Μουσικη

Μάρκος Μιχαηλίδης: Ο άνθρωπος που φυγάδευσε τον Bruce Dickinson

Ο τύπος πίσω από πολλές αξέχαστες συναυλίες στην Ελλάδα μοιράζεται τα σκηνικά που έζησε δίπλα σε μεγάλους rock και pop stars

Χρήστος Κισατζεκιάν
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συνέντευξη: Ο παραγωγός συναυλιών Μάρκος Μιχαηλίδης μιλάει στην ATHENS VOICE - Πώς φυγάδευσε τον Bruce Dickinson - Η συνάντηση με την Beyonce και τον Lemmy

Τον Μάρκο Μιχαηλίδη τον ξέρουν όσοι πρέπει. Και αυτό γιατί είναι ταπεινός, χαμηλών τόνων και συνάμα ασυμβίβαστος. Με ένα βιογραφικό που -από κάθε άποψη- ελάχιστοι παραγωγοί συναυλιών κατέχουν στη χώρα μας (όπως ο αείμνηστος Νίκος Σαχπασίδης), υπήρξε ο διαλεκτός της καρδιάς μου. Το κέρδισε με το σπαθί του. Είναι λοιπόν δική μου χαρά έως και «υποχρέωση» να του πω ένα μικρό ευχαριστώ με τούτη τη συνέντευξη. Μια συνέντευξη που κάθε αρρωστάκι των συναυλιών θα έχει να θυμάται μια για πάντα!...

Είναι πολλές οι φορές που φίλοι, γνωστοί μα ως και άγνωστοι συνοδοιπόροι έχουν έρθει σε συναυλίες να μου σφίξουν το χέρι, να μου χτυπήσουν τον ώμο, να με ευχαριστήσουν με τον τρόπο τον δικό τους για όσα έχω μοιραστεί μαζί τους μέσα από τα μουσικά μέσα (έντυπα και ηλεκτρονικά) της χώρας μας από το 1991 και δώθε. Νιώθω ευγνώμων. Μάλιστα βούρκωσα μια-δυο φορές... «Ρε Χρηστάρα, πότε θα γράψεις ένα βιβλίο με όλα αυτά;» με έχουν ρωτήσει κάποιοι από αυτούς. Ε, λοιπόν, παίδες, μα το Θεό σας λέω, αν ήταν εγώ να γράψω κάποτε ένα βιβλιαράκι, ο Μάρκος θα πρέπει να γράψει εγκυκλοπαίδεια! Ρε, μιλάμε για τον τύπο που έχει απολαύσει μασάζ ποδιών από τον Steven Tyler. Που του ζωγράφισε με αυτόγραφο το ψυγείο του η Beyonce. Που έχει περάσει δυο συναπτά εικοσιτετράωρα με τον Lemmy. Που φυγάδευσε τον Dickinson στο Θέατρο Λυκαβηττού με το Cinquecento του. Πάμε λοιπόν για μια πρώτη γεύση και έπεται και συνέχεια.

Μάρκο μου ειλικρινά έχω μείνει άναυδος με το βιογραφικό σου. Σε ξέρω είκοσι χρόνια όμως δεν ήξερα την άλλη σου πλευρά. Ρε συ, με τόσα πτυχία, μεταπτυχιακά και υποτροφίες αριστείας, θα μπορούσες σήμερα άνετα να είσαι άλλος ένας πολύγλωσσος, πάμπλουτος CEO πολυεθνικής. Άλλος ένας ευφυής χαρτογιακάς για να το πω σταράτα που έχει λύσει το πρόβλημα της ζωής του μια για πάντα!... Αντ’ αυτού, είσαι αυτός που με τα κατάμαυρα οπαδικά t-shirts και τη βερμούδα έχαιρε πρόσβασης παντού, στις περισσότερες από τις σημαντικότερες συναυλίες της χώρας μας από το 2001 και μετά.
Θυμάσαι πότε γνωριστήκαμε οι δυο μας; Στη συναυλία των H.I.M. στο κλειστό γήπεδο του Ο.Α.Κ.Α. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ως εργαζόμενου…

8 Δεκεμβρίου του 2001! Τι λες τώρα… Πες μου λοιπόν, πώς σου ήρθε με τόσες περγαμηνές στη διοίκηση επιχειρήσεων να κάνεις ανάποδο ψαλίδι και να το γυρίσεις στις λατρεμένες μας συναυλίες;
Μα ξεκίνησα ως θεατής στα δεκαπέντε μου. Η πρώτη μου συναυλία, δε θα την ξεχάσω ποτέ φυσικά. Έκανα κοπάνα από το σχολείο και πήγα στους Public Enemy στο Κατράκειο Θέατρο τον Ιούνιο του 1992. Είχαμε έρθει ήδη οκτώ χρόνια στην Ελλάδα με την οικογένειά μου, γεννήθηκα στην Αργεντινή. Και από τότε δεν έχανα συναυλία που ήταν στο δικό μου είδος…

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Το οποίο είναι;
Metal. Ξεκάθαρα. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Δεν έχανα τίποτα, συναυλία ή Φεστιβάλ. Από κει λοιπόν μου μπήκε το σαράκι. Κάποια στιγμή που είχα φτάσει κοντά στο πρώτο μου μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων όπου είχα έναν καταπληκτικό καθηγητή, με είχαν ζητήσει ως είθισται δυο κραταιές πολυεθνικές εταιρίες. Μα εγώ είχα έντονο προβληματισμό… Αν ήμουν πειθαρχημένος σε στιλ «κάνω ότι υπαγορεύει η γειτονιά» ναι, θα ήμουν πράγματι σήμερα διευθύνων σύμβουλος. Του λέω λοιπόν «δεν θέλω, εγώ θέλω να ασχοληθώ επαγγελματικά με τις συναυλίες που αγαπώ». Εκείνος λοιπόν γυρνά και με ρωτά «θα το έκανες αυτό αρχικά δωρεάν;». Του απάντησα εννοείται. «Οκ λοιπόν, κάντο και μετά βγάλε ένα σορό λεφτά από αυτό». Αυτό ήταν. Πήγα να δω τους Depeche Mode στο κλειστό του Ο.Α.Κ.Α…

…28η Οκτωβρίου του 2001;
Ναι. Ήμουν 23 χρονών. Και την επόμενη μέρα αντί να πω το ναι στις πολυεθνικές, στέλνω ένα βιογραφικό στην DIDI Music. Δεν πέρασε μια βδομάδα και ξεκίνησα να δουλεύω για αυτούς. Με πρώτη μου βραδιά αυτή των H.I.M. που είπαμε παραπάνω.

Καλή φάση! Όμως θα ήθελα να μάθω πότε, πώς και γιατί μπήκε στις φλέβες σου αυτή καθαυτή η Μουσική. Συνήθως φταίει ένας «μέντορας» για αυτό. Γονιός, μεγάλος αδελφός, κολλητός φίλος… Ακόμη και μια τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή.
Κι όμως, στην περίπτωσή μου δεν υπήρξε κάποιος άλλος. Όμως ήμουν σε ένα παιδικό πάρτι με αναψυκτικά, τσιπς, σάντουιτς και όλα τα κλασικά εικονογραφημένα και ξάφνου παίζει στην τηλεόραση το video clip του «Born To Be My Baby» των Bon Jovi. Αν θυμάσαι στο συγκεκριμένο clip υπάρχουν και σκηνές και πλάνα από όλη την παραγωγή…»

…Ναι, το making of που λέμε…
Ακριβώς! Και ενώ τα υπόλοιπα παιδάκια παίζανε αμέριμνα γύρω-γύρω, εγώ κόλλησα τη μούρη μου στην οθόνη μέχρι να τελειώσει το τραγούδι... Έμεινα κόκκαλο. Και είπα μέσα μου «αυτό είναι, τέλος». Με πατέρα που άκουγε Πάριο φυσικά.

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Κύπριος μπαμπάς, Αργεντίνα μαμά, σωστά; Σε ποια όλη γεννήθηκες;
Στη Φορμόζα.

Μάλιστα. Και να λοιπόν που σήμερα έχεις πίσω σου μια πορεία που σε θέλει να έχεις περάσει σχεδόν από όλες τις ελληνικές εταιρίες διοργάνωσης συναυλιών, μικρές και μεγάλες, με εξαίρεση αν δεν κάνω λάθος το «Νέο Ρεύμα» του Χέλμη…
Σωστά. Μα να σου πω κάτι; Θα προτιμούσα να πάω να φτιάχνω ράφια σε ένα σούπερ μάρκετ παρά να δουλεύω σε οποιονδήποτε που δεν θα σέβεται την κουλτούρα μου, την καλλιέργειά μου. Όπως λέω εγώ λοιπόν, διαλέγεις: ή πληρώνεις κεφάλι, ή πληρώνεις σώμα! Θες σώμα; Θες χειρωνακτική προσπάθεια; Οκέι, στοιχίζει τόσο. Θες κεφάλι; Επί τρία! Και αυτό το διατηρώ ως και σήμερα.

Και πολύ καλά κάνεις! Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τώρα με κάποιες από τις αμέτρητες rocknroll ιστορίες που έχεις ζήσει Μάρκο μου αφού, ειλικρινά υποκλίνομαι, κι ας μην υπολείπομαι τραγικά του λόγου μου. Ρε φίλε, μερικές από αυτές δεν υπάρχουν!...
Μέσα. Θα ξεκινήσω με τους H.I.M. αφού ήταν η πρώτη μου φορά και δεν ήξερα τι μου γινόταν ακόμη. Και αυτό επειδή πιστεύω πως όλα για κάποιο λόγο συμβαίνουν. Θυμάμαι λοιπόν να ετοιμάζω το catering της μπάντας ενώ έκανε ψοφόκρυο εκεί μέσα στο κλειστό γήπεδο, και ακούω ξάφνου κάτι βογγητά. Ανεβαίνω στον πρώτο όροφο και βρίσκω ένα pit-bull διαλυμένο. Σκοτωμένο λέμε. Μάλλον το είχαν βάλει για αγώνες και πλέον το θεωρούσαν άχρηστο και το παράτησαν να πεθάνει… Αν θες το πιστεύεις φίλε, παρότι ήταν η πρώτη μου συναυλία και έπρεπε να είμαι διαρκώς στην τσίτα ώστε να μάθω όλα τα μυστικά της δουλειάς, εγώ ξαφνικά επένδυσα το εβδομήντα τις εκατό του χρόνου μου στο να θεραπεύσω το σκύλο. Έπαιρνα ότι περίσσευε από τα καμαρίνια και του πήγαινα να φάει, να αποκτήσει δυνάμεις. Από μακριά, το φοβόμουν, ήταν μαθημένο στο αίμα από τους αγώνες. Ε, λοιπόν, την τρίτη μέρα γίναμε φίλοι!

Πες μου πως τον πήρες σπίτι σου…
Όχι γιατί την τελευταία μέρα που ξεστήναμε φωνάξαμε τη φιλοζωική να τον αναλάβει. Όμως δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Με θυμάμαι αγχωμένο, να αναρωτιέμαι αν κάνω καλά που τον ταΐζω έστω και με τα περισσεύματα του catering, ήμουν νέοπας, rookie…

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Λογικό. Πάντως μια από τις πιο «κουφές» ιστορίες σου είναι κείνη που αφορά στη ντίβα Beyoncé!...
Πράγματι. Ήταν Νοέμβριος του 2009. Είμαι υπεύθυνος παραγωγής πλέον και έχω αναθέσει το καμαρίνι της Beyoncé στη μητέρα μου που είχα προσλάβει για την περίπτωση αφού την αγαπά. Ως βέρος Αργεντίνος, ξέρεις, «μητριαρχικά» (γελά). Το πρωί της συναυλίας λοιπόν κάνω όπως πάντα ένα γενικό έλεγχο αναφορικά με όλα: από staff, crew, χώρους, εξόδους κινδύνου μέχρι parking, catering, αστυνομίες, πυροσβεστικές, τα πάντα όλα τέλος πάντων. Κάποια στιγμή καταλήγω στο καμαρίνι της Beyo. Και ΔΕΝ μου αρέσει! Βάζω κάτι φωνές και λέω «εάν μέχρι τις 15:00 δεν είναι έτοιμο όπως του αξίζει, έχετε φύγει όλοι και δε θα πληρωθείτε!» Και φεύγω. Γυρνάω κατά τις 16:00 και βλέπω ένα αγνώριστο, πανέμορφο καμαρίνι. Εξεπλάγην. Μόνο που τα έπιπλα κάτι μου θύμιζαν… Γιατί; Αυτός εκεί ήταν ο καναπές μου, εκείνο εκεί το ψυγείο μου, να και το τραπεζάκι του σαλονιού! Κοιτάω τη μάνα μου και μου λέει με ύφος «έχεις δουλειά, πρέπει να πηγαίνεις». Η τύπισσα έκανε ρε συ μετακόμιση το σπίτι μου στο καμαρίνι της Beyo! Δεν είπα τίποτα. Crisis Management λέγεται αυτό στα βιβλία που με σπούδασαν. Όλα τέλεια λοιπόν. Στο τέλος της συναυλίας ζητάω από όλους τους επώνυμους μουσικούς -και προπάντων στην Beyo φυσικά- να υπογράψουν το άσπρο ψυγείο μου, όπως και έγινε. Εσύ ειδικά αντιλαμβάνεσαι την περηφάνια για το ψυγείο αυτό!...

Είσαι σοβαρός; Ανατριχιάζω στην ιδέα! Για αυτό και ανατρίχιασα διπλά με την κατάληξη της όλης φάσης!
Μα μιλάμε για μια αξία ανεκτίμητη, ΟΧΙ μόνο χρηματικά, μα και οπαδικά. Με ημερομηνίες και όλα σου λέω πάνω το ψυγείο..... τύπου «EDDIE WAS HERE»! Και έρχεται η ώρα που γυρνάνε τα πράγματα σπίτι. Μετά από δυο μέρες εγώ θα πήγαινα γραφείο και θα ερχόταν η κυρία που μας βοηθούσε με τον καθαρισμό του σπιτιού. Η καθαρίστριά μας. Γυρνάω το απόγευμα το λοιπόν και τι μου λέει; «κ. Μάρκο, τα έκανα όλα. Και μάλιστα μου πήρε ώρα να καθαρίσω τις μουτζούρες στο ψυγείο, όμως τώρα είναι πεντακάθαρο». Και με κοιτούσε με τόση υπερηφάνεια. Τι να της πω;

…Χαράς την ψυχραιμία σου, φίλε. Εγώ θα είχα πάει φυλακή! Σοβαρολογούμε τώρα; Τι να πω… Τις προάλλες μου είπες και την ιστορία με το αρσενικό αστέρι της Λατινικής Αμερικής, τον Cortes, και έσκασα στα γέλια. Έλα, ας μάθει ο κόσμος…
Πριν τον φέρει ξανά στην Ελλάδα η DIDI Music, o Cortes είχε έρθει προσκεκλημένος του Ελληνικού Φεστιβάλ. Στο Ηρώδειο αν δεν κάνω λάθος. Τότε ήταν στα ντουζένια του, ξέρεις, με την Naomi Campbell, και είχε κάνει sold-out βραδιές. Ο Joaquin ήρθε για εμάς στο Λυκαβηττό το καλοκαίρι του 2003, δυο νύχτες. Και ήταν ακόμη τότε φίρμα. Όμως να ξέρεις. Οι διοργανωτές τον θεωρούμε «μαύρη γάτα». Γρουσούζη. Όποτε έρχεται, κάτι θα γίνει ρε συ. Μα σκέψου κάτι μόνο: τον ξανακλείσαμε το 2004 για την ημερομηνία του ημιτελικού του Πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος, αφού κανείς δε φανταζόταν πως η Ελλάδα θα φτάσει καν στα ημιτελικά! Την ημέρα της συναυλίας ως εκ τούτου που παίζαμε με την Τσεχία αν δεν κάνω λάθος, το θέατρο ήταν άδειο, τρεις γριές και δυο γέροι. Πάντως τον Ιούλιο του 2003 φύσαγε πολύ, τόσο που δεν μπορούσαμε να στήσουμε τις κουίντες με τα μαύρα πανιά που ήθελε ως φόντο. Τον ενημερώνουμε και αυτός αρνείται να βγει, ενώ έχει ήδη πληρωθεί. Έγινε μύλος στα παρασκήνια! Τελικά τον πήρα εγώ με το καλό γνωρίζοντας τη γλώσσα και τον έπεισα να ανέβει δίχως τα πανιά, εξηγώντας του πως είναι επικίνδυνο να πέσουν πάνω του. Πάνω που ξεκινά το πρώτο του χορευτικό, παίρνει μια από αυτές τις χαρακτηριστικές πόζες του flamenco αφοσιωμένος. Άκρα του τάφου σιγή.  

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Να θυμίσω πως ο Λυκαβηττός έχει μια είσοδο κεντρική και δυο εξόδους για τους καλλιτέχνες, μια πίσω από τη σκηνή και μια κάτω στα παρασκήνια. Και όντας δημόσιο θέατρο, οι βάρδιες αλλάζουν. Προφανέστατα λοιπόν στην αλλαγή βάρδιας του ηλεκτρολόγου πίσω από τη στημένη σκηνή, ο τύπος παίρνει το κωλοφτιαγμένο του Honda να φύγει και με πολύχρωμα φωτάκια βάζει τσίτα στο στερεοφωνικό του το άσμα «Πωλείτε Όπως Είναι Επιπλωμένο» του Αντύπα. Αντιλαμβάνεσαι τι έγινε. Οι μισοί σεκιουριτάδες πλάκωσαν στο ξύλο τον οδηγό και οι άλλοι μισοί τρέχαμε να μεταπείσουμε τον Cortes να ξαναέρθει στη σκηνή αφού είχε φύγει τρέχοντας για τα παρασκήνια.

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Ειλικρινά δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση σου! Ας ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας με την ιστορία όπου έγινες για λίγο σοφέρ του Dickinson 21 Ιουλίου του 2002…
(Σκάει στα γέλια) Α, καλά, τι μου θυμίζεις! Ναι, τη μια νύχτα έπαιξαν οι Motorhead και την άλλη ο Bruce, στο ίδιο στημένο stage. Έχω λοιπόν ένα Fiat Cinquecento Χρήστο, το τετράγωνο, το χάλια, διαλυμένο! Όταν σου λέω, ερείπιο. Ήταν και τρακαρισμένο κείνες τις μέρες. Το είχα παρκαρισμένο  backstage. Όταν το έβαζα μπροστά, τύφλα να’χε το P.A. της συναυλίας λέμε, ακουγόταν πιο δυνατά! Έρχεται λοιπόν ο manager του Bruce, δεν θυμάμαι τώρα πως τον λένε…

Μήπως ήταν πάλι ο Rod Smallwood;
…Ίσως, δεν θυμάμαι, μα με ρωτά «ποιανού είναι αυτό εδώ το αμάξι;» και του απαντώ δικό μου. «Μια χαρά, ετοίμασε το, εδώ θα μπει ο Bruce μετά. Και θα οδηγήσεις εσύ. Κανένας άλλος». Βλέπεις, υπήρχαν αμέτρητοι οπαδοί που τον περίμεναν λυσσασμένοι στην κεντρική πύλη, στην πύλη των παρασκηνίων όπως και έξω από το ξενοδοχείο του, και ήθελε να φύγει incognito. Έμενε σε αυτό που είναι στη μέση της Λεωφόρου Αλεξάνδρας…

…Το «Athens Zafolia»…
Ναι! Να ετοιμάσω τι εγώ; Μέσα στο Fiat είχε τη μάνα του και τον πατέρα του, ξέρεις, πατατάκια, σελοφάν από σοκοφρέτες, μπουκάλια, άδεια κουτιά από μπύρες… το είχα για μεταφορές γενικών καθηκόντων! Τι να κάνω όμως. Το άδειασα λιγάκι όσο-όσο και λέω στον κουμπάρο μου τον Δημήτρη που ήτανε πάντα μαζί μου όποτε είχαμε Maiden ή Bruce «πήγαινε κάτσε στο πίσω κάθισμα και περίμενε». Τρελαμένος για πάρτι του ο δικός σου. «Γιατί;» με ρωτά, «βρε πήγαινε που σου λέω και σου ’φεξε! Μείνε εκεί, μη βγάλεις κουβέντα». Με το που τελειώνει η συναυλία το λοιπόν να ’σου ο Dickinson τυλιγμένος με μια πετσέτα γύρω από όλο το κεφάλι του ώστε να μην κρυολογήσει ως καταϊδρωμένος, μα και να μην τον πάρουνε χαμπάρι. Όπως κι έγινε. Περάσαμε κανονικά ανάμεσα στο πλήθος, βαρούσα κόρνα, έκαναν στην άκρη και δεν κατάλαβε κανείς το παραμικρό.

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Μπορείς όμως να το φανταστείς; Εσύ μπορείς! Να κάθομαι στο τιμόνι οδηγός και δίπλα μου είναι ο Bruce! Πίσω ο κουμπάρος μου, στήλη άλατος. «Μαλάκα Μάρκο πήγαινέ τον βόλτα γύρω-γύρω!» μου λέει στα ελληνικά. Όπως και έκανα φυσικά. Παρότι είναι μια κατηφόρα Λυκαβηττός-Zafolia, τον πήγα μέσω Κολοπετινίτσας ώστε να μην τελειώσει τούτο το όνειρο. Όντας όμως κάπου στη Βασιλίσσης Σοφίας, ο μάστορας με ρωτά «μα καλά, το ξενοδοχείο δεν είναι από την άλλη πλευρά του λόφου;»

…Καλά, γάτα ο άνθρωπος, τι να λέμε!    
Ε, ναι. «Έχουν κλείσει το δρόμο οι οπαδοί σου από την άλλη πλευρά, για αυτό ήρθαμε από εδώ» του απαντώ κι εγώ και συνεχίζω την κουβέντα μας πηγαίνοντας με δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα την ώρα. «Είναι πολύ παλιό το αμάξι μου, για αυτό δεν τρέχω παραπάνω» συμπληρώνω. Λίγο πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, του δίνω ένα μαρκαδόρο για να μου υπογράψει κάπου εκεί μέσα. Και κείνος μου ζωγράφισε όλη τη μπροστινή πλευρά της οροφής του αυτοκινήτου γράφοντας ένα τεράστιο «Eddie Was Here» με την υπογραφή του!... Θα ήταν πάνω από εκατόν πενήντα fans έξω από την είσοδο. Σταματώ λοιπόν δυο μέτρα πριν, βγαίνει ο Bruce σκεπασμένος με την πετσέτα, περνάμε κανονικά, και με το που κλείνει η αυτόματη πόρτα ακούω κάποιον να φωνάζει «ρε, μας τη φέρανε!». Το γέλιο της αρκούδας…

© Χρήστος Κισατζεκιάν

Πες μου πως το έχεις ακόμη και αυτό το Fiat μαζί με τη Mustang!   
Κι όμως όχι, το πούλησα πεντακόσια ευρώ…

Όχι ρε συ, όχι! Μα καλά, αυτός που το πήρε δεν ήταν «δικός» μας;
Καμία σχέση, Παντελής Παντελίδης φάση ήταν ο τύπος, άλλου για αλλού.