Μουσικη

Ο Judge Rock διαλέγει 20 δίσκους για το 2020 (Μέρος 4ο)

Τα 5 καλύτερα ροκ άλμπουμ του 2020

Judge Rock
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Judge Rock σταχυολογεί τους αγαπημένους του δίσκους από το 2020, παρουσιάζοντας πέντε από αυτούς κάθε βδομάδα. Αυτή την εβδομάδα οι 5 κορυφαίοι.

5. Car Seat Headrest – Making A Door Less Open

Ο δίσκος αυτός δε θα φιγουράρει στα καλύτερα albums της χρονιάς σχεδόν κανενός μουσικού portal. Γιατί; Επειδή όλοι οι ακροατές νιώθουν απογοητευμένοι από την μουσική στροφή του William Toledo και της παρέας του. Μάλλον, όχι απλώς απογοητευμένοι αλλά προδομένοι. Οι Car Seat Headrest, μετά από τέσσερα χρόνια -όχι και τόσο- απραξίας, επανέρχονται με ένα LP που προσομοιάζει περισσότερο σε ποπ-τέκνο άσκηση παρά στον κολεγιακό ροκ δυναμίτη που προϊδέαζε το προηγούμενο ροκ τεχνούργημα τους Teens of Denial. Για κάποιους άλλους όμως που αρέσκονται στο να ξεκοιλιάζουν προκαταλήψεις, η «ιερόσυλη» αυτή ηχητική πράξη των Car Seat Headrest είναι τόσο μεθοδικά οργανωμένη και τόσο άρτια αποδομένη που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να βουτήξουν στη γκλαμουριά. Μέσα από τον συγκλίνοντα φακό του, το Making A Door Less Open ταυτοποιεί και νοηματοδοτεί όλη την αταύτοτη δημιουργία των τελευταίων 10 χρόνων του αμερικάνικου ροκ indie και όλων των βαρετών συγγενών των Tame Impala. Το LP ώρες - ώρες ακούγεται σα σκληρή ντίσκο στην παγίδα της οποίας τα τελευταία χρόνια έχουν πέσει εκατοντάδες καλλιτέχνες (η πιο αποτρόπαια περίπτωση είναι αυτή των Arcade Fire), όμως οι Car Seat Headrest αντί να πιαστούν στην φάκα την πήραν μαζί τους, την έβαλαν στην τσέπη και συνέχισαν το δρόμο τους με χαρακτηριστική άνεση. Αν κάτι τους έσωσε είναι η μεγαλειώδης ερμηνεία του Will Toledo του οποίου η τραγουδιστική προσέγγιση αγνοεί το παρελθόν του ηχητικού υποκειμένου του, το οποίο προσεγγίζει με την ίδια πειραματική διάθεση που παλιά προσέγγιζε τα σκληρά κιθαριστικά σόλα. Εν κατακλείδι: το Making A Door Less Open είναι groovy, είναι ονειρικό και σε συνδυασμό με την παλλόμενη ρυθμική μηχανή και την κυνική ερμηνεία πετυχαίνει μία μεγαλειώδη τρίπλα εκεί που συστηματικά αποτυγχάνουν όλοι: στον εκσυγχρονισμό. Ο William Toledo δηλώνει απίθανα παρόν και παίζει με τη φωτιά όχι μόνο χωρίς να ξεφτιλιστεί αλλά την καταπίνει και φτύνει κεραυνούς.  

4. Muzz – Muzz

Θα ήταν άδικο να παρουσιάσω τους Muzz ως το νέο project του τραγουδιστή των Interpol, Paul Banks επειδή συνοδεύεται από δύο κορυφαίους μουσικούς: τον Matt Barrick και τον Josh Kaufman. O Barrick είναι ένας από τους καλύτερους ντράμερ της γενιάς του και ο Kaufman ο άνθρωπος ορχήστρα που κάνει τα πάντα εκτός από το να τραγουδάει και να παίζει ντραμς, άρα η τέλεια παρέα για τους Banks και Barrick.

Το LP των Muzz αποτελεί μία άσκηση δημιουργικής καταπίεσης του παρορμητισμού και των ενστίκτων. Ξεχάστε το two-guitars Rock n Roll. Στο δίσκο κυριαρχούν τα φλογοβόλα  πνευστά που συνοδεύουν την επέλαση της σκόνης, το πιάνο που καραδοκεί θανατηφόρο, τα έγχορδα που γρατζουνάν τις δικές μας χορδές και η τρεμάμενη υποτονική φωνή του Banks που θυμίζει ενεργό ηφαίστειο που έτυχε να μην εκραγεί. Στην αφήγηση του κάνει επανειλημμένη μνεία σε λάθη, σφάλματα και απώλειες που ουσιαστικά χάνονται υπό τους ήχους μίας  classy, ήρεμης ροκ, μίας διαταραγμένης μπόσα νοβα, καλίπσο, που ουσιαστικά αποτελούν τη συνέχεια των Interpol σε σαφώς πιο ενήλικη έκδοση. Ένας τραγικά ευχάριστος δίσκος που τραγουδιέται, αγαπιέται, γίνεται σύντροφος, κάτι σαν έναν ηλεκτρολόγο που διορθώνει ήρεμα τον ηλεκτρικό πίνακα με βρεγμένα χέρια. Αν τα ηχοχρώματα, η ερμηνεία και η προσέγγιση θυμίζουν Doors, τότε ο album αυτό είναι το LA Woman των 20s. Ο δίσκος περιέχει 12 τραγούδια και καθένα είναι ένας κόσμος διαφορετικός. Ο Banks συνεχίζει να τραγουδάει χωρίς να ανοίγει το στόμα του, τη φωνή του την παίρνουν τα πνευστά και την κάνουν προτροπές για ιδεοκίνητα πετούμενα που αιωρούνται άνωθεν μας αμφίθυμα κατά πόσον θα μας κουτσουλήσουν ή θα μας χαρίσουν ονειρικά τιτιβίσματα.

Όπως είπα, δεν υπάρχει τραγούδι που υπολείπεται, όμως αν ήμουν υποχρεωμένος να επιλέξω θα διάλεγα το αιθέριο drone του Chubby Checker, όπου η σοφή κατανομή ερμηνείας και η λεπτή δουλειά στα πλήκτρα οδηγούν σε ένα υποτονικό υπνωτικό τέμπο λες και έχει ερωτευτεί ο Ronnie Coleman (διάσημος bodybuilder που έμεινε παράλυτος από τα πολλά βάρη). Τραγική ομορφιά.

3. Fontaines DC – A Hero’s Death

Είναι μάλλον περίεργο ότι αυτός είναι μόλις ο δεύτερος δίσκος του συγκροτήματος. Όχι λόγω μεστότητας και ωριμότητας, αλλά λόγω του αδιανόητου μεγέθους των προσδοκιών που -τουλάχιστον σύμφωνα με τα παλαιότερα πρότυπα- αντιστοιχούν μόνο σε φτασμένα συγκροτήματα. Και όμως, οι Fontaines DC έχουν κάνει τέτοια εντύπωση στο μουσικό κοινό, έχουν ενσωματώσει τόσο καλά την Ιρλανδική μελαγχολία στο γλυκόπικρο μέτα-πανκ τους, που όλοι περιμένουν από αυτούς κάτι μεγάλο. Κάτι τι; Εξαρτάται από τι λείπει στον καθένα μας. Άλλος περιμένει εξιλέωση, άλλος μουσική συνοδεία των πολιτικών του ματαιώσεων, άλλος υπόκρουση της μοναξιάς του, το σίγουρο όμως είναι ότι η Ιρλανδική 5άδα νιώθει 100% ότι δεν χρωστάει τίποτα σε κανέναν. Από την άλλη, όπως και ναχει οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι οι Fontaines DC είναι θύμα της επιτυχίας τους. Ο πρώτος τους δίσκος, Dogrel, χαρτογράφησε με απαράμιλλη επιτυχία την υπαρξιακή μοναξιά του Δυτικοευρωπαίου, την απόσυρση της μεσαίας τάξης, την αδιαφορία. Αυτά τα στοιχεία είναι πανταχού παρόντα και στον Hero’s Death, όμως εκεί που στο Dogrel επικρατούσαν ένταση και γωνιώδεις ήχοι, σ’ αυτόν τον δίσκο βρίσκουμε μελωδία και ευηχία  που προσγειώνονται απότομα πάνω στην ερμηνευτική μουντάδα του Grian Chatten. Είναι αυτός ο λόγος που πολλοί θεώρησαν αυτόν τον δίσκο «δήθεν», τη φωνή του τραγουδιστή επιτηδευμένα flat, λες και το δήθεν ή η επιτήδευση δεν είναι συστατικά της ροκ. Οι Fontaines DC είναι ήρεμοι, τα περάσματα τους είναι ήπια, θυμίζουν κάπως Chameleons, δεν ξεσπάνε, απλώς συντονίζουν τον μετρονόμο της ψυχής μας στο ρυθμό της συννεφιάς του Δουβλίνου. Δεν υπάρχει ούτε ένας κόκκος ζάχαρη σε αυτόν τον δίσκο. Οι Fontaines δεν ανανεώνουν το είδος, απλώς στην εποχή των λευκών αδιάφορων indie νιαουρισμάτων και των μαύρων βαρετών ραπ λογυδρίων, επανορίζουν τα 80s των Television και των Joy Division (ποια 80s λοιπόν...), τα βάζουν όλα στο μπλέντερ και με μια μπετονένια ανέκφραστη νεανική ερμηνεία, αγγίζουσα αυτήν των Fall, βγάζουν μοναδική ταυτότητα μέσα από το μείγμα.

2. AC/DC – Power Up

Ιδιαίτερη χρονιά. Οι makers δύο εκ των σημαντικότερων δίσκων της ιστορίας της ροκ, οι AC/DC του Back In Black και ο Springsteen του Darkness On The Edge Of Town, τα ξανάγραψαν. Για πλάκα. Για να επικεντρωθώ στους AC/DC, η απάντηση στο ερώτημα «χρειαζόμαστε ξανά το Back In Black;» είναι: «ναι, απελπισμένα!». Τους AC/DC τους θεωρούσαμε όλοι ξοφλημένους. Ο Malcolm Young νεκρός, ο Johnson μουγγός, πλέον δεν υπήρχε τίποτα. Και ξαφνικά, κάπου προς το φθινόπωρο αρχίζουν να κυκλοφορούν κάτι φήμες ότι ηχογραφούν καινούργια τραγούδια, βγαίνει ένα site με το σήμα του γκρουπ αναμμένο (ΟΝ) και κάνει τους οπαδούς του πραγματικού ροκ να τρέμουν αφενός από συγκίνηση και αφετέρου από θλίψη, λόγω της αναμενόμενης ξεφτίλας 4 θλιβερών γερόντων (εκ των οποίων ο τραγουδιστής χωρίς φωνή) να προσπαθούν να ξαναζήσουν τα περασμένα μεγαλεία. Και τότε σκάει μύτη το πρώτο σινγκλ Shot In The Dark και δεν ξέρουμε αν είναι 2020 ή 1980 (40 χρόνια πίσω!) και εκεί που πάλι μας ζώνουν τα φίδια ότι δεν μπορεί, κατάφεραν και έγραψαν ένα εξαιρετικό και πυκνά συναισθηματικό τραγούδι αλλά ο υπόλοιπος δίσκος θα είναι ανέμπνευστος, νερόβραστος και απογοητευτικός, κυκλοφορεί το album και χάνουμε τη φωνή μας τη στιγμή που ο Brian Johnson όχι απλώς βρίσκει τη δική του αλλά η τσιρίδα του εισχωρεί τόσο βαθιά μέσα μας που κάνει ξανά παραγωγικά τα συρρικνωμένα κύτταρα Leydig μας. Και να ‘ταν μόνο η φωνή; Όλα μα όλα είναι εκεί λες και δεν πέρασε ούτε μία μέρα: η ζεστή κατακτητική ρυθμική ανάσα, τα ριφς του Angus, τα ντραμς που σκίζουν την ατμόσφαιρα και το μπάσο που θυμίζει μποντυμπίλντερ που χορεύει μπαλέτο, τα -για κάποιους ορθοπολιτικάκηδες- σεξιστικά lyrics, όλα αναλλοίωτα και γιορτινά. Σε μία εποχή θλίψης και αδράνειας οι AC/DC μας βάζουν στην πρίζα (Power Up!), μας σηκώνουν από τον καναπέ και μας βάζουν να χοροπηδάμε. ΑΔΑΜΑΣΤΟΙ.

1. Bombay Bicycle Club – Everything Else Has Gone Wrong

Για να σας πω την αλήθεια όταν πρωτοάκουσα τους Bombay Bicycle Club θα στοιχημάτιζα ότι είναι από τη Νέα Υόρκη. Γιατί; Επειδή είναι τόσο εκλεκτικοί που μόνο σε αυτοτροφοδοτούμενους αστικούς θύλακες μπορούν να επιβιώσουν. Και όμως, είναι από το Λονδίνο. Οι Bombay Bicycle Club είναι τόσο ευχάριστοι και αυτάρκεις που δε θα τους δοξάσει κανένα μέσο όμως κατέχουν αυτό που ζητάω (μη γελάτε): επίπεδο. Τους λείπει η ψυχική καιριότητα του ροκ την οποία όμως δεν χρειάζονται -ούτε αυτοί, ούτε εμείς- επειδή είναι οι συνεχιστές των Steely Dan και των Penguin Caffe Orchestra εν έτη 2020. Μουσική έντεχνη, πλούσια (lush), έξυπνη, αποτελεσματική. Αντανάκλαση της ιδεατής πρότασης που δεν μας άφησαν να παραδεχτούμε οι φτωχές καταβολές μας. Τώρα όμως η ελαστίνη μειώνεται, το κολλαγόνο χάνεται, οι ρυτίδες φαίνονται και πλέον μπορούμε να συνομολογήσουμε ότι το Everything Else Has Gone Wrong χλευάζει τους προτείνοντες δυσκοίλιες προτάσεις και πλημμυρίζει από κατανόηση, χωρίς κανένα άγχος, απλώς χαρίζει γνώση προερχόμενη εξ αυτής (της κατανόησης). Εξαιρετική συνθετική ικανότητα, σκουπίδια πιάνουν διαμάντια φτιάχνουν επειδή γνωρίζουν να αντισταθμίζουν την έλλειψη ροκ καιριότητας (που είπα παραπάνω) με πολυπλοκότητα και τεχνοκρατία. Είναι φοβερό πόσο εύκολα γεμίζουν άδεια πουκάμισα χάρην της υπερχειλίζουσας ωριμότητάς τους χωρίς να παραδίδουν ούτε χιλιοστό στη φθήνια του μέινστριμ. Οι Bombay Bicycle Club έγραψαν το πιο προσιτό LP των Wire ή αν θέλετε το album που δίστασαν να γράψουν οι τελευταίοι επειδή φοβήθηκαν ότι θα απωλέσουν τις απασβεστωμένες καρωτίδες τους: το Everything Else Has Gone Wrong σφύζει από ελιτισμό, αντίσταση, progressive pop/rock αλλά πάνω απ όλα προσφέρει ανοιχτόχερα ηχητική ευχαρίστηση και όμορφες μελωδίες, αποτελώντας μία πρόσκληση για τη χώρα που η ποπ μετασχηματίζεται ξεδιάντροπα σε αποδοχή και συνειδητό ξεπούλημα. To Aja των 20s.