Μουσικη

Renaissance: H καλοκαιρινή αναγέννηση της Beyoncé

H μεγαλύτερη σταρ του πλανήτη τα κάνει όλα «κανονικά» και «όπως παλιά» συνεχίζοντας να απορρίπτει οποιαδήποτε νόρμα

Τάνια Σκραπαλιώρη
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Πώς η Beyonce δημιούργησε το νέο της άλμπουμ «Renaissance» - Η στροφή στη house μουσική και οι επιρροές από τη χορευτική μουσική των 70s και των 80s

«Η δημιουργία αυτού του album μου επέτρεψε να βρω έναν χώρο να ονειρεύομαι, μια οδό διαφυγής σε μια περίοδο πολύ τρομακτική για όλον τον κόσμο. Μου επέτρεψε να αισθανθώ ελεύθερη και περιπετειώδης σε μια χρονική στιγμή σχεδόν ολικής ακινησίας. Ελεύθερη από την τελειομανία και την υπερβολική σκέψη. Σε έναν χώρο όπου μπορούσα να φωνάξω, να ουρλιάξω. Να ελευθερώσω και να ελευθερωθώ. Αυτό το album ήταν ένα πανέμορφο ταξίδι εξερεύνησης».

Με αυτό το διαδικτυακό μήνυμα η -κατά πολλούς και όχι άδικα- μεγαλύτερη σούπερ σταρ του πλανήτη προλόγισε το έβδομο studio album της, με τον αντιπροσωπευτικό και περιεκτικά δηλωτικό τίτλο Renaissance, το οποίο κυκλοφόρησε επισήμως στις 29 Ιουλίου, σπέρνοντας λυτρωτικές upbeat φόρμες και δρέποντας τον ενθουσιασμό ενός κοινού που είχε σχεδόν ξεχάσει τη μουσική ενός ανέμελου χορευτικού καλοκαιριού.

Αν και η κυκλοφορία ανθεμικού lead single “BREAK MY SOUL” ήδη από τις 20 Ιουνίου είχε δώσει ξεκάθαρα διαπιστευτήρια για την καθαρόαιμη χορευτική φύση της πολυαναμενόμενης δισκογραφικής επιστροφής της Queen B -αποτελώντας μάλιστα μαζί με αυτήν του καναδού hip hop star Drake με το επίσης έβδομο studio album του, Honestly Nevermind τη mainstream αιχμή του δόρατος για αυτό που από τον μουσικό Τύπο στρογγυλοποιητικά βαφτίστηκε ως η μεγάλη «καλοκαιρινή επιστροφή της house»- κανένα spoiler ή teaser δεν μπορούσε να στερήσει από την ακρόαση του Renaissance το στοιχείο της άδολης έκπληξης και ευφορίας που συνοδεύει κάθε δίσκο που κερδίζει το διπλό στοίχημα της σημασίας και της απόλαυσης.

Το Renaissance έχει πράγματι ξεχωριστή σημασία στη δισκογραφία της Beyonce καθώς με πολλαπλούς τρόπους είναι μια ακούσια και εκούσια ταυτόχρονα «επιστροφή στις ρίζες» . στις ρίζες του μαύρου χορευτικού ήχου όπως γεννήθηκε στο μυαλό του Berry Gordy και στα ταπεινά αρχικά headquarters της Motown στη Λεωφόρο West Grand του Ντιτρόιτ, ανδρώθηκε στα decks των εμβληματικών djs του Σικάγο και του Ντιτρόιτ τη δεκαετία του 1980, έλαμψε στο ενδιάμεσο κάτω από τις ντισκομπάλες του Studio 54 στη Νέα Υόρκη σαγηνεύοντας την ποπ ιντελιγκέντσια και το star system της εποχής (άλλωστε και το ίδιο το εξώφυλλο του Renaissance με την Bey καβάλα στο κρυστάλλινο disco άλογό της έχει αναγνωσθεί ως ένας φόρος τιμής στις ιστορικές φωτογραφίες της έφιππης εισόδου της Bianca Jagger στο Studio 54) και διοχετεύτηκε κατά κύματα στη μεγάλη επανάσταση του hip hop, η οποία δεν λέει να αφήσει τα σκήπτρα της μέχρι και σήμερα. Αλλά και στις ρίζες περασμένων -θα έλεγε κανείς ανεπιστρεπτί- «αθώων» δισκογραφικών εποχών για την παγκόσμια βιομηχανία των σούπερ σταρ, όταν οι κυκλοφορίες ανακοινώνονταν «κανονικά», το promo ακολουθούσε ένα πεπατημένο πρόγραμμα με αρχή, μέση και τέλος, και ο δίσκος είχε κι εκείνος αρχή μέση και τέλος και μια ροή μελετημένη για να κόψει δρόμο προς τα μεγάλα dancefloors και τις λίστες των αγαπημένων των ακροατών σε όλον τον κόσμο.

Όσο για την απόλαυση, μια ακρόαση του Renaissance αρκεί για να εθιστεί ο μέσος ακροατής με τον ρυθμό μέσα του στην καλοκαιρινή ανάταση και ευφορία που εκλύεται από τα 16 κομμάτια του και τη μεθοδικά σχεδιασμένη ενσωμάτωση στοιχείων και samples από μια dance ρετροσπεκτίβα που καλύπτει από το soul διαμάντι “Think About It” της Lyn Collins σε σύνθεση και παραγωγή James Brown μέχρι τo θρυλικό “I Feel Love” του Giorgio Moroder και απ’ το “I’m Too Sexy” των Right Said Fred στο “Show Me Love” της Robin S. Και φυσικά τη λεπτοδουλειά που έχει γίνει στο κολάζ αναφορών, ήχων, ιδιωμάτων, στοιχείων και κουλτούρας στο έβδομο αυτό album της Beyonce προσυπογράφει το εντυπωσιακό dream  team των συνεργασιών που επιμελώς ατημέλητα συστράτευσε η Beyonce στο απελευθερωτικό της όνειρο, από τον “partner in crime” της ζωής της, Jay Z μέχρι το πολλαπλό ίνδαλμα της Grace Jones.

Το σημαντικότερο όμως όλων ίσως είναι αυτή η αναζωογονητική, αναγεννητική ανεμελιά και η ξενοιασιά που ξεχύνεται από κάθε πόρο του Renaissance και γητεύει τους αγουροξυπνημένους από πανδημικό λήθαργο χορευτές και θαμώνες των clubs ανά την υφήλιο, καθώς και όλους εκείνους που δύσκολα μπορούν να αντισταθούν σε μια καλοφτιαγμένη pop χορευτική επιτυχία. Εννοείται, βέβαια, ότι στη λίγκα που παίζουν stars όπως η Beyonce θα ήταν επιεικώς αυταπάτη ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι όλη αυτή η «χαλαρή» πλουραλιστική διάθεση δεν έχει προσχεδιαστεί με ακρίβεια, ότι και το παραμικρό beat δεν έχει βρει τη θέση του υπακούοντας μια χορογραφία ακριβείας. Όπως όμως συχνά συμβαίνει σε κάθε είδους τέχνη και επιστήμη, αυτή είναι και η μαγεία των σπουδαίων δίσκων, να κάνουν τα πιο δύσκολα και περίπλοκα πράγματα να φαίνονται απλά, εύκολα και αυθόρμητα.

Χωρίς, λοιπόν, το μυστήριο που συχνά ακολουθεί τις σύγχρονες μεγάλες κυκλοφορίες των μεγάλων μουσικών αστέρων παγκοσμίως και με casual διαφάνεια, χωρίς ψυχαναγκαστική κοινωνικοπολιτικοποίηση αλλά και με κεκτημένη, σταθερή, ανεπιτήδευτη θέση υπέρ των σεξουλικών, έμφυλων και ως εκ τούτου ανθρώπινων ελευθεριών, ερωτική και ηδονική με τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια και έννοια για την εικόνα της, χωρίς καμιά φαντασμαγορική καινοτομία και κάνοντάς τα όλα «όπως παλιά» η Beyonce σφραγίζει το πρώτο «κανονικό» καλοκαίρι με μια χαλαρότητα που όλοι είχαμε ανάγκη. Πατώντας σταθερά σε αυτόν τον ελεύθερο χώρο ονείρων και δημιουργίας που της χάρισε η τριετία της προετοιμασίας του Renaissance η κλείνει το μάτι στην Dangerously In Love εικοσάχρονη φλόγα των Destiny’s Child των αρχών των 00s και ολοκληρώνει τον μαγικό αριθμό 7 στην προσωπική της δισκογραφία, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εγκαινιάζοντας μια νέα εποποιία. Μπορεί σε πολλούς -κυρίως νεόκοπους- fans να λείπουν ήδη οι ρηξικέλευθες αιχμές του προηγούμενου ορόσημου του Lemonade αλλά ακόμα κι εκείνοι δεν μπορούν παρά να αναγνωρίσουν την απίστευτη ικανότητα της Beyoncé να αναγεννάται σε κάθε της βήμα, έχοντας εμπεδώσει, όσο λίγοι, ότι παρθενογένεση στην τέχνη, όπως και στη ζωή, δεν υπάρχει.