Μουσικη

Τι φοβάται ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου

Ο αιώνιος έφηβος μιλάει στην ATHENS VOICE για τις εφευρέσεις, τα λουκούμια και την επιθυμία του να μη μεγαλώσει ποτέ

Έρρικα Ρούσσου
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ακούστε live τη συνέντευξη του Βασίλη Παπακωνσταντίνου που κάθε Σάββατο εμφανίζεται στο Άνοδος Stage.

Το ακουστικό του τηλεφώνου λειτούργησε ως η καλύτερη χρονομηχανή του 21ου αιώνα. Ένα «γεια» ήταν αρκετό για μια βουτιά στην εφηβεία με τις λερωμένες παγωτό επαναστατικές ποδιές. Αυτή η φωνή. Τόσο οικεία, τόσο δυνατή και ταυτόχρονα λεπτή. Στο τελείωμά της έχει κάτι το απροσδιόριστα «νευρικό». Αρκούν μόλις λίγα λεπτά για να κάνει τη δουλειά της και να σε πείσει ότι μπορείς και εσύ να πας ενάντια σε αυτό που οι μικροί ονομάζουν «κατεστημένο» και οι μεγάλοι «χρόνο».

Ακούστε αποσπάσματα της συνέντευξης: [[{"fid":"728113","view_mode":"default","fields":{"format":"default","alignment":"center"},"type":"media","field_deltas":{"7":{"format":"default","alignment":"center"}},"link_text":null,"attributes":{"class":"media-element file-default media-wysiwyg-align-center","data-delta":"7"}}]]

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου βρισκόταν στην άλλη άκρη της γραμμής. Κάπνιζε και γαλήνιος έδινε απαντήσεις στις ερωτήσεις μου. Παράλληλα, θυμόταν πράγματα από τη ζωή του. Έλεγε συχνά τη φράση «Μην ξεχνάς» σαν να είμαστε φίλοι από παλιά και απέφευγε τις παύσεις. Ήταν έτοιμος. Σαν έτοιμος από ποτέ. «Από μικρός έχω πετριά με την ποίηση. Έχω ασχοληθεί πάρα πολύ, διάβαζα από μικρό παιδί» θα πει και η συζήτηση θα αρχίσει.

Τον ακολουθούν, στην τσέπη του γλιστράνε (τα τραγούδια)
«Δεν μπορείς να ξεπεράσεις μερικά “αγαπημένα τραγούδια”, αυτά που τα λένε “σουξέ”. Πολλά από αυτά τα τραγούδια λόγω της δυναμικής των στίχων έχουν πλέον γίνει διαχρονικά. Είναι εις βάρος των και των καινούργιων παιδιών».

Χαιρετίσματα, λοιπόν, στη νέα γενιά
«Ασχολούμαι πολύ με τους καινούργιους συναδέλφους, πηγαίνω συνέχεια σε μουσικές σκηνές, ακούω νέα παιδιά, το μεράκι τους, τον πόνο τους, τις ενορχηστρώσεις τους». Τη Βιολέτα Ίκαρη τη γνώρισε στον Σταυρό του Νότου. «Με κάλεσε να τραγουδήσω ένα τραγούδι στο δίσκο της και δέχθηκα με μεγάλη χαρά». Όπως ήταν αναμενόμενο, του στέλνουν πάρα πολλά demos. «Λες και είμαι δισκογραφική εταιρεία» θα σχολιάσει και θα γελάσει.

Ύστερα θα σοβαρέψει τη χαρακτηριστική φωνή του και θα εξηγήσει ότι «είναι χρέος μας να στηρίξουμε τη νέα γενιά, όχι απλώς λόγια. Πλέον δεν υπάρχουν ούτε δισκογραφικές εταιρείες ούτε τίποτα και δεν μου αρέσει αυτά τα παιδιά να έχουν ως μοναδική επιλογή το να πάνε στην τηλεόραση σε κάποιο ριάλιτι».

Τελικά, σε ποια εποχή η αναγνώριση ήταν πιο εύκολη υπόθεση; Στη δική του ή στη δική μας; Η απάντηση ήρθε με ερώτηση. «Εξαρτάται από ποιους θα αναγνωριστεί και πού θα αναζητείται ένα νέο παιδί; Αν πάμε στις μουσικές σκηνές, θα βρούμε πολλά τέτοια παιδιά. Αν πάμε σε κέντρα διασκέδασης, εκεί τα πράγματα είναι περιορισμένα».

© Γιάννης Μαρκετουσάκης

Η απάντηση του εκατομμυρίου: «Βεβαίως και έχω πάει στα μπουζούκια, τι είμαι κανένας μίζερος; Και μάλιστα πιστεύω ότι σε αυτόν το δρόμο υπάρχουν και τραγούδια που είναι αριστουργήματα».

Ο κουρσάρος της μουσικής σκηνής (η αρχή)
«Όταν ήμουν φαντάρος πήρα άδεια και έγραψα τέσσερα τραγούδια του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη. Εκείνος τότε βρισκόταν σε μια εταιρεία που είχε δημιουργηθεί ως συνδικάτο των δισκοπωλών. Σαμποταρίστηκε τόσο πολύ αυτή η εταιρεία από τις μεγάλες εμπορικές εταιρείες δίσκων που δεν πήγε καλά, δεν ακούστηκε σχεδόν κανένα τραγούδι».

Η κύρια είσοδός του στο τραγούδι θα μου εξηγήσει ότι έγινε το 1974 με τον Μάνο Λοΐζο και τον Μίκη Θεοδωράκη. «Τον Μίκη πήγα ο ίδιος και τον βρήκα στη Γαλλία επί Χούντας. Αμέσως κλείσαμε συνεργασία. Του άρεσα πάρα πολύ. Με τη μεταπολίτευση γυρίσαμε στην Ελλάδα όπου έγινε και η πρώτη ηχογράφησή μου μαζί του». Και με τον Λοΐζο η ιστορία είναι πάνω κάτω η ίδια. «Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα μετά τη Χούντα ζήτησα από την εταιρεία να τον γνωρίσω. Με άκουσε και άρεσα και σε αυτόν. Με όλους όσους έχω συνεργαστεί καθώς με όσους είναι εν ζωή στιχουργούς και ποιητές έχω γίνει φίλος». Στην παύση του θα ακουστεί μια δυνατή απολαυστική ρουφηξιά τσιγάρου. «Η περιουσία μου είναι η γνωριμία μου με όλα αυτά τα ιερά τέρατα».

Αριστερά, να το καρφώσεις το μαχαίρι
Αριστερά και μουσική. Μουσική και αριστερά. Στην ερώτηση «ποια προηγήθηκε» η αυθόρμητη ερώτηση ήταν «Εξαρτάται τι λέμε αριστερά;» μετά ήρθε η απάντηση: «Στους προοδευτικούς χώρους βρέθηκα συγχρόνως άντε να προηγήθηκε λίγο η μουσική. Ήταν σαν ένστικτο. Άκουγα τραγούδια που δεν άνηκαν και καλά στον επιτηδευμένα εμπορικό χώρο αλλά σε έναν άλλο που ήταν καλοδεχούμενα τα μεγάλα έργα. Άκουγα τον Θεοδωράκη, τον Τσιτσάνη, τον Μπιθικώτση, αργότερα τον Σαββόπουλο, την Αρλέτα, τον Σπανό».

Δεκαέξι χρονών έκανε την πρώτη του ροκ συναυλία «με αγγλικά Πελοποννήσου». Κατά τα άλλα, οι πρώτες συναυλίες που θυμάται να έχει κάνει ήταν του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Λοΐζου. «Μετά από μερικά χρόνια, αυτονομήθηκα. Από τις δικές μου συναυλίες ξεχωρίζω το Φάληρο, τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας και στη Θεσσαλονίκη στο γήπεδο Χαριλάου που ήταν κατάμεστα».

Κάθε μια «επιτυχία» του έδινε τη δύναμη για να συνεχίζω. «Το πλήθος του κόσμου που έρχεται ακόμα να με ακούσει είναι άλλο ένα διαβατήριο».

Έχει ταξιδέψει για να τραγουδήσει σε όλη την Ελλάδα, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις. «Έξω, έχω πάει με το Θεοδωράκη, τον Λοΐζο, μετά μόνος μου. Στην Τουρκία είχα πάει με τη Δημητριάδη το 1977. Αφρική δεν έχω πάει. Αυστραλία έχω πάει με την Χαρούλα Αλεξίου. Είναι τόσο γεμάτη η Ελλάδα με τις εμφανίσεις μου που δεν προλαβαίνω κιόλας».

Ρε μπαγάσα, πόσες συναυλίες έχεις κάνει;
«Αν υπολογίσουμε κοντά 50 χρόνια από 100 εμφανίσεις τον χρόνο, βγάλε εσύ το συμπέρασμα». Ακούστηκε να γελά λίγο και η ψυχή μαζί με τα δόντια και το στόμα του.

Τέντωνε τη σφεντόνα του και ζήταγε κοινό
«Κάθε Τετάρτη που ερχόταν ο ταχυδρόμος στο χωριό και έβλεπα συγκεντρωμένο πλήθος ανέβαινα στο τραπέζι και τραγουδούσα ή έλεγα ποιήματα και μου έδιναν λουκούμια. Μια φορά είχα ανέβει στα κεραμίδια και τραγουδούσα νομίζοντας ότι το πλήθος από κάτω μου ήταν τεράστιο. Ανέβαινα σε δέντρα πάνω και έκανα το ίδιο». Μια φορά έπεσε από το δέντρο και λιποθύμησε.

© Γιάννης Μαρκετουσάκης

Ο Βασίλης
«Έπρεπε να είμαι “ο Βασίλης” από την αρχή. Παρόλα αυτά, έγινε από μόνο του, δεν το επεδίωξα εγώ. Ίσως είναι μια απόρροια ειλικρίνειας που έχω μέσα από τη σχέση μου με το κοινό. Δεν έχω κάνει πράγματα που δεν τα ενέκρινα, που δεν μου άρεσαν. Η εταιρεία μου με κυνηγούσε συνεχώς να αλλάξω ρεπερτόριο και να γίνω “μοδάτος”. Έλεγαν “κρίμα το παιδί, θα πάει χαμένο με αυτά που τραγουδάει”. Τα όχι μου υπερίσχυσαν όμως γιατί τελικά, φτάσαμε στο σημείο να πηγαίνω τόσο καλά που μου ζητούσαν και άλλους σαν εμένα».

Ελλάς, τα social media
«Και τώρα, Χούντα έχουμε. Είναι μια παγκόσμια διεθνής Χούντα που έχει βαλθεί να δουλοποιήσει όλους τους ανθρώπους». Η ρητορική ερώτηση ήταν αν παρακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις. «Δεν μπορείς να γυρίσεις την πλάτη στο τι συμβαίνει γύρω σου. Δεν μπορείς να μη δεις το μεταναστευτικό να το εκμεταλλεύονται κάποιοι επιτήδειοι».

Η συζήτηση πηγαίνει στα social media. «Κάπου είναι ασύδωτα αλλά από την άλλη είναι πολύ χρήσιμα. Τα social media είναι ένας χώρος που μπορεί να κινητοποιήσει κόσμο αλλά είναι και ένα μέρος ακατάσχετου κουτσομπολιού. Τώρα που έχουν βήμα οι μισοί Έλληνες δικάζουν τους άλλους μισούς».

Ένα μουσικό απωθημένο: «Ότι δεν πρόλαβα να τραγουδήσω Χατζηδάκι. Είχαμε ετοιμάσει κάτι αλλά έφυγε και δεν προλάβαμε να το ολοκληρώσουμε».

Αποτσίγαρα διακρίσεων
Καθώς έπαιρνε μια ακόμα ρουφηξιά ζωής από τη γόπα του είπε για τους ομοφυλόφιλους, τις γυναίκες, τους μετανάστες: «Καταρχήν είναι λάθος να τους ξεχωρίζουμε. Όλοι είναι άνθρωποι. Ακόμη και η ταξινόμηση των ιδιαιτεροτήτων είναι λάθος. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει».

© Γιάννης Μαρκετουσάκης

Αν δεν ήταν ο Παπακωνσταντίνου: «Εγώ εφευρέτης ήθελα να είμαι και να βρίσκω μικροπράγματα που θα ομορφαίνουν τη ζωή μας». Σαν να γύρισε απότομα πίσω και ταυτόχρονα πολύ μπροστά, είπε με νοσταλγία: «Ήρωάς μου ήταν ο κύριος Γρανάζης, όταν ήμουν μικρός.  Μου αρέσουν τα καινούργια πράγματα πάρα πολύ. Μου αρέσει να βλέπω πατέντες».

Αν μπορούσε να γυρίσει πίσω σε μια δεκαετία: Αυτή θα ήταν μπροστά. «Θα ήθελα να πάω και να δω πώς θα είναι ο κόσμος σε δέκα χρόνια. Δεν φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι το να είμαι αποκλεισμένος. Θέλω να δω πού θα πάει η τεχνολογία και όλα».

Πριν το τέλος
«
Με τόση μουσική μπροστά μου πού να προλάβω να έχω χόμπι». Όταν δεν ασχολείται με τη μουσική δεν θέλει να κάνει τίποτα ή μάλλον, «θέλω να κάθομαι στον ήλιο να λιάζομαι και να σκέφτομαι».

Στην ερώτηση αν κουράστηκε με τόσα χρόνια μουσικής, η απάντησή του όπως θα πει και ο ίδιος είναι κλεμμένη από άλλον: «Τι κούραση να ξεκουράζεσαι». Έπειτα, η δική του ατάκα, θα φτιαχτεί: «Θα ήθελα να είμαι ενεργός και όταν θα τελειώσω».

Ίνφο
Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου εμφανίζεται μαζί με τη Βιολέτα Ίκαρη στο Άνοδος Stage κάθε Σάββατο.

υ.γ.: Σαν υπογραφή των όσων γράφουν οι δύο πρώτες παράγραφοι, το σημερινό κείμενο οφείλει να κλείσει μόνο έτσι:  [[{"fid":"728060","view_mode":"default","fields":{"format":"default","alignment":""},"type":"media","field_deltas":{"2":{"format":"default","alignment":""}},"link_text":null,"attributes":{"class":"media-element file-default","data-delta":"2"}}]]