Μουσικη

Ένιο Μορικόνε: Μερικές σημειώσεις για τον Ιταλό Μαέστρο

Η παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για την τέχνη της μουσικής σύνθεσης στον κινηματογράφο

Δημήτρης Λιλής
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένιο Μορικόνε: Ο «θρύλος» της μουσικής και η εντυπωσιακή του πορεία

Από το πρωί της Δευτέρας 6 Ιουλίου η Ιταλία θα θυμάται το 2020 και για έναν ακόμη λόγο. Ο Ennio Morricone, μία από τις μουσικές ιδιοφυΐες της Ευρώπης πέρασε στην αιωνιότητα, σχεδόν πλήρης ημερών, στα 91 του χρόνια. Αν το internet αποφάσιζε κάποια στιγμή να γίνουμε «αυστηροί» με τη χρήση του όρου «θρύλος», η μουσική κληρονομιά που άφησε πίσω του με παραπάνω από 500 ολοκληρωμένες συνθέσεις για κινηματογραφικά φιλμ, πάλι θα επέβαλε σε όλους να προσθέτουν τον χαρακτηρισμό «θρύλος» σαν να κυριολεκτούν για την περίπτωσή του. Η μουσική του όρισε την τέχνη τού να συνθέτεις για τον κινηματογράφο και οι συνεργασίες του με την ελίτ των σκηνοθετών (από τους συντοπίτες του Bernardo Bertolucci και Pier Paolo Pasolini μέχρι τον Quentin Tarantino) πέρα από τα χαρακτηριστικά θέματα έχουν αφήσει πίσω τους και τη «μαγεία» του διαλόγου της μουσικής με την εικόνα. Αυτό ήταν άλλωστε που έκανε μοναδικά ο ιταλός μαέστρος. Έπαιρνε τις εικόνες, το σενάριο και τις ερμηνείες και δεν συνέθετε απλά τη μουσική πάνω ή πίσω απο αυτές, αλλά δημιουργούσε εκ νέου έναν διάλογο μεταξύ αυτού που έβλεπε και άκουγε ο θεατής. Και αυτό ήταν που τον μετέτρεψε σε θρύλο, «icon» όπως έγραψε ο σύγχρονος Morricone, Hans Zimmer, στον φόρο τιμής που απέδωσε λίγο νωρίτερα.

Γεννημένος στη Ρώμη το 1928, η μουσική του πορεία είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Απόφοιτος σπουδών κλασσικής μουσικής, από την αρχή υπηρέτησε την τέχνη του να συνθέτει μουσική για το θέατρο και το ράδιο ενώ σύντομα κατέλαβε τη θέση του pop παραγωγού και ενορχηστρωτή στην RCA Records της Ιταλίας, βλέποντας τα κομμάτια του να γίνονται χιτ από τις φωνές των Paul Anka, Francoise Hardy ή και του δικού μας Ντέμη Ρούσσου.

Σύντομα βέβαια και καθ' όλη τη διάρκεια των δεκαετιών '60-'70-'80 θα μεγαλουργούσε στη σύνθεση μουσικής για κινηματογραφικά φιλμ. Η λίστα είναι ατελείωτη αλλά τα παράσημα που ξεχωρίζουν σχεδόν από κάθε δεκαετία να είναι τα εξής: Η περίφημη «τριλογία των δολαρίων» του σκηνοθέτη Sergio Leone με πρωταγωνιστή τον Clint Eastwood «Για μια χούφτα δολάρια» (1964), «Για μερικά δολάρια ακόμα» (1965), «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» (1966) φρόντισαν για την υστεροφημία της μουσικής του Morricone στις ταινίες τύπου western του Sergio Leone, αλλά ο ίδιος ο δημιουργός αμφέβαλε για το αποτέλεσμα. Σε σχετική ερώτηση του Guardian το 2006 είχε αναφέρει ότι το θρυλικό πλέον θέμα από την πρώτη του συνεργασία με τον Leone, «Για μια χούφτα δολάρια», είναι η «χειρότερή του» σύνθεση και μάλιστα για το «χειρότερο» φιλμ του σκηνοθέτη, από τη συνεργασία με τον οποίο ένιωθε πραγματικά περήφανος μόνο για την δουλειά τους στο «Once Upon A Time In America» του 1984.

Στη δεκαετία του '70 έγραψε μουσική για «Το κλουβί με τις τρελές» του Edouard Molinaro το 1978, αλλά το αριστούργημά του (και προσωπικό αγαπημένο) έρχεται από τις αρχές της δεκαετίας για το «Maddalena» (1971) του Jerzy Kawalerowicz, που δεκαετίες αργότερα, όταν το internet θα φέρει στην επιφάνεια disco διαμάντια από το παρελθόν, η δεκάλεπτη εκδοχή του «Come Maddalena» τόσο στην αυθεντική εκδοχή του όσο και στην disco version θα αναδείξει την ευρεία γκάμα συνθέσεων που διέθετε ο Ιταλός.

Στα 80s συνθέτει για το «Τhe Thing» (1982) του John Carpenter, το «The Untouchables» (1987) του De Palma, το «Frantic» (1988) του Πολάνσκι και το περίφημο «Cinema Paradiso» (1988) του Giuseppe Tornatore.

Ακολουθούν τα σχετικά ήρεμα 90s με προεξέχον το «Line Of Fire» για τον Wolfang Petersen και περιέργως το πολυπόθητο αγαλματάκι με τον θείο Oscar της Αμερικάνικης Ακαδημίας μετά από 5 υποψηφιότητες ήρθε το 2016 για το «The Hateful Eight» (2015) του Ταραντίνο που μας υπενθύμισε μαζί το ενορχηστρωτικό μεγαλείο του Morricone αλλά και την τέχνη των spagghetti western. 2 Golden Globes βραβεία και 4 Grammy βραβεία συμπληρώνουν την εκτίμηση της Αμερικάνικης βιομηχανίας του θεάματος στο ταλέντο του.

Το πραγματικό ενδιαφέρον βέβαια γύρω από την επιδραστική προσωπικότητα που ήταν ο Ennio Morricone προκύπτει από τις σημειώσεις που μοίραζε το περιβάλλον του κάθε φορά που έπρεπε να προωθήσει δημόσια το έργο του.

Σε ένα email - αντίγραφο που συνήθιζε να μοιράζει η μάνατζμεντ ομάδα του Morricone πριν από συνεντεύξεις του για την προώθηση κάποιας συναυλίας του (είχαμε την τύχη να τον απολαύσουμε και στο Ηρώδειο από το 2005 και μετά) γίνονται ξεκάθαρα μερικά από τα πράγματα που όλος ο πλανήτης γνωρίζει για αυτόν αλλά ο ίδιος προτιμούσε να αποφεύγονται.

Μέρος του θρύλου που άφησε πίσω ήταν και κάποιες χαρακτηριστικές συμπεριφορές του. Ο Morricone δεν έμαθε ποτέ να μιλάει αγγλικά, όπως ποτέ δεν συνέθεσε μουσική μακριά από τη Ρώμη, ενώ για χρόνια αρνούνταν να ταξιδέψει οπουδήποτε. Μπορεί να έγραψε άπειρη μουσική τόσο για το Hollywood όσο και για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, κάποιες χρονιές μετρούσε παραπάνω από 20 film scores τον χρόνο, αλλά επισκέφθηκε για πρώτη φορά τις Η.Π.Α. μόλις το 2007. Στην Ελλάδα δε, παρουσίασε το έργο του και διηύθυνε για πρώτη φορά στο Ηρώδειο μόλις το 2005, αλλά ήταν γενναίος αρκετά ώστε στα 78 του να επιδοθεί σε εκτενή περιοδεία διάρκειας ενός μήνα. 

Έτσι μόνο βγάζει νόημα οι κατευθυντήριες γραμμές από το μάνατζμεντ του δημιουργού να ξεκινούν με τα βασικά, όπως ότι ο χαρακτηρισμός «Maestro Morricone» είναι για να χρησιμοποιείται μόνο για συνομιλίες στην ιταλική γλώσσα ενώ, αν αναρωτιέστε για το πώς θα του απευθύνει κάποιος ερώτηση, ένα απλό «Maestro» ήταν αρκετό.

Δεν είχε καμία διάθεση να απαντήσει επιπόλαιες ερωτήσεις του στιλ «Ποιος είναι ο αγαπημένος του σκηνοθέτης», «Η αγαπημένη του ταινία», δική του παραγωγή και άλλα σχετικά, ενώ δεν θα δεχόταν ποτέ καμία ερώτηση σχετικά με την προσωπική του ζωή.

Παρ' όλα αυτά, καθιστούσε σαφέστατο η ομάδα του, το γεγονός ότι δεν του αρέσει να του υπενθυμίζουν τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, όπως δεν του άρεσε το έργο του να συνδέεται με τους εξής δύο χαρακτηρισμούς. Τον όρο «Spagghetti Westrerns» γιατί οι Ιταλοί το θεωρούσαν προσβλητική περιγραφή για το κινηματογραφικό είδος των ταινιών δράσης, και τον όρο «soundtrack» γιατί ο Morricone γράφει μουσική για φιλμ όχι σάουντρακ.

Ο Μaestro Morricone και το πιάνο

Οι συνθέτες δεν χρησιμοποιούν το πιάνο για να συνθέσουν. Γράφουν την ιδέα τους κατευθείαν στην παρτιτούρα χωρίς να χρησιμοποιούν κάποιο συγκεκριμένο όργανο και αυτό έκανε και ο ίδιος. Χρησιμοποιούσε το πιάνο για να δειγματίζει τις ιδέες του στους σκηνοθέτες, εξ ου και έχει το πιάνο του στο σαλόνι αλλά δεν θέλει να φωτογραφίζεται με αυτό, πόσο μάλλον να του ζητηθεί να παίξει κάτι σε αυτό.

Και ακολουθούν απαιτήσεις σχετικά με τη φωτογράφισή του, τον περιορισμό μόλις σε ένα αντίγραφο αυτογράφου και άλλα λιγότερο ή περισσότερο ιδιαίτερα θέματα που, αν μη τι άλλο, αντικατοπτρίζουν τη θρυλική προσωπικότητα που πέρασε στην αιωνιότητα και το έργο του θα μνημονεύουν οι περισσότερες από τις −λιγότερο− επιδραστικές αλλά εξίσου σημαντικές προσωπικότητες μουσικών και σκηνοθετών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο όρος music for films μετατράπηκε σε αυτό το ελεύθερο πεδίο έκφρασης εικόνων και συναισθημάτων που είναι σήμερα, γιατί ο θρύλος Ennio Morricone γνώριζε να συνθέτει χωρίς μουσικά όρια. Υπήρξε πρωτοπόρος όχι μόνο στη δημιουργία ατμοσφαιρικής μουσικής, αλλά και στον συγχρονισμό της μαγείας που δημιουργούν η εικόνα και ο ήχος για τον θεατή. Αποφεύγοντας κοινές τεχνικές και δημιουργώντας καινοτομίες, άγγιξε σχεδόν όλα τα μουσικά είδη που κατείχε σαν δημιουργός με τη δημιουργική του παλέτα να έχει εύρος τέτοιο ώστε να επηρεάζει ακόμα και σήμερα από τη ραπ και την electronica μέχρι τις παραδοσιακές ιταλικές συνθέσεις. Η παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του αποτελεί ήδη σημείο αναφοράς για την τέχνη της μουσικής σύνθεσης στον κινηματογράφο.