκλεισαν όσα στόματα άνοιξαν για να τους αμφισβητήσουν την εποχή του “Ultra Mono” ωστόσο η δήλωση αυτή αποκτά νέο νόημα και περιγράφει με τον ιδανικό τρόπο το momentum της IDLES όπως αποκρυσταλλώνεται μετά τις πρώτες ακροάσεις του “TANGK”. Το momentum μιας σημαντικής rock μπάντας της γενιάς της στη φάση του πρώτου μεγάλου της ανοίγματος σε κάτι διαφορετικό που θα τους ξεκλειδώσει το επόμενο στάδιο της καριέρας τους. Η στιγμή που πέντε lads που έφτιαξαν το όνομά τους με ξέφρενες κιθαριστικές επιθέσεις στην ξενοφοβία, την τοξική αρρενωπότητα και τα λοιπά δεινά της σύγχρονης Βρετανίας (και του κόσμου) γυρνάει σε mode «Άνθρωπε Αγάπα» παίρνουν μια φιλόδοξη στροφή προς την πιο συναισθηματική πλευρά τους εξερευνώντας την εκφραστική τους ελευθερία.

Στο “TANGK” τα «παραδοσιακά» IDLES tunes, όπως το εξαιρετικό “Gift Horse” και την ανθεμική συνεργασία με τους LCD Soundsystem “Dancer” που έπαιξε δικαίως και επιτυχημένα τον ρόλο του απόλυτου προπομπού του album όλους αυτούς τους μήνες της αναμονής του, αφήνουν άφθονο χώρο στα νέας κοπής IDLES slowburners να ξετυλίξουν ένα IDLES album αλλιώτικο από τ’ άλλα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Grace” με τον Talbot να επιδίδεται σε μια επίδειξη της νέας φωνητικής προσέγγισης που υιοθέτησε για αυτό το album – ένα υβρίδιο του soulful κοινού ονείρου που είδε ο Talbot με τον παραγωγό Nigel Godrich και της σεσημασμένης αγριάδας που ανήκει ακόμα στον σκληρό πυρήνα του IDLES legacy.

Στον Nigel Godrich άλλωστε -τον παραγωγό των Radiohead που λόγω της σταθερής και βαθιάς συνεργασίας τους απέκτησε από κοινό και κριτικούς το badge του έκτου ανεπίσημου/επίτιμου μέλους της μπάντας- πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό η αισθητική αλλαγή του ήχου των IDLES στο “TANGK” και η επιστράτευση των βαθύτερων αποθεμάτων μουσικότητας που φαίνεται ότι υπήρχαν στη μπάντα και στη φωνή του Talbot. Ενώ το team της πιο μεγάλης και απαιτητικής παραγωγής των IDLES μέχρι σήμερα συμπληρώνουν ο στιλίστας Kenny Beats και ο κιθαρίστας της μπάντας Mark Bowen.

“No god, no king, I said love is the thing” τραγουδάει ο Joe Talbot στο “Grace” σε ένα δραματικό κρεσέντο έχοντας ήδη πέσει στα πατώματα με την vintage rock 'n' roll μπαλάντα του “Roy” και το ιδιότυπο βαλς του “A Gospel” – ένα τρίπτυχο ικανό να τεκμηριώσει τη λεζάντα του “TANGK” ως “love album”, εκείνου ακριβώς του “love album” που θα μπορούσε κανείς να περιμένει από τους IDLES.

Μπορεί κάποιοι σκληροπυρηνικοί fans των IDLES να μπερδευτούν λίγο με τα μέλια και τον έρωτα που έρχονται να φάνε σε αυτόν τον δίσκο τη μερίδα του λέοντος σε βάρος του κλασσικού καταγγελτικού, επιθετικού και κυνικού IDLES αφηγήματος ή με τα drones και το «προχωρημένο» sound design που κάνει συχνά την αιχμηρή κιθάρα του Mark Bowen αγνώριστη. Μπορεί ανάμεσα στην πλειοψηφία των διθυραμβικών σχολίων στο YouTube να υπάρχουν κι εκείνοι που ακούνε και ξανακούνε τον δίσκο προσπαθώντας να λύσουν αυτό το μπέρδεμα και να κατανοήσουν αυτή τη νέα φάση της αγαπημένης τους μπάντας. Το σίγουρο πάντως είναι ότι οι IDLES για μια ακόμη φορά δεν περνάνε αδιάφοροι. Έχοντας κατακτήσει αδιαμφισβήτητα μια θέση στον μουσικό χάρτη που όχι μόνο τους επιτρέπει αλλά και τους επιβάλλει να επιχειρήσουν κάτι μεγαλύτερο, να κοιτάξουν πιο ψηλά αλλά και να πλατύνουν το βλέμμα τους, το προσπαθούν και φαίνεται ότι μπορούν και να το καταφέρουν, τολμώντας να ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά τους, την παλέτα και το brand τους στην «αγάπη».

«Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αν θέλω ενσυναίσθηση και χάρη θα πρέπει και εγώ να εκλύσω ενσυναίσθηση και χάρη. Συνειδητοποίηση με το “TANGK” ότι χρειαζόμουν αγάπη, ότι ήθελα αγάπη. Γι’ αυτό έπρεπε κι εγώ να δημιουργήσω αγάπη, να εκλύσω αγάπη». Με αγάπη, χάρη και στιλ λοιπόν επιστρέφουν οι IDLES ακροβατώντας μεταξύ αιχμών και κοίλων, ανεβαίνοντας στα πρώτα για να πηδήξουν στα δεύτερα και να κολυμπήσουν εκεί αρκετή ώρα. Love is the Fing.