Μουσικη

Dead Can Dance: Ο Brendan Perry μιλάει στην ATHENS VOICE

Επιστρέφουν την άνοιξη στην Ελλάδα για δύο ξεχωριστές συναυλίες, και ο κορυφαίος συνθέτης μοιράζεται στιγμές και σκέψεις από τα μουσικά και προσωπικά του ταξίδια.

Δημήτρης Αθανασιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 817
8’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη Dead Can Dance: Ο Brendan Perry μιλάει για την πορεία του σχήματος, το προσωπικό του άλμπουμ με ρεμπέτικα και λαϊκά, τη μουσική και τη ζωή του.

Άλλαξαν τη μουσική προσθέτοντας στο δυτικό, σκοτεινό τους ύφος στοιχεία από την παγκόσμια μουσική, με έμφαση σε μυστικιστικές όψεις του ήχου της Ανατολής, αλλά δεν σταμάτησαν εκεί. Μετασχημάτισαν τα ιδιώματα που δανείστηκαν, διαμορφώνοντας ένα πλούσιο προσωπικό ιδίωμα που είναι αδύνατον να καταταχτεί σε κάποιο από τα γνωστά είδη της μουσικής. Τέσσερις δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους, οι Dead Can Dance θα εμφανιστούν στην Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» στο ΚΠΙΣΝ στις 19 Μαΐου και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 21 Μαΐου, στο πλαίσιο της περιοδείας «Europa 2022». Έχοντας συγκινήσει με το προσωπικό του άλμπουμ «Songs Of Disenchantment - Music From The Greek Underground» –έναν δίσκο που περιλαμβάνει αποκλειστικά ρεμπέτικα και λαϊκά και αφιερώθηκε σε όλους τους μετανάστες, του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος– ο Brendan Perry μιλάει για τον κόσμο της μουσικής και τις μουσικές του κόσμου.

Η περιοδεία «Europa 2022» συνεχίζεται, και θα έχουμε τη χαρά να σας δούμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε δύο χώρους με εκπληκτική ακουστική και τεχνικές προδιαγραφές, όπου ο ήχος θα μπορεί να αποδοθεί στον απόλυτο βαθμό, προκειμένου να παρουσιάσετε ένα best-of από το σύνολο της πορείας σας… Πώς αισθάνεστε που επιστρέφετε στις μουσικές σας παραστάσεις;
Μεγάλη ευχαρίστηση. Κράτησε πολύ. Δυόμισι χρόνια πλήρους απομόνωσης είναι μεγάλο διάστημα, πραγματικά. Ναι, ανυπομονώ, για την ακρίβεια, τον τελευταίο χρόνο εργάζομαι αποκλειστικά για τις συναυλίες. Νέες διασκευές, νέες παραγωγές, τεχνικές, νέος εξοπλισμός, ένταξη χορωδιακών διασκευών και νέων οργάνων επί σκηνής. Θα ήθελα να είναι το καλύτερο δυνατό όταν επιστρέψουμε στις παραστάσεις μας ξανά.

Ποτέ δεν σας άρεσε η ταμπέλα της «gothic μουσικής» στις πρώτες σας κυκλοφορίες. Την ίδια στιγμή, αυτή η υποκουλτούρα αγάπησε τη δουλειά σας. Τι πιστεύετε τώρα, ύστερα από σχεδόν 40 χρόνια, για αυτούς τους ήχους και εκείνες τις μέρες;
Όσον αφορά στις ετικέτες, πίσω στα πρώιμα στάδια αυτής της εξέλιξης, γνώριζα ότι θα εξελισσόμασταν συνεχώς και ότι θα κινούμασταν σε διαφορετικά μουσικά είδη, οπότε, όπως μπορείτε να φανταστείτε, το να χαρακτηριζόμασταν από ένα μόνο είδος ήταν εξουθενωτικό, κάτι που κανείς δεν ήθελε να συμμετέχει. Δύο είναι τα επίπεδα· το πρώτο είναι το δημιουργικό επίπεδο, όπου στην πραγματικότητα μαθαίναμε την τέχνη μας, μαθαίναμε πώς να τοποθετήσουμε μέσα στη μουσική όσα αισθανόμαστε, την εσωτερικότητα και τι υπάρχει στο «μάτι» του μυαλού μας, στη φαντασία μας. Αυτό παίρνει χρόνο, παίρνει χρόνια, έναν βαθμό της δεξιοτεχνίας των οργάνων – κοιτάζω πίσω έχοντας υπόψη αυτές τις θεωρήσεις. Όσον αφορά την παραγωγή, έχουμε κάνει λάθη, μπορούσαμε να ήμασταν καλύτεροι, το πρώτο άλμπουμ μπορούσε να είναι πολύ καλύτερο, όπως ήταν οι συνθήκες εκείνη την εποχή έπρεπε να βγει το περισσότερο που γινόταν, αλλά με την πίστη τελικά έχεις περισσότερο έλεγχο, εμπειρία και κατανόηση της τέχνης σου. 

Όταν αποφασίσατε να φύγετε από τη Μελβούρνη για το Λονδίνο, γνωρίζατε ότι θα είχατε την ευκαιρία να υπογράψετε στην 4AD και να ξεκινήσετε αυτό το ταξίδι;
Ναι, πάντοτε γνωρίζαμε ότι είχαμε την ευκαιρία να υπογράψουμε σε δισκογραφική, διαφορετικά δεν θα φεύγαμε ποτέ, για να είμαι ειλικρινής, αν δεν είχαμε αυτοπεποίθηση. Ένα πράγμα να σας πω, αναγκαστήκαμε κάπως να πάρουμε αυτή την απόφαση από πολλές απόψεις, επειδή με τη μουσική που κάναμε εκείνη την εποχή το κοινό ήταν πολύ μικρό σε αριθμούς, οι άνθρωποι που άκουγαν αυτό το είδος μουσικής. Όλα ήταν πολύ καλά σχεδιασμένα, και οι άνθρωποι έρχονταν όλη την ώρα στις συναυλίες μας, από το Σίδνεϊ στη Μελβούρνη, αλλά ποτέ, ποτέ, δεν παίζαμε μακριά από αυτά τα μέρη. Στην Αυστραλία ήταν πολύ δύσκολο εκείνη την εποχή αν πήγαινες μόνο στα προάστια, στα βαθιά προάστια της Μελβούρνης, για παράδειγμα – εκεί ζούσαν χωρικοί, συντηρητικοί, δεν ήθελαν να ακούσουν μουσική που θα τους έκανε να σκεφτούν, η μουσική τους ήταν απλώς για ψυχαγωγία, κάπου που να μπορούν να πάνε και να χορέψουν, όχι το είδος της μουσικής που κάναμε εμείς. Έτσι, ήμασταν κάπως αναγκασμένοι να μετακομίσουμε στην Ευρώπη, όπου ξέραμε ότι είχαμε ένα μεγάλο κοινό, πιο καλλιεργημένο ως προς τη μουσική που θέλαμε να ερμηνεύσουμε.

Παίζετε αρκετά καλά το μπουζούκι. Τι σας τράβηξε σε αυτό το όργανο;
Η μουσική ήταν η έλξη και στην πορεία ήθελα να παίξω το όργανο γιατί ήταν τόσο αναπόσπαστο κομμάτι των ρεμπέτικων, οπότε αυτό ήταν η κύρια έλξη. Η μετάβαση από την κιθάρα δεν ήταν πολύ μεγάλο άλμα παικτικά, γιατί και τα δύο όργανα έχουν τάστα, και τα δύο όργανα παίζονται σε δυτικές κλίμακες, οπότε δεν ήταν πολύ δύσκολο. Και κυρίως, ήταν η μουσική που ζητούσε να παίζω μπουζούκι.

Ο Brendan Perry σε συναυλία των Dead Can Dance στην Αθήνα, Θέατρο Λυκαβηττού, 23 Σεπτεμβρίου 2012 © Χρήστος Κισατζεκιάν

Πώς καταλήξατε στην επιλογή των κομματιών για το άλμπουμ σας «Songs Of Disenchantment - Music From The Greek Underground»;
Δεν ήταν εύκολο – διαθέτω μια μεγάλη συλλογή από ρεμπέτικα, περίπου 6.000 τραγούδια, υποθέτω ότι ήθελα να βρω ακόμα έναν αντιπρόσωπο ενός συγκεκριμένου ύφους, εννοώ ένα πιο κατευθυνόμενο προς το πειραιώτικο ύφος ρεμπέτικου, οπότε η πλειονότητα των τραγουδιών σε αυτό το άλμπουμ είναι σε αυτό το ύφος. Επίσης αγαπώ πολύ το ζεϊμπέκικο, αυτό το είδος ρυθμού, οπότε αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που περιόρισε και φίλτραρε την έρευνά μου. Στο τέλος, υποθέτω επικράτησαν αυτά που ένιωσα ότι ήταν δυνατότερα στιχουργικά, και προσπάθησα να βρω ισορροπία με τραγούδια που ήταν επίσης αντιπροσωπευτικά του ρεμπέτικου από διαφορετικές πτυχές. Πήρε πολύ χρόνο. Κοιτούσα σήμερα το πρωί για την ακρίβεια, νομίζω ότι ήταν 20 τραγούδια που δεν έβαλα στο άλμπουμ.

Έχετε αφιερώσει το «Songs Of Disenchantment - Music From The Greek Underground» στους μετανάστες σε όλο τον κόσμο. Ποια είναι η σύνδεσή σας μαζί τους;
Ήμουν κι εγώ ένας μετανάστης. Η οικογένειά μου μετανάστευσε στη Νέα Ζηλανδία όταν ήμουν 14, φτάσαμε εκεί με το πλοίο σε ένα ταξίδι 6 εβδομάδων από την Αγγλία στη Νέα Ζηλανδία, με ένα ελληνικό πλοίο ονόματι «Ελληνίς», το 1974. Ταυτίζομαι με όσους μετακινούνται στον πλανήτη, η οικογένειά μου είναι αγγλοϊρλανδική, η μητέρα μου μετανάστευσε στην Αγγλία, το οποίο δεν ήταν τόσο σπουδαίο ταξίδι, όμως διαθέτουμε, νομίζω, γονίδια νομάδων στην οικογένεια, που πηγαίνει χρονικά πολύ πίσω. 

Είναι η μουσική που σας ελκύει σε μια παραδοσιακή κουλτούρα ή μια παραδοσιακή κουλτούρα που σας ελκύει στην παραδοσιακή μουσική;
Νομίζω και τα δύο. Η ευθύτητα και η απλότητα των λέξεων της παραδοσιακής μουσικής, από τη μία, και η απλότητα και η ευθύτητα της μουσικής, επίσης. Στην ουσία, είναι το θεμέλιο της μουσικής. Όλη η δυτική μουσική απορρέει από την παραδοσιακή μουσική. Για μένα είναι σαν να πηγαίνεις στην πηγή, στην καρδιά. Η παραδοσιακή μουσική έχει μία απευθείας και στενή σχέση με τη φύση, και αυτό είναι κάτι το οποίο βρίσκω εμπνευσμένο, ένας φυσικός κόσμος δασών και λιμνών, βουνών και θαλασσών. Αντανακλά μια δυναμική σχέση με το περιβάλλον.

Είστε ένας άνθρωπος που έχετε ταξιδέψει πολύ στη ζωή σας. Ποιο είναι το πιο όμορφο μέρος που έχουν δει τα μάτια σας;
Να μια πονηρή ερώτηση… Νομίζω, πιθανότατα, τα νησιά Μπόρα Μπόρα του Ειρηνικού Ωκεανού. Είναι κλασικό, ηφαιστειώδες, εκπληκτικό μέρος.

Είστε ένας άνθρωπος που έχει επηρεάσει πολλούς άλλους· έχετε εμπνεύσει ανθρώπους να γίνουν μουσικοί. Πώς ορίζετε την επιτυχία;
Απλώς με το να είσαι ικανός να πετύχεις τους προσωπικούς σου στόχους, με όρους δημιουργίας. Να είσαι ικανός να δημιουργήσεις, μέσα από τη μουσική ή, μέσα από την τέχνη, μία φόρμα όπου περιγράφεις με επιτυχία αυτήν τη λειτουργία όσο το δυνατόν καλύτερα. Η περισσότερη δημιουργικότητα για έναν καλλιτέχνη είναι, πραγματικά, να περιγράψει τι υπάρχει στον εσωτερικό του κόσμο και να το δηλώσει στον έξω κόσμο, να το μοιραστεί με άλλους ανθρώπους. Αυτή η γέφυρα είναι η σχέση με την τέχνη, η κυριαρχία, τα φυσικά υλικά στη ζωγραφική, τα μουσικά όργανα, ξύλο, γλυπτική, και γι’ αυτό αποκαλούμαστε «Dead Can Dance», επειδή υπάρχει μια ολόκληρη διαδικασία στο να κάνεις το άψυχο έμψυχο. Το να προσδίδεις ψυχή στα πράγματα. Η δόνησή τους, η απομάκρυνση της αδράνειας και η δημιουργία της ζωής. Η τέχνη της δημιουργίας είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα στο καλλιτεχνικό επίπεδο.

Ακολουθείτε κάποιο είδος τελετουργικού πριν βγείτε στη σκηνή; Έχετε αντιμετωπίσει άγχος στη σκηνή;
Ποτέ δεν έχω υποφέρει από κάτι τέτοιο. Αν κάποιες φορές έχω τρακ, είναι επειδή νιώθω ότι δεν έχω κάνει αρκετές πρόβες. Χρειάζεται πολλή συγκέντρωση, και καμιά φορά αυτό είναι παράξενο, όμως γενικά τώρα δεν υποφέρω από νευρικότητα.

Είστε ένας πολυ-οργανίστας. Υπάρχει κάποιο μουσικό όργανο που ξεχωρίζετε περισσότερο από άλλα και, αν ναι, ποιο; Γιατί;
Την κιθάρα. Σε όλες τις μορφές. Ηλεκτρική, ακουστική. Είναι, πιθανότατα, το πιο εκφραστικό όργανο που δημιουργήθηκε από πολλές απόψεις, γιατί μια ηλεκτρική κιθάρα έχει εκπληκτικό ηχητικό ρεπερτόριο για να δουλέψεις, εκπληκτικά πολύπλευρο, περισσότερο από κάθε άλλο όργανο που γνωρίζω. Η κιθάρα, σίγουρα.

Τα πρώτα πέντε άλμπουμ σας ήταν αρκετά πιο σκοτεινά, σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένα στη μεσαιωνική μουσική, για να το θέσω γενικά, περισσότερο από ό,τι στη δυτική μουσική. Τι σας έκανε να προσθέσετε ethnic και ανατολικά στοιχεία στη μουσική σας από το «Into The Labyrinth» και μετά;
Νομίζω ότι προήλθε από ενδιαφέρον για τα αφρικανικά τύμπανα, αρχικά. Και στη συνέχεια από νοτιοαμερικανικά και ειδικότερα αφρο-βραζιλιάνικα τύμπανα. Έφτιαξα ακόμα και σχολή για παιδιά σε μια μικρή πόλη όπου ζούσα στην Ιρλανδία και τη λειτουργούσα για σχεδόν 10 χρόνια, διδάσκοντας βραζιλιάνικους ρυθμούς, οπότε αυτό ήταν πάντοτε στο πίσω μέρος και μέχρι κάποιον βαθμό το «Into The Labyrinth» επηρεάστηκε από αυτά τα ακούσματα και αυτό το είδος μουσικής.

© William Soulet Lacalmontie

Τι κάνετε για να φορτίσετε τις δημιουργικές σας μπαταρίες;
Συνήθως χασίσι. Μου αρέσει να καπνίζω. Όχι όλη την ώρα, όμως σε βοηθάει να βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά και να τα νιώθεις, διορθώνει το πρόβλημα όταν βρίσκεσαι σε δημιουργική «παύση» και όταν δεν υπάρχει διέξοδος. Μερικές ρουφηξιές μού τα λύνουν όλα αυτά, ανοίγουν πόρτες και δείχνουν νέους τρόπους για να πας στο επόμενο στάδιο.

Τα τελευταία σχεδόν δύο χρόνια της πανδημίας, έχουν αλλάξει πολλά στον κόσμο, πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο της μουσικής. Ποιες είναι οι βασικές σας σκέψεις για τον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη μέσα σε αυτόν τον κόσμο, λαμβάνοντας υπόψη τι συνέβη;
Είχε ενδιαφέρον, οι άνθρωποι βρέθηκαν με πολύ ελεύθερο χρόνο να ξοδέψουν για τον εαυτό τους, απομονωμένοι, για να σκεφτούν. Ένας φίλος μου έχει ένα κατάστημα με όργανα στο Λονδίνο και μου είπε ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας έκανε φανταστική δουλειά, επειδή όλοι ήθελαν να παίξουν κιθάρα, και εκείνος επιδιόρθωνε κιθάρες, πουλούσε κιθάρες με ρυθμούς που δεν είχε συναντήσει ξανά. Αυτό έγινε γιατί ο κόσμος ήταν στο σπίτι, και όλο αυτό τον ελεύθερο χρόνο ήθελε να τον χρησιμοποιήσει δημιουργικά. Οπότε πιστεύω ότι πιθανότατα θα γίνει μια κάποια επανάσταση τα επόμενα χρόνια, ίσως όχι αυτή τη χρονιά, αλλά σίγουρα τα επόμενα χρόνια, όπου όλη αυτή η δημιουργία μουσικής θα γίνει και ο από μηχανής θεός. Είναι μία περίοδος συλλογής, πιο πολύ από ποτέ. Με κάποιον άλλον που μίλησα μου ανέφερε ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τη θεραπευτική μουσική, τη yoga και τη μουσική με τύμπανα, όχι για τη χορευτική, την εορταστική μουσική. Περισσότερη μουσική που οδηγεί σε σκέψη και ίαση. Θα έχει ενδιαφέρον πώς θα εκδηλωθεί όλο αυτό μελλοντικά.

Ποια είναι τα σημαντικά στοιχεία για εσάς όταν αποφασίζετε να δουλέψετε με έναν άλλον μουσικό;
Με μία λέξη, ενσυναίσθηση. Αυτός ο μουσικός πρέπει να συμπάσχει με τη μουσική που θέλετε να μοιραστείτε με το κοινό. Ένας μουσικός πρέπει να θυσιάσει το εγώ και να είναι ένας αγωγός, ένα σκάφος μέσα από το οποίο μπορεί να ρέει η μουσική, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί η σωστή δυναμική και το συναίσθημα που είναι απαραίτητα για την παράσταση.

Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που σας έμαθε η ζωή, εντός ή εκτός μουσικής, και γιατί είναι σημαντικό;
Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση… μάθημα ζωής… Είναι δύσκολο να το απαντήσω αυτό… Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό…

Θυμάστε το πρώτο σας ταξίδι στην Ελλάδα; Πώς ήταν; Θυμάστε κάποια συγκεκριμένη συναυλία των Dead Can Dance στην Ελλάδα; Γνωρίζετε ότι έχετε πολλούς φίλους εδώ…
Πιθανότατα η συναυλία στον Λυκαβηττό, ετοιμάσαμε μερικά ρεμπέτικα τραγούδια, ήταν υπέροχα, ήμασταν επάνω στον λόφο τη νύχτα, με θέα όλη την Αθήνα, τα φώτα, το κοινό, ήταν πολύ μαγική και αξιομνημόνευτη εμπειρία. Δεν το είχα ξαναζήσει, όλο το κοινό να τραγουδάει μαζί σου και να ερμηνεύεις ένα τραγούδι που έρχεται απευθείας από την κουλτούρα τους, ήταν μια όμορφη στιγμή.