Μουσικη

Η Φλέρυ Νταντωνάκη που γνώρισα το 1975

«Από τα ωραιότερα τραγούδια, από την ωραιότερη φωνή, για μένα. Η Φλέρυ με έψαλε…»

Άγγελος Σφακιανάκης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο μουσικός παραγωγός Άγγελος Σφακιανάκης θυμάται τη γνωριμία του με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, το καλοκαίρι του 1975.

Στη Σχολή Κατσέλη πέρασα το 1972. Ήταν ένα θεατρικό εκπαιδευτήριο στη Νέα Σμύρνη. Μεγάλου Αλεξάνδρου 38. Μια Δραματική σχολή. Γύρω γύρω δικτατορία απαγορεύσεις και λογοκρισία κι εκεί Μεγάλου Αλεξάνδρου 38, μια φιλελεύθερη σχολή με ολοζώντανη πληροφορία. Πολυφωνία και αναζήτηση. Ενδιαφέροντες δάσκαλοι και ενδιαφέροντες συμφοιτητές. Υπό την μπαγκέτα του Πέλου Κατσέλη.

Στη γιορτή της αποφοίτησης του τρίτου έτους βρέθηκε μια κιθάρα και την μοιραστήκαμε τραγουδώντας με τον συμφοιτητή Κώστα Παπανικολάου. Εμείς οι πρωτοετείς. Μας πλησίασε η αποφοιτούσα Ουρανία Μπασλή και μας μίλησε για τον φίλο της, που έψαχνε να φτιάξει μια ορχήστρα νέων μουσικών για να παίζουν τα έργα του, που ήταν απαγορευμένα. Μας μιλούσε για τον Χρήστο Λεοντή. Μας ενδιέφερε και τους δυο. Ο Κώστας δεν μπορούσε να ενταχθεί αλλά ήθελε να τον γνωρίσει. Εγώ ήθελα να τον ακολουθήσω στο σχέδιό του. Συνάντησα εκεί μια πεντάδα εθελοντών. Σιγά σιγά ο ένας με τον άλλον μαζευτήκαμε μια μεγαλύτερη ομάδα. Μια ομάδα  μουσικών και όχι μόνον. Μας μάζεψε σαν «αδέσποτα» και με υπομονή και επιμονή μας έκανε ορχήστρα. Μια μικρή ορχήστρα. Αποκτήσαμε μια κοινή γλώσσα. Ήρθε στον χρόνο πάνω, ο Λοΐζος και μας χειροκρότησε. Ηχογραφούσαμε τα θεατρικά του Λεοντή. Παίζαμε σε συναυλίες. Εμφανιζόμασταν στην μπουάτ «Αγρύπνια».

Ήτανε καλοκαίρι του 1975. Το μεσημέρι ζεστό. Με κάλεσε ο Λεοντής να πάω στο σπίτι του. Στο τηλέφωνο είπε πως υπάρχει λόγος. Από το κλείσιμο των μπουάτ «Αγρύπνια», «Ρήγας», «Χνάρι», «Λύδρα», στην Πλάκα ως «κακόφημα κέντρα», από την Χούντα, είχαμε μείνει άστεγοι. Μου είπε πως υπήρχε κάποια πρόταση.

Εκείνα τα χρόνια από την Πλατεία Κολιάτσου στην Αγία Παρασκευή ήταν ταξίδι. Έφτασα απόγευμα. Έμενε σε μια παλιά μονοκατοικία με κήπο, μια στάση μετά το Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ. Είχε πλέον δροσίσει. Περίμενε την Φλέρυ Νταντωνάκη με τον Βαγγέλη Σκούρτη. Υπήρχε πρόταση από τον Σκούρτη να συνεργαστούν με τη Φλέρυ… Υπήρχε και μαγαζί για να μας φιλοξενήσει, το «Πολύτροπο» στην Πλάκα που έπαιζε την προηγούμενη χρονιά ο Χατζιδάκις.

Όταν έφτασαν βγήκαμε στο κεφαλόσκαλο να τους προϋπαντήσουμε. Ήταν σαν νεράιδα. Αλαφροΐσκιωτη. Σιγανά πατώ στη γη που λέει και το τραγούδι.

Φορούσε μια άσπρη πουκαμίσα. Κι εγώ φορούσα μια άσπρη πουκαμίσα. Είχε κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά. Κι εγώ είχα μακριά κατσαρά μαύρα μαλλιά. Μας σύστησαν. Σα να μη μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, σα να είμασταν πρωτόγονοι, άρχισε να μου κάνει νοήματα. Μου έδειξε την πουκαμίσα της και ύστερα την δικιά μου. Έψαχνε βουβά μια συμμαχία. Αρνήθηκε διακριτικά να μπει στο σπίτι. Με κοίταξε στα μάτια και απευθύνθηκε σε μένα. «Καλύτερα να κάτσουμε στον κήπο», είπε. Έβγαλε τα σαντάλια της και ένοιωσε το γρασίδι.

Κάθισε στα γόνατα. Κάθισα απέναντί της. Ένοιωθες τα φορτηγά της Μεσογείων να τραντάζουν το πράσινο. Μάζεψε την πουκαμίσα της και βολεύτηκε στη στάση του λωτού. Η Ουρανία σαν καλή οικοδέσποινα τη ρώτησε αν θέλει καφέ. Σα να με ήξερε χρόνια γύρισε και μου είπε «Εμείς θα πιούμε τσάι». Δεν αντέδρασα. Συμφώνησα. Τότε έκανα ομοιοπαθητική.

Ο Χρήστος, η Ουρανία και ο Βαγγέλης πήγαν προς την κουζίνα. Η Φλέρυ συνέχισε να ζητάει μια νεανική σύμπλευση υποδεικνύοντάς μου τις ομοιότητές μας. Τα μαλλιά, τις πουκαμίσες. Όλα αυτά βουβά. Με νοήματα και παντομίμες. Χάιδευε το χορτάρι. Άρχισε να πεταρίζει τα μεγάλα βλέφαρά της σαν την Νταίζη Ντακ. Και μετά τα αθώα παιδιαρίσματα, άρχισε να ψιθυρίζει τα Λιανοτράγουδα. Σα να έψαχνε κάτι σε μένα ή πίσω μου, άρχισε να τραγουδάει με εκείνο το αέρινο βιμπράτο. Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει… Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν τραγουδούσε γενικά. Τραγουδούσε για μένα. Έμεινα βουβός. Νομίζω πως όλα γύρω βουβάθηκαν. Τα τζιτζίκια, η βουή της Μεσογείων. Όλα. Ο χρόνος διαστέλλονταν από τις νότες της. Κυπαρισσάκι μου αψηλό ποια βρύση σε ποτίζει… Ούτε που σκέφτηκα να τραγουδήσω το μέρος του Ψαριανού. Όλα μου τα κύτταρα έγιναν αυτιά. Συνέχισε το τραγούδισμα. Ο Λεοντής, η Ουρανία και ο Σκούρτης έρχονταν με τα ροφήματα αλλά μόλις την άκουσαν έμειναν καθηλωμένοι δέκα μέτρα μακριά. Την περίμεναν να τελειώσει. Το είπε όλο. Έλιωσα. Από τα ωραιότερα τραγούδια, από την ωραιότερη φωνή, για μένα. Η Φλέρυ με έψαλε.

Ήρθαν τα ροφήματα και γίναμε μια παρέα. Η δουλειά συμφωνήθηκε. Θα παίζαμε την χειμερινή σεζόν με τη Φλέρυ Νταντωνάκη στο «Πολύτροπο». Βρεθήκαμε πάλι τον Οκτώβρη για πρόβες. Για να φθάσεις στην Πλάκα εκείνες τις μέρες έπρεπε να προσπεράσεις τις καθημερινές πορείες. Οι διαμαρτυρίες κατέληγαν στο Σύνταγμα. Η Φλέρυ ερχόταν αλλά δεν τραγουδούσε. Οι πρόβες είχαν εστιαστεί στο υπόλοιπο υλικό.

Στην Πλάκα τότε πριν ξεκινήσει η σεζόν είχαν επιτυχία οι μπουάτ με μάχιμα ονόματα. «Λημέρι», «Ταμπούρι», «Μετερίζι». Παίζανε αντάρτικα.

Η ορισμένη έναρξη πλησίαζε αλλά η Φλέρυ δεν είχε κάνει πρόβα. Το απέφευγε. «Από ποιο τόνο να το πούμε Φλέρυ»; «Από όποιο τόνο θέλεις αγάπη μου».

Από τα τραγούδια του Χρήστου κάποια στιγμή δοκίμασε το «Νανούρισμα» του Λόρκα. Στο πιάνο ήταν ο Λεοντής. Το είπε συγκλονιστικά. Γεμίσαμε αισιοδοξία.

Τραγούδια για το πρόγραμμά της, δεν μας έδωσε. Ήταν αναποφάσιστη. Ένα βράδυ ζήτησε να δοκιμάσει. Λίγο να επιλέξει τραγούδια λίγο να επιβεβαιωθούν οι τόνοι. Ανέβηκε χωρίς μικρόφωνο. Τη συνόδευαν ένα κοντραμπάσο, μια κλασσική, μια ακουστική, μια φυσαρμόνικα  και το πιάνο. Έκανε ένα φωνητικό αυτοσχεδιασμό και οδήγησε την ορχήστρα στο «Πουλί» του Χατζιδάκι και του Αργυράκη. «Πάω να πω στον ουρανό».

Ήμουν από κάτω και την απολάμβανα. Όταν έφτασε στο ρεφρέν. «Το πουλί δεν πιάνεται» άνοιξε απότομα τα χέρια της σαν να ήτανε φτερά. Τίναξε το κεφάλι της προς τα πάνω. Λες και ετοιμαζόταν να πετάξει. Όλο της το σώμα ήθελε να φύγει προς τα πάνω. Έγινε αητός. Η αναποφάσιστη καρδερίνα έγινε αητός. Έδωσε μια αγωνιστική διάσταση στο τραγούδι. Δεν ήταν τραγουδίστρια, ήταν κάτι παραπάνω από ερμηνεύτρια. Μια ηθοποιός που ενσάρκωνε τους στίχους. Όταν τελείωσε κατέβηκε από το πάλκο. Σα να έπιασε ουρανό και κατέβηκε. Σα να έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ενταχθεί στο μαχητικό κλίμα της εποχής. Μετά από αυτό όλο εύρισκε κάποια προβλήματα και δεν έκανε πρόβα. Η πολλά υποσχόμενη συνεργασία δεν έγινε ποτέ.