Μουσικη

Ero Seagull: Τα άγρια 20 είναι πολύ σημαντικό να τα ζήσεις fully

«Μια μέρα έτρωγα με την κόρη του Κόεν, την άλλη νοσηλευόμουν σε τρελάδικο...»

Δημήτρης Αθανασιάδης
ΤΕΥΧΟΣ 770
11’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη: Η Ero Seagull παρουσιάζει στην ATHENS VOICE το νέο της βιντεοκλίπ «Doin’ Our Game» και μιλά χωρίς δισταγμούς για τη ζωή της, το punk και το hip hop.

Kοσμογυρισμένη, απελευθερωμένη και ανανεωτική σε έναν κόσμο που αναζητά διαρκώς ταυτότητες, η Ero Seagull με το νέο τραγούδι «Doin’ Our Game», που κυκλοφόρησε πριν φύγει το 2020, ανατρέχει στην άγρια νιότη της και με αφορμή την οπτικοποίησή του από τον πολυβραβευμένο σκηνοθέτη Αντώνη Γλαρό, συστήνεται χωρίς δισταγμούς.

Μία από τις καλύτερές μου φίλες διάβασε το βιβλίο μου «Ero & The Remembrance» και μου είπε να γράψω ένα τραγούδι για αυτή τη δεκαετία της εξέγερσης. Αυτή η δεκαετία από τα 18 ήταν πολύ έντονη. Ζήσαμε ατίθασα, ελεύθερα, με την έννοια μη περιορισμένα. Από έξω φαινόταν άγριο όλο αυτό, τα ναρκωτικά, τα πάρτι, αλλά η βάση πάντα ήταν η αγάπη και η βαθύτερη ανάγκη να ανακαλύψουμε τον κόσμο από εμάς. Δεν είχαμε κάποια πρόθεση ούτε είχαμε υπ’ όψιν μας να γίνουμε αρεστοί ή αποδεκτοί. «We were doin’ our game, all we had was our story, Rock stars of unknown fame». Αυτά τα roaring twenties είναι πολύ σημαντικό να τα ζήσεις fully, όπως ο Τζακ στον «Τιτανικό» πιστεύω. Κι εγώ δεν ήξερα πού θα με βγάλει η ζωή. Μια μέρα έτρωγα με την κόρη του Κόεν, την άλλη νοσηλευόμουν σε τρελάδικο λόγω self abuse με LSD. Γενικά νιώθω ότι έχω ζήσει άπειρες ζωές και το «Doin’ Our Game» είναι ένα τραγούδι που το λέω στο μελλοντικό μου παιδί όταν είναι έτοιμο να καταλάβει ότι όλα γίνονται όπως πρέπει να γίνουν και όλα σε οδηγούν στον δρόμο σου. Είμαστε οι ράγες του τρένου που αν έστω και μία δεν ήταν εκεί θα εκτροχιαζόταν χωρίς να μας πάει στον τελικό προορισμό μας. 

Κάτσαμε με τον σκηνοθέτη Αντώνη Γλαρό και συζητήσαμε πολλούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε ένα οπτικοποιημένο αφήγημα, που να συχνοτίζεται με τους στίχους του τραγουδιού και με αυτό που είχα κι εγώ κατά νου να πω και να δείξω, «my journey». Είχαμε να αντιμετωπίσουμε τους περιορισμούς που υπάρχουν όσον αφορά τα γυρίσματα οποιασδήποτε παραγωγής λόγω lockdown. Ο Αντώνης είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει παλιό αρχειακό υλικό από την περίοδο που ζούσα στην Αγγλία σπουδάζοντας σε ένα art πανεπιστήμιο. Ήταν τότε που ζούσαμε στα άκρα, πράγμα που αποτυπώνεται και στους στίχους του τραγουδιού. Μια πρόσφατη μετακόμιση είχε φέρει στο φως όλους αυτούς τους αρχειακούς «θησαυρούς». Ο Αντώνης ήθελε να μπολιάσει όλο αυτό το αρχειακό υλικό με κάποια πλάνα από σύγχρονη φάση. Για παράδειγμα, σήμερα για να πας με τις φίλες σου στο πάρκο για ρόλερς, είναι οριακά νόμιμο, κατ’ αντιστοιχία με τη συμμετοχή μας σε συγκεντρώσεις κατά του πολέμου στο Ιράκ τότε. Οι καιροί μπορεί να αλλάζουνε αλλά η ζωτική επιθυμία ενός νέου ανθρώπου να αλλάξει τον κόσμο (του) και να αφήσει ένα αποτύπωμα ή το αποτύπωμά του παραμένει διαχρονικά επίκαιρη, κουβαλάει μια οικουμενικότητα. Αυτός ήταν ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο χτίσαμε το βιντεοκλίπ μας. Στα γυρίσματα που γίνανε με αυτή τη διεργασία σημαντικό ρόλο έπαιξε ο εξαιρετικός μοντέρ και μόνιμος συνεργάτης του Αντώνη, Γιώργος Αλεφάντης, καθώς και η Μυρτώ, που ανέλαβε το σύγχρονο μέρος της κινηματογράφησης, from dusk till dawn. Ένα τεράστιο ευχαριστώ στη Σοφία Αργυράκη, τη Γιώτα Καούκη, την Αναστασία Κατσικοπούλου και τη Βέφη Βαλσάμη, που ήρθαν να ρολάρουν από τις 5 το πρωί με τα ρίσκα που έχουμε. 

Μεγάλωσα στα Εξάρχεια, έκανα θεατρικές σπουδές στην Αγγλία, έζησα κάποια χρόνια στη Νέα Υόρκη, στη Φλόριντα, στη Γρανάδα, έφτασα στο Λονδίνο, επέστρεψα στην Αθήνα. Δεν είχα φόβο μέσα μου, όπου και αν πήγαινα σπίτι μου ήταν. Οι άνθρωποι βγαίναν από τον δρόμο τους εύκολα για να με βοηθήσουν, παντού συνάντησα ανθρωπιά, είτε ήμουν στην Ινδία είτε στη Νέα Υόρκη. Το έναυσμα για όλη μου τη δράση ήταν πάντα ο έρωτας. Αυτό με κινητοποιούσε, και η δράση μου χαρακτηριζόταν από την αμεσότητα. Δεν έκανα κάτι για να καταφέρω κάτι άλλο, ήμουν πάντα καλλιτέχνης, δεν είχα υστεροβουλία. Σκοπός μου δεν ήταν να δω μόνο τοπία και μουσεία ή να αποκτήσω εμπειρίες, όλα είχαν τη νομοτέλειά τους μέσα από τον έρωτα που ζούσα για τη ζωή. Όπου πήγαινα νόμιζαν ότι είμαι ντόπια, στο Ισραήλ μού μιλούσαν εβραϊκά, στην Ταϊλάνδη ταϊλανδέζικα. Έχω άπειρες μνήμες η αλήθεια είναι, στο κομμάτι λέω «we hitchhiked to Devon stayed homeless at night», που πίσω από αυτόν τον στίχο κρύβεται ένα ολόκληρο σύμπαν. Πήραμε άπειρα οτοστόπ με την κολλητή μου την Κασσάνδρα στην Αγγλία και αψηφούσαμε τους κινδύνους, είχαμε μπει σε ένα φορτηγό γεμάτο κόκα και η Κασσάνδρα κοιμόταν όσο ο οδηγός μού έλεγε την ιστορία της ζωής του, εμείς απολαμβάναμε δίχως καμία αίσθηση του φόβου. Ακολουθούσα πάντα τη μουσική, εμπιστευόμουν τη ζωή.   

Η καλύτερη συναυλία που έχω δώσει και η καλύτερη που έχω βιώσει; Είμαι ανάμεσα σε δύο και στα δύο ερωτήματα. Η μία που έχω δώσει στον διαγωνισμό «The Peoples Music Awards» στο Λονδίνο είναι μια αγαπημένη γιατί γνώρισα απίθανα άτομα και κατάλαβα πόσο μου αρέσει αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή. H άλλη είναι στη στοά Φέξη στο «Sounds Good Project», που ο κόσμος ήταν τόσο θερμός και τραγουδούσε μαζί μου, υπήρχε interaction. Όσο για αυτές που έχω βιώσει μια είναι στο «Ρόδον» με την μπάντα Deus που πήγαμε μετά όλοι στο «Decadence» και συνεχίσαμε το head banging σε μουσικές επιλογές του τραγουδιστή των Deus. Και η δεύτερη ήταν το 1995, θυμάμαι, μετά τις διακοπές, που είχε έρθει η Bjork στις 2 Σεπτεμβρίου στον Λυκαβηττό. Εγώ είχα κόλλημα μαζί της, και η μητέρα μου δεν είχε βρει εισιτήρια, αλλά μου λέει πάμε κι ό,τι γίνει. Περπατήσαμε μέχρι πάνω και μιλάει η μητέρα μου στους πορτιέρηδες και τους πείθει να μας βάλουν μέσα. Τους είπε πόσο σημαντικό ήταν για μένα να τη δω. Τότε ήταν λίγο πιο ελαστικά τα μέτρα. Βλέπω τη συναυλία σε πλήρη έκσταση και στο τέλος της συναυλίας η Bjork πέρασε από δίπλα μας και ήταν σε απόσταση αναπνοής. Δεν το πίστευα, είχε θολώσει το μυαλό μου και για αρκετή ώρα μετά δεν ήμουν ικανή να επικοινωνήσω με το περιβάλλον μου. Είχα μείνει εκεί. Ήταν είδωλό μου και της έγραψα και γράμμα που σε κάποια φάση το είδε η κολλητή μου η Τίνα που έμενε στη Νέα Υόρκη και κατάγεται από την Ικαρία, όπως εμείς, και μου ζήτησε το γράμμα να το έχει. Ήμασταν 15; Μετά από χρόνια η Τίνα δούλευε στη Νέα Υόρκη σε έναν οίκο μόδας και κάποια στιγμή δημιουργούσαν ένα φόρεμα για την Bjork και σε ένα δείπνο που είχαν πάει της είπε για την ιστορία μου και της έδωσε το γράμμα.  

Το κίνημα της punk πάντα σήμαινε οτιδήποτε έφευγε από τις νόρμες, ήταν μια πολιτική στάση, μπορεί να εκφραζόταν μέσα από τη μουσική, μέσα από τις ενδυματολογικές προτιμήσεις, μέσα από την τέχνη. Ακόμη κι αν σήμερα η αισθητική του έχει ενσωματωθεί με πιο mainstream αναφορές, η ανάγκη εξακολουθεί να είναι γνήσια και να παραμένει. Η punk δεν είχε να αποδείξει τίποτα σε κανέναν. Με την έκφρασή της κατόρθωσε να επικοινωνήσει μια πραγματικά abstract γλώσσα και είναι μια αντίσταση στο κατεστημένο το τότε. Ήταν μια εξέγερση με aggressive κιθάρες που προωθούσε την ατομική ελευθερία, μέσα από απόψεις ενάντια στην καθεστηκυία τάξη. Υπάρχει πάντα χώρος και ανάγκη στην κοινωνία, τουλάχιστον έτσι όπως τη γνωρίζουμε, για μια τέτοια έκφραση. Εγώ δεν περιορίζομαι απαραίτητα σε ένα είδος μουσικής, αφηγούμαι τον στίχο με συγκεκριμένο ρυθμό και μελωδία που στην περίπτωση του «Doin’ Our Game» ο Στέφανος Κρυσταλλίδης (producer, κιθάρες) το ενορχήστρωσε ως punk κομμάτι.   

© Chris Zinas

Σίγουρα, όταν πρωτοξεκίνησε το hip hop, ήρθε από μια βαθιά ανάγκη να εκφράσει αυτά που βίωνε το κάθε γκέτο, αλλά με το πέρασμα του χρόνου το είδαμε όλοι να γίνεται πιο pop ή mainstream, εμπορικό με λίγα λόγια, και να έρχονται στα κλιπ το χρήμα, το φαίνομαι cool και έχω όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω μου, και αυτά τα θεωρώ κλισέ του. Είναι λίγο ψεύτικα στα μάτια μου και δεν πηγάζουν από μια ειλικρινή ανάγκη εξωτερίκευσης, είναι βασισμένα σε μια ιδέα άλλη, μια όχι τόσο βιωματική αλλά φανταστική. Δηλαδή ο 2Pac μέσα από το βίωμά του έγραψε το «Changes», έγραψε «Ηe ’ll never get to lay back» και είδαμε ότι είχε δίκιο, τον σκότωσαν. Επίσης νιώθω ότι υπάρχει μια δυστοκία, ένα έλλειμμα δημιουργίας, όσον αφορά την αυθεντικότητα του hip hop και τη μεταφορά της στο τώρα, διότι έχει κατακλειστεί από μανιέρες και έτοιμες συνταγές. Ένας καλός δημιουργός συχνά φτιάχνει δικό του μονοπάτι, δεν πατάει απαραίτητα σε πολυσύχναστους δρόμους. Έχω δει και καινούργιες προσπάθειες που αξίζουν thumbs up αλλά είναι μετρημένες και ευελπιστώ σε μια επανάσταση της μουσικής που εύχομαι να πάρω μέρος. 

Πολύ συχνά στην κοινωνία μας πιστεύουμε ότι μόλις γίνω γνωστός θα είμαι ευτυχισμένος, μόλις πάρω προαγωγή θα ολοκληρωθώ σαν άνθρωπος. Ζούμε για το μετά.

 

Είχα την ευκαιρία να βρεθώ με τη Natalia Tena των Molotov Jukebox, τη Nymphadora Tonks του Harry Potter και την Osha του Game Of Thrones. Είναι ένα άτομο αξιαγάπητο που ήρθε και μου μίλησε ενώ εγώ ήμουν σε low mood μετά τη συναυλία μου στο venue Scala και είναι σαν νεράιδα φωτιάς που έρχεται και σε ξεσηκώνει. Γνωριστήκαμε και ένιωσα ανάταση ψυχής και μου λέει σε κάποια φάση, τι θες τώρα πραγματικά; Και της απάντησα let’s go and mingle, και πήγαμε να γνωρίσουμε κι άλλο κόσμο. Μου έκανε εντύπωση η άνεσή της, ο αέρας της. Εξαιρετική προσωπικότητα. 

Το αγαπημένο μου παιχνίδι ως παιδί ήταν να εξερευνώ το γραφείο του θείου μου που ήταν δίπλα από το σπίτι μας. Εκεί χανόμουν με τις ώρες ζώντας και δημιουργώντας το δικό μου γραφείο. Ένα ακόμα αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το Heroes Of Might And Magic που έκλεινα για πλάκα οχτάωρα και θυμάμαι στον σεισμό του 1999, στο σπίτι της θείας μου, είχαμε κλείσει εικοσιτετράωρα. Τώρα το αγαπημένο μου παιχνίδι είναι το στούντιο μουσικής που έχω στο σπίτι μου. Εκεί χάνομαι εξερευνώντας τους μουσικούς ορίζοντες.

Όταν έκλεισα τα 18 η μητέρα μου με ρώτησε τι θέλω για δώρο ενηλικίωσης και της είπα ένα τηλεσκόπιο και ένα εισιτήριο για την Αγγλία. Με είχε πάρει τηλέφωνο η φίλη μου η Κασσάνδρα και μου είχε πει να πάμε στο μουσικό φεστιβάλ Glastonbury. Αυτό ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Ξυπνάγαμε με τους Wailers να ηχούν στα αυτιά μας, ήταν κάτι το εξωπραγματικό, περπατάγαμε και βλέπαμε τον David Bowie να παίζει στη σκηνή. Όταν φύγαμε αποφασίσαμε να πάμε στην Ταϊλάνδη και μαζέψαμε χρήματα δουλεύοντας σε ένα εργοστάσιο για κάποιες εβδομάδες και καταφέραμε να πάμε. Αυτό κι αν ήταν culture shock. Καταλήξαμε να πάρουμε ένα σκυλάκι τον Quinko και στον γυρισμό είχαμε πρόβλημα να γυρίσουμε, γιατί τη μια φορά δεν είχαμε κάνει τα εμβόλια, τη δεύτερη δεν είχαμε μεγάλο κουτί μεταφοράς, δεν θέλαμε να τον αφήσουμε γιατί θα τον μαγείρευαν, κι έτσι βρεθήκαμε για δύο εβδομάδες στο πάτωμα του αεροδρομίου. Κινητοποιήθηκε ο κόσμος όλος να μας γυρίσει, ο πρέσβης ο ίδιος παρενέβη, τηλεφώνησε στην αεροπορική εταιρεία και η διευθύντρια της εταιρείας μάς φιλοξένησε σπίτι της όπου είδαμε το «Αρμαγεδδών» σε μια τηλεορασάρα και μας αγόρασε το πρωί το κουτί μεταφοράς και πήγαμε στο καλό. 

© Chris Zinas

Εννοείται πως θυμάμαι το πρώτο άλμπουμ που αγόρασα, ήταν το «Dookie» των Green Day! Μια αλμπουμάρα που την έλιωσα. Ήμουν 12 χρονών, μέχρι τότε είχα τα ακούσματα του αδερφού μου ή του μπαμπά μου, με Stone Roses ή με Beatles, και ακούγοντας αυτό το punk συγκρότημα στο MTV πήγα κατευθείαν κι αγόρασα το άλμπουμ.    

Ως καλλιτέχνης με έχει επηρεάσει ο Κίτσος Τρίπος, φυσικός και συγγραφέας του βιβλίου «The Meaning of Order», που είναι και φίλος μου. Περνάμε ώρες πολλές συζητώντας για το άτομο και για το σύμπαν. Η θεωρία του είναι ότι όλα είναι κύκλος και δεν υπάρχει αρχή, μέση, τέλος. Είμαστε όλοι μέρος του συνόλου. Γεννιόμαστε καλλιτέχνες. Όταν πάψεις να είσαι καλλιτέχνης μαθαίνεις να σκέφτεσαι μηχανιστικά. Βασικά η εκπαίδευση σε βάζει σε αυτό το τριπάκι της γραμμικότητας του νου, που επιβάλει μια στέγνα στη ζωή και καταλήγεις να ψάχνεις να βρεις τι πρέπει να κανείς για να είσαι αποδεκτός, έχοντας πια χάσει την αθωότητά σου. Όταν όλα είναι κύκλος δεν είμαστε κάτι το διαφορετικό, είμαστε το ίδιο. Ο ορθολογισμός έχει πάντα σύστημα σημείο αναφοράς ενώ το αυτοαναφερόμενο (ο κύκλος) δεν έχει.

Τα καλά πάρτι έχουν πάντα πολύ και ετερόκλητο κόσμο, όχι μόνο από μια παρέα που οι συμπεριφορές είναι παγιωμένες. Έχουν διονυσιακό χαρακτήρα όπου οι συνθήκες είναι τέτοιες για να αισθανθούν όλοι ελεύθεροι.

Δεν ξέρω αν υπάρχει απόλυτη ευτυχία, δεν έχω αποδεχθεί τίποτα το απόλυτο. Με απασχολούν σκέψεις πάνω στην ευτυχία. Ο Κρισναμούρτι μιλάει για την έλλειψη του εγώ, μεταξύ άλλων, και έχει μιλήσει για την αρετή που κρύβει το να μην κρίνεις και να παρατηρείς απλά τα γεγονότα όπως συμβαίνουν, χωρίς να μπαίνουν ιδέες ή κουτάκια. Δεν λέω ότι η ευτυχία έρχεται βασίζοντας τη ζωή σου σε άλλους και στις ιδέες τους, αλλά υπάρχουν αλήθειες. Ο εγκέφαλος είναι ένα μηχάνημα που διαρκώς φτιάχνει νοήματα και έχει την τάση επίσης να φτιάχνει αρνητικά σενάρια. Οι σκέψεις μας δεν είναι δικές μας, έρχονται από εξωτερικούς παράγοντες. Έχω έρθει σε συμπέρασμα ότι η ευτυχία μπορεί να υπάρξει στη σιγή του εγκεφάλου, όταν δεν κρίνουμε, δεν συγκρίνουμε και δεν βγάζουμε συμπεράσματα, και είμαστε παρόντες στο τώρα. Όταν στην ουσία μυρίζουμε το λουλούδι προτού προλάβει ο εγκέφαλος να σκεφτεί, τι ωραίο λουλούδι. Τότε υπάρχει ολοκλήρωση. Πολύ συχνά στην κοινωνία μας πιστεύουμε ότι μόλις γίνω γνωστός θα είμαι ευτυχισμένος, μόλις πάρω προαγωγή θα ολοκληρωθώ σαν άνθρωπος. Ζούμε για το μετά. Δεν βρίσκω την επίτευξη μιας φιλοδοξίας να σε κάνει ολοκληρωμένο γιατί συνήθως υπάρχει σύγκρουση και θέλεις και κάτι άλλο. Το θέμα είναι να κολυμπάς και όχι να σκέφτεσαι το κολύμπι. Με όλη μου την ειλικρίνεια και την απλότητα, η ευτυχία πιστεύω κρύβεται στην αγάπη και τις γλυκές αυτές στιγμές της. Χωρίς προσδοκίες, να είμαστε ελεύθεροι στη στιγμή και να εκφράζουμε την καρδιά μας, χωρίς όρια και χωρίς προσπάθεια. Επίσης η δημιουργία δικαιώνει την ύπαρξη, προσωπικά είμαι ευτυχισμένη όταν δημιουργώ.

Τι με απασχολεί αυτή την περίοδο στιχουργικά και συνθετικά; Δεν είμαι ταγμένη στο να παράγω συνέχεια, περνάω περιόδους ησυχίας του νου όπου θεωρώ ότι αυτή είναι η Κοιτίδα της δημιουργίας. Βγαίνοντας από αυτή την κατάσταση, γράφω ποίηση και δημιουργώ τραγούδια. Κάτι που με έχει ταρακουνήσει, ίσως με την απανθρωπιά της κοινωνίας μας, είναι η δολοφονία του Ζακ (Zackie oh), του George Floyd και άλλων. Έχω γράψει το τραγούδι «Requiem» αφιερωμένο σε αυτούς το οποίο μέλει να ενορχηστρωθεί.

Παρ’ όλη τη μουσικότητα που απ’ ό,τι μου λένε με διακρίνει, ανακάλυψα ότι δεν είμαι πολύ καλή μουσικός αλλά ευτυχώς πλαισιώνομαι από εξαιρετικούς μουσικούς και την αγάπη τους. Ανακάλυψα, επίσης, ότι ενώ είμαι συγχρόνως κοινωνική αλλά και εσωστρεφής την ώρα που βρίσκομαι στη σκηνή, μου φεύγουν όλες οι σκέψεις, οι αγωνίες και τα άγχη και είμαι ζεν και το απολαμβάνω με τον κόσμο. Συμμετέχω κι εγώ σε αυτή τη χαρά, δεν αποστασιοποιούμαι.

Το όνειρό μου είναι να βγάλω πολλά λεφτά και να φτιάξω μια εταιρεία στην Αθήνα πληρώνοντας μουσικούς να δημιουργούν κομμάτια που θα σπρώχνω σε όλο τον κόσμο. Εύχομαι να μην είναι όνειρο θερινής νυκτός. Θα επέλεγα τους Bombing The Avenue και τους Deaf Radio, δύο μπάντες που μπασίστας τους είναι ο κολλητός μου, Δημήτης Γεωργόπουλος, και είχα τη χαρά να τους ακούσω. Ο Δημήτρης μάλιστα είναι ο μπασίστας του Doin’ Our Game. Θα επέλεγα επίσης τη Μαριλένα Ορφανού, μια μοναδική πιανίστα και συνθέτη και την μπάντα της, Someone Who Isn’t Me (SWIM). Τους Lip Forensics, γενικά άτομα ερωτευμένα με τη μουσική που έχουν πολλά να πουν, όπως και η συνεργάτης μου Δήμητρα Αποστόλου, που είναι και τα πλήκτρα στο «Doin’ Our Game». 

Ποιο τραγούδι με ενθουσίασε τελευταία και γιατί; Θα μπορούσα να πω άπειρα κομμάτια που έχω ακούσει τελευταία μαζί με τη φίλη μου την Ειρήνη Καράογλου, που είναι πολύ καλή DJ και ψάχνεται συνέχεια μουσικά. Κομμάτια που μου έχει δείξει, που είναι μοντέρνα από την άποψη του καινούργιου ακούσματος, όπως επίσης και ότι ρυθμικά είναι αλλού, αλλά αυτό που αναπάντεχα με συνεπήρε είναι το «Mirrors» του Justin Timberlake. Είναι περίεργο γιατί τον παρακολουθώ σαν καλλιτέχνη αλλά αυτό το κομμάτι, που βγήκε το 2013, μου είχε διαφύγει. Το άκουσα πριν λίγες μέρες και με άγγιξε. Μου έβγαλε ένα συναίσθημα νοσταλγίας, καθώς επίσης και θαυμασμού για τις πρωτότυπες ιδέες του και τους φοβερούς στίχους του. Στιχουργικά τον νιώθω πολύ κοντά μου και αυτό που μου αρέσει στον Justin Timberlake είναι ότι ποτέ του δεν φοβήθηκε τον πειραματισμό.

Πού πηγαίνω όταν στέλνω κωδικό μετακίνησης 6;  Όταν ρίχνω εξάρες, πάω όπου θέλω.