Μουσικη

Έρικ Μπάρτον: «Κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά έναν γέρο που γκρινιάζει»

Απίστευτες ιστορίες μας διηγείται ο θρυλικός μπλουζ ροκενρόλερ από τα παλιά αλλά και τα σημερινά της κινηματογραφικής μουσικής ζωής του

Στέφανος Τσιτσόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 715
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Έρικ Μπάρτον: Η ψυχή των The Animals μιλάει στην ATHENS VOICE, λίγο πριν τη συναυλία του στις 27 Σεπτεμβρίου στο Ηρώδειο.

Ανταμώνουμε στον «Ευριπίδη» της Κηφισιάς, θέλει να διαλέξει μερικά βιβλία από το ξενόγλωσσο τμήμα, τη Δευτέρα φεύγει για ολιγοήμερες διακοπές στη Σέριφο. Λίγο πριν στο τηλέφωνο η ελληνίδα σύζυγός του, Μαριάννα, μου ζητά χίλια συγνώμη, επειδή η συνέντευξη-ραντεβού άλλαξε ώρα και τόπο, κανένα πρόβλημα, της λέω. Και το εννοώ. Σαράντα χρόνια πριν άκουγα το «We Gotta Get Out Of This Place» και προετοίμαζα τη φυγή μου, σαράντα χρόνια μετά λέω της Μαριάννας «θέλω να τον γνωρίσω και να του αποδώσω φόρο τιμής κι από κοντά, όσες αλλαγές μέρους και ώρας αγαπάτε»! 

© Τάσος Ανέστης

Κι έτσι στέκομαι τελικά μπροστά του στην Κηφισιά και του λέω στα γρήγορα τη λόλα μου για αυτόν και τα τραγούδια του, ο Έρικ γελάει ευγενικά, οικεία, καλόκαρδα, σκέφτομαι από μέσα μου, όπως τον βλέπω ντυμένο στα κατάμαυρα με το σακάκι και το μπλουζάκι «It’s my life» και τα κάτασπρα μαλλιά του να παίζουν αντίστιξη και φουλ κοντράστ, πως σε αυτή τη ζωή ίσως τελικά και να υπάρχει (λίγη) δικαιοσύνη: ο Μπάρτον, όπως θα διαβάσετε και παρακάτω, τα θυμάται όλα. Τα έζησε όλα, τα έκανε όλα, δεν έχει να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν, παρά μόνο ίσως να τηρήσει μια υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του, τότε στο Νιούκαστλ των αρχών του ’50. Να ζήσει γρήγορα σαν τον Τζέιμς Ντιν που τον χάζευε θρύλο στο πανί, να τραγουδήσει λυγμικά σαν τον Τζόνι Ρέι, που εξαιτίας του «αποφάσισα να γίνω τραγουδιστής, δικέ μου, τι τρομερό στιλάτο κρούνινγκ, τον αγαπώ πιο πολύ και από τον Σινάτρα! Όσο για τώρα που μεγάλωσα, θέλω να μην γκρινιάζω. Να παραμένω πάντα θυμωμένος, αλλά να μην γκρινιάζω, μιας και κανείς δεν ανέχεται έναν γέρο που γκρινιάζει και ψάχνει τα δίκια του. Ψάχνω όμως πάντα να βρω την αλήθεια, ειδικά αυτές τις μέρες που κάποιοι άνθρωποι σε Αγγλία και Αμερική επιθυμούν να επιστρέψουμε σε κατάσταση ζούγκλας. Θα μου πεις πως είναι κι αυτό κομμάτι του παιχνιδιού, μέρος της ανθρώπινης φύσης». 

Και πάνω που λέω, α, αυτή θα είναι μια συνέντευξη που θα γίνει στα όρθια και καθώς ο Μπάρτον ξεφυλλίζει βιβλία, η σύζυγός του ρίχνει την ιδέα για έναν καφέ στο παραδιπλανό «Common Secret café». Κι όλως τυχαίως, όταν μπαίνουμε στο άδειο από κόσμο μαγαζί, μιας και είναι νωρίς το απόγευμα και η Αθήνα χαλαρώνει πριν το ξαναρίξει έξω για να φορτίσει και να ξεχυθεί στον πυρετό της νύχτας, από τα ηχεία ακούγεται ο Τζον Λένον. Που ήταν φίλος του αδελφικός, οπότε λέω μέσα μου πως έτσι θα κλείσει η συνέντευξή μας, με τον Λένον που δεν μένει χρόνια τώρα εδώ, σε αντίθεση με αυτό το αιώνιο ροκενρόλ και μπλούζι αγόρι, που σε λίγες μέρες θα ανέβει στη σκηνή του Ηρωδείου. Still alive, ακόμα επικίνδυνος, ταγμένος, μανιασμένος, παρά τους δυο αιώνες που κουβαλάει πάνω του και μέσα του και... rec.

© Τάσος Ανέστης

Είπες για τον Τζόνι Ρέι, πόσο επιρροή και αναφορά τον είχες. Άρα μιλάμε για τις μέρες πριν από το ροκενρόλ, σωστά;
Ναι, ήμουν πολύ μικρός. Δεν ήταν το ροκενρόλ η πρώτη μουσική που άκουσα, ώστε εξαιτίας της να κάνω μια μπάντα. Ήταν που από το δημοτικό σχεδόν αποφάσισα να γίνω, ας το πούμε, διασκεδαστής. Ίσως να ήταν και κληρονομικό, ή έτσι να έψησα τον εαυτό μου, πως αυτός είναι ο προορισμός μου, αφού ένας από τους παππούδες μου, ανθρακωρύχος, λόγω εργατικού ατυχήματος είχε να διαλέξει ανάμεσα σε δυο δρόμους. Ή να γίνει ζητιάνος ή να σαλτάρει στο πάλκο. Προτίμησε το δεύτερο, ψυχαγωγούσε για καιρό αντί να εκλιπαρεί για ελεημοσύνη. Υπέροχη ιστορία όπως μου τη διηγήθηκε ο πατέρας μου, τρύπωσε μέσα μου και καθόρισε την πορεία μου...

Ακούγεται πολύ ντικενσιανό, Έρικ...
Μα όλο το Νιούκαστλ των αρχών του ’50 έμοιαζε ντικενσιανό αλλά και βικτωριανό, ήταν εικοστός αιώνας, αλλά έξω στη φύση και τα δάση, όπως και μέσα με τα παλιά κτίρια ή το μολυσμένο ποτάμι, ο αιώνας έμοιαζε και με τον 19ο.

Κι ύστερα ήταν κι εκείνο το σχολείο, που αν θέλεις, μου ξαναλές την ιστορία, που πλέον είναι μυθική, συνδεόμενη ευθέως με το όνομα The Animals της μπάντας...
Α, το διαολοσχολείο εκείνο, εντελώς evil, καθόμουνα στην τάξη και από απέναντι έβλεπα το εργοστάσιο σφαγής των ζώων, ενώ παραδίπλα του υπήρχαν χωράφια που μεγάλωναν προβατάκια ανύποπτα για το τι πρόκειται να τους συμβεί. Η ζωή κι ο θάνατος, φίλε μου, ακούγονταν καθημερινά στα αυτιά μου σαν κονσέπτουαλ μουσική, κραυγές κάθε απόχρωσης. Έπρεπε να φύγω από αυτό το μέρος...

© Τάσος Ανέστης

Με τον πατέρα σου ήσουν στην κόντρα; Δεν είναι κι αυτό αρχετυπικό ως πρώτο βήμα απόκτησης ρεμπέλιον συμπεριφοράς;
Καθόλου. Απεναντίας, ειδικά τότε που με πήρε μαζί με το συνεργείο του στη δουλειά –ανοίγαμε τρύπες για να περάσουν τα καλώδια του ηλεκτρισμού– τον είχα ξορκίσει να μην πει στους εργάτες πως ήμουνα ο γιος του. Κι έτσι ένιωσα μεγάλη χαρά όταν κατάλαβα ότι τα παιδιά τον εκτιμούν. Πήγα κι έσκαψα μαζί τους, ήταν οκέι ο πατέρας μου. Πού και πού τον τρέλαινα βέβαια όταν του έλεγα πως αντιπαθώ τον Τσόρτσιλ, σε σημείο που να πιστεύει πως ήμουν κομμουνιστής! Αλλά αφού με ψάχνεις τόσο γενεαλογικά, νομίζω πως ο θείος μου και κάποιοι φίλοι του αποτέλεσαν για μένα πρότυπο, ας πούμε, αντισυμβατικής συμπεριφοράς. Ειδικά ο κολλητός του ο Κόφι Τζόνι, σκέτη παράβαση ήταν! Σκέψου πως έκλεβε ή υποτροπίαζε στο Νιούκαστλ, αλλά δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν γιατί πήγαινε αμέσως στην απέναντι πόλη περνώντας τη γέφυρα, καθώς τα περιπολικά του νόμου πήγαιναν αντίθετα.

Γεννήθηκες εξεγερμένος τελικά ή προέκυψε;
Ω, ήταν πολύ χιπ να είσαι οργισμένος τότε με όλους και με όλα! Σε αντίθεση με τώρα, που έχουμε πάλι λόγους να διαμαρτυρόμαστε, αλλά δεν συμβαίνει και τίποτα συγκλονιστικό, τότε ήταν η μουσική, τα βιβλία και οι ταινίες που όριζαν κομμάτι της συμπεριφοράς. Θυμάμαι έβλεπα μια ταινία με τον Μπράντο που δούλευε εργάτης στα ντοκ και είχα εντυπωσιαστεί, αλλά μετά σκέφτηκα πως και στο Νιούκαστλ είχε ντοκ και λιμενεργάτες, απλά στο πανί έδειχναν πιο καυτοί. Γενικά νομίζω πως οι ταινίες της εποχής εκείνης καθόρισαν τον τρόπο με τον οποίο ξεχύθηκα αργότερα να βρω την αλήθεια μου. Και τότε μπορεί ο πόλεμος να είχε τελειώσει, αλλά ακόμα στα φιλμ έπαιζε πόλεμος. Και θυμάμαι να αναρωτιέμαι ποια ήταν πιο αληθινή; Μια χολιγουντιανή ταινία με αεροπλάνα να πετάνε βόμβες από ψηλά ή ένα πολωνικό φιλμ; Που οι Πολωνοί μάχονταν σώμα με σώμα με τους Ναζί. Και θυμάμαι μετά, στην ίδια ταινία, τον πρωταγωνιστή να πίνει στο μπαρ δέκα ποτήρια βότκα καπνίζοντας αρειμανίως και να ατακάρει: Εμείς είμαστε οι ήρωες, μα κοίτα μας τώρα πώς ξεψυχάμε! Heavy shit, έτσι;

© Τάσος Ανέστης

Η συνέντευξη διακόπτεται γιατί ο Έρικ παραγγέλνει ένα τσάι κι ο σερβιτόρος που το φέρνει, ζήτημα να είναι 21 με 22, ρωτάει αν όντως είναι αυτός ο τύπος από τους Animals, και ενθουσιασμένος του σφίγγει το χέρι και λέει πως φυσικά έβγαλε εισιτήριο για το λάιβ. Είπαμε, ο Μπάρτον είναι ζωντανός θρύλος. Από τη βρετανική «εισβολή» στην Αμερική παρέα με τους Beatles και τους Stones ως και τις ψυχεδελικές φανκ σόουλ μέρες στο Σαν Φρανσίσκο με τους War, τα τραγούδια αλλά και το συνολικά αγέρωχο attitude του είναι το διαβατήριό του, πέρα από τα τραγούδια του, για την αθανασία. Και από τις ιστορίες για τον Τζίμι Χέντριξ –σε αυτόν τηλεφώνησε το κορίτσι του πανικόβλητο τη νύχτα του μοιραίου οβερντόουζ– ή τα γλέντια με τον φιλαράκο του τον Στιβ Μακ Κουίν στο Λος Άντζελες όπως και οι πλάκες που σκάρωναν στον Τζιμ Μόρισον έως τη φοβερή εκείνη νύχτα που γνώρισε τη Νίνα Σιμόν, όλα τα έχει διηγηθεί στην αυτοβιογραφία του αλλά και τα φιξάρει η wiki. Όποιος ψάχνει, βρίσκει, και το ροκενρόλ δεν θα πεθάνει ποτέ. Και η ανανεωνόμενη φυλή τον ροκενρόλερ, όπως ο πιτσιρικάς σερβιτόρος του «Common Secret», πάντα θα τον αντιμετωπίζει σαν θρύλο. Πίσω στη συνέντευξη...

Τι θα παίξεις στη συναυλία; Θέλω να πω με τι κριτήριο φτιάχνεις τη σετ λιστ σου, έχοντας να διαλέξεις από τόσα υπερτράγουδα αλλά και παραγγελιές. Η Μαριάννα πριν μου έλεγε πως είναι φοβερό το πόσα τραγούδια από αυτά που έχεις ως και σαράντα χρόνια να παίξεις, σου ζητάνε ειδικά οι Έλληνες φαν. Μπαίνω κι εγώ στο παιχνίδι, α, πες μου πως θα τραγουδήσεις το «Lonely Avenue».
Ηρέμησε! Είμαι ενθουσιασμένος που δεν ξεχνάτε και σας ευχαριστώ θερμά, αλλά είμαι πάντα κινούμενος στην αιχμή ως προς το πόσο πρέπει να φτιάχνεις το κέφι και τα θέλω του κοινού κι όχι το δικό σου. Δεν εννοώ πως στέκομαι απέναντί σας, αλλά πρέπει να ικανοποιήσω και τον Έρικ, δεν βρίσκεις; Από την άλλη παίζω και με μια νέα μπάντα που μεθοδολογικά, ας πούμε, δουλεύω κάπως έτσι: Παιδιά, πάμε πρόβα το «Baby Let Me Take You Home», και στην πορεία προσθέτουμε και προσθέτουμε κι όπου μας βγάλει. Πάντως greatest hits θα είναι, μην ανησυχείς. Αλλά το «Lonely Avenue» πού το θυμήθηκες; Θες να σου πω άλλη μια ιστορία που έχει σχέση με την Πολωνία, που λέγαμε πριν;

Ψοφάω!

Λοιπόν, κάπου στις αρχές του ’60, πριν πάμε με τους Animals στην Αμερική, βρεθήκαμε στη Βαρσοβία. Που ανήκει στο σοβιετικό μπλοκ επιρροής, και παθαίνω ένα σοκ γιατί κάνει πολύ κρύο, αλλά και τα ράφια στα καταστήματα είναι άδεια. Ξαφνικά επίσης συνειδητοποιώ πως οι φαν χάιδευαν τα δερμάτινα τζάκετ μας, όχι μόνο γιατί ήταν πολύ ζεστά, αλλά και γιατί εκεί το είδος σπάνιζε. Κι εγώ όμως παθαίνω ένα στιλιστικό σοκ με τα ρωσικά καπέλα, θέλω οπωσδήποτε ένα γούνινο ρώσικο καπέλο με μεγάλα «αυτιά». Οπότε σε μια αναγνώριση στοιχείων από μια σοβιετική περίπολο, όταν τους το λέω, ένας από αυτούς με πηγαίνει σε ένα μαγαζί, γκλιν γκλον κάνει η πόρτα και μπαίνουμε μαζί, αυτός με το αυτόματο στο χέρι. Αγοράζω το καπέλο και φεύγω. Και το 2017, πάλι πίσω στη Βαρσοβία που τουράρω, εξήντα χρόνια μετά, ένας τύπος έρχεται και μου δίνει ένα καφέ δέμα, διακόπτοντας τη συνέντευξη Τύπου. Το ανοίγω και μέσα υπάρχει πάλι ένα καπέλο γούνινο, αλλά και μια επιστολή. Γράφει: «Αγαπητέ Έρικ, αυτό είναι το γνήσιο ρωσικό καπέλο που σου χρωστάμε από τότε κι όχι αυτό που σε πήγαμε να αγοράσεις. Ήταν ιμιτασιόν πολωνικό, αλλά σ’ το φορέσαμε για ρωσικό».

© Τάσος Ανέστης

Χριστέ μου! Κι όλα αυτά πριν την Αμερική, είπες...
Ναι, μετά πήγαμε στην Αμερική, που εντάξει, εκεί τα ράφια ήταν γεμάτα με προϊόντα, αλλά στην Ουάσινγκτον καβάλησα ένα ταξί και είπα του οδηγού να με πάει και από τη δική τους «άλλη πλευρά». Με πήγε στις γειτονιές των μαύρων, που επίσης έμοιαζαν με αποκλεισμένες ζώνες, σαν παραπέτασμα. Ψώνισα όμως καταπληκτικούς δίσκους. Ακόμα όταν πάω στην Αμερική, αγοράζω μουσική από τέτοια μέρη. Τελευταία φορά εκεί και βρήκα βινύλια με τους λόγους του Μάλκομ X, κι ας με κοροϊδεύουν που συλλέγω με πάθος τέτοια πράγματα.

Πώς τη βλέπεις την Αμερική τώρα;
Σου το είπα και πριν πως δεν θέλω να γκρινιάζω, γιατί κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά έναν γέρο που γκρινιάζει. Για το ίδιο κατηγορούν και τον Μπέρνι Σάντερς, που πολύ τον αγαπώ. Όπως και πολλούς από τους φίλους μου τότε στη δεκαετία του ’60, που έκαναν φασαρία, αλλά τώρα, τι περίεργες μέρες, κάθονται τόσο ήσυχοι. Αν και μου αρέσει πολύ αυτό το κορίτσι η Αλεξάνδρα Κορτέζ, που η κυβέρνηση Τραμπ τη θεωρεί επικίνδυνη ακτιβίστρια. Μου αρέσει ο τρόπος που τους «ενοχλεί», το πώς τους κλωτσάει τον κώλο. Δεν μου αρέσει η ησυχία.

Ο Μπέρνι Σάντερς είναι κομμουνιστής λες; Προβοκάρω, εννοείται!
Κομμουνιστής σαν τον Λένον. Κακόμοιρος Τζόνι. Εκεί συνάντησε τη μοίρα του.

Ήσασταν πολύ φίλοι, ε;
Μα πριν γίνουμε φίρμες, όταν μας καλούσαν στην τηλεόραση, βγαίναμε πρώτοι εμείς κι αυτός, από τα παρασκήνια που ήταν κρυμμένος, με τσιγκλούσε και προσπαθούσε να με σπρώξει με την κιθάρα σαν ξίφος.

Και στο «I Am The Warlus», ξέρω πως εσύ είσαι ο «I am the eggman». 
Άλλη μια από τις πλάκες του Τζον, που μου πέταξε ένα αυγό γιατί ως εκεί πίστευε πως πρέπει να ασκείται η βία, ήταν ενάντια σε κάθε μορφή όπλου ή πολέμου, όπως ξέρεις. Ήταν μπροστά και η Γιόκο, αν θυμάμαι καλά στη σκηνή αυτή, που ύστερα έγινε τραγούδι.

© Τάσος Ανέστης

Κι εσύ, λένε, ήσουν μπροστά όταν γνωρίστηκαν...
Α, ήμασταν στην γκαλερί με τον Πολ ΜακΚάρντεϊ, που είδε πρώτος τα έργα της Γιόκο κι άρχισε να γελάει και να φωνάζει «στα σίγουρα πρέπει να φωνάξουμε τον Τζον τον κουλτουριάρη, που θα ενθουσιαστεί, αναμφίβολα». Κι έτσι έρχεται ο Λένον, βλέπει τα έργα και εκστασιάζεται και αναρωτιέται φωναχτά «Θεέ, ποια ψυχή και τι είδους ανώτερο μυαλό τα έφτιαξε αυτά τα πράγματα!». Και δίπλα μας ακριβώς ήταν η Γιόκο, μικρό, τοσοδούλικο πλάσμα που άκουγε. Τον κοιτά στα μάτια και του λέει «εγώ είμαι αυτό το μυαλό και θα ήθελα να παίξω και με το δικό σου».

Κάπου εδώ μπαίνει στο πλάνο η Μαριάννα, υπενθυμίζοντάς μου ευγενικά πως είπαμε να τα πούμε λίγο, αλλά έξω πήγε να βραδιάζει. Όντως, και προς το αργά, δυο ώρες πέρασαν κι αν δεν μου το έλεγε, στα σίγουρα μπορούσα να τον ζαλίζω τον Έρικ κι αυτός ευγενέστατος να μη με σταματά. Ωστόσο, κι ως εδώ, έστω κι έτσι, είμαι ευτυχισμένος. Σαράντα χρόνια πριν, στα 14, άκουγα τα τραγούδια τους και σαν «Ζώο» ήθελα κι εγώ να ξεφύγω από το θρακιώτικο Νιούκαστλ μου, όπως κι εκείνος από το δικό του. Ροκενρόλ! Μουσική για αιώνιους φυγάδες. Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Μπάρτον και καλή αντάμωση στις 27 Σεπτεμβρίου, κάτω από την Ακρόπολη! Έχουμε να ακούσουμε τα καλύτερα.

© Τάσος Ανέστης

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για τη συναυλία του Eric Burdon στο Ηρώδειο στο Guide της Athens Voice

© Eric Burdon, εξώφυλλο για το τεύχος 61 της ATHENS VOICE, 15.12.2004

Δείτε εδώ το εξώφυλλο που είχε σχεδιάσει ο Eric Burdon για την Athens Voice