Μουσικη

Η σύγχρονη ποπ και το κιτς σαν κουπλέ με ρεφρέν

Η μόνη πραγματική παγκοσμιοποίηση που βλέπω είναι αυτή του κιτς

Μάκης Μηλάτος
ΤΕΥΧΟΣ 705
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ένα μεγάλο μέρος της mainstream μουσικής πραγματικότητας όλο και περισσότερο μπατάρει προς το κιτς και την αισθητική αναξιοπρέπεια.

Η μόνη πραγματική παγκοσμιοποίηση που βλέπω είναι αυτή του κιτς, το οποίο φαίνεται να επελαύνει παγκοσμίως με τον ίδιο τρόπο –και τον ίδιο βηματισμό– που εξαπλώνεται η ακροδεξιά και ο νεοσυντηριτισμός. Άλλωστε είναι φαινόμενα που έχουν δεσμούς αίματος.

Blackpink

Ένα μεγάλο μέρος της mainstream μουσικής πραγματικότητας όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά, μπατάρει προς το κιτς και την αισθητική αναξιοπρέπεια. Κι αυτό είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο, ένα από τα λίγα –στις μέρες του διχασμού που ζούμε– που φαίνεται να ενώνει τους ανθρώπους της Γης περισσότερο και από την αγωνία τους για την κλιματική αλλαγή.

Για δες λίγο το μεγάλο κάδρο… Η Kpop, που από την Κορέα εξαπλώνεται ραγδαία παντού, το hip-hop ευρείας κατανάλωσης που υιοθετεί την αισθητική «μπουζούκια» κι αυτό επιτρέπει στην Ελένη Φουρέιρα να κάνει διεθνή καριέρα και να συναντιέται μουσικά με τον Snoop Dogg, ο Ρέμος (που ειδικεύεται πια ως διασκεδαστής της νεοπλουτέ μπαναλαρίας Μυκόνου και Λονδίνου) κάνει συναυλία σε μερικές εβδομάδες με τους UB40, που το εξώφυλλο του πρώτου τους δίσκου (πριν από πολλά χρόνια είναι αλήθεια) ήταν η κάρτα ανεργίας της Αγγλίας. Η Πάολα (που την αλέθει το ίδιο χωνευτήρι του Ράδιο Αρβύλα που αλέθει και τον Νίκο Μαστοράκη) στήνει fake φωτο-σύλληψη στη Νέα Υόρκη για τις «ζημιές που προκάλεσαν οι θαμώνες στις εκεί εμφανίσεις της».

Αν το ’ξερε η Cardi B πως είναι στα μέρη της σίγουρα θα είχε πάει να τη δει τη συνάδελφο.

Cardi B

Κι αυτά την ίδια ώρα που ο Ματέο Σαλβίνι κρατώντας το κομποσκίνι, φιλώντας το, επικαλείται την Παναγία και υπόσχεται στους Ιταλούς πως θα πνίξει τους μετανάστες (υποθέτω με τη σύμφωνη γνώμη της Παναγίας) και ο Κυριάκος Βελόπουλος πάει στην ευρωβουλή έχοντας στην τσέπη ιδιόχειρη συστατική επιστολή από τον ίδιο τον Ιησού και κεραλοιφές φτιαγμένες από καλόγερους του Αγίου Όρους «διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Φυσικά το ήξερε πως θα βγει ευρωβουλευτής εδώ και καιρό. Του το είχε προφητεύσει ο (κολλητός του) Άγιος Παΐσιος αυτοπροσώπως, βοήθειά μας.

Όπως πολύ σωστά αναρωτήθηκε ο Joe Elliott (Def Leppard) όταν του έβαλαν να ακούσει το «God’s Plan» του Drake «Where’s the hook, dude?» Έχει δίκιο. Η σημερινή ποπ είναι πολύ περισσότερο βασισμένη στην ιδέα πως φτιάχνεται για να φαίνεται και όχι για να ακούγεται.

Η μελωδία παραγκωνίζεται έναντι του ρυθμού και οι σύγχρονοι ποπ σταρς –έχοντας αυτά τα αισθητικά εφόδια– μπερδεύουν την εκκεντρικότητα με το κιτς (δες την Τέιλορ Σουίφτ ντυμένη πολυέλαιο στο φετινό Met Gala και θα καταλάβεις).

Παλιά λέγαμε πως –σε αισθητικό και μορφολογικό επίπεδο– τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα συναντιούνται. Από τότε προοδεύσαμε αρκετά. Η αισθητική του αμερικάνικου mainstream χιπ χοπ συναντάει το αισθητικό περιβάλλον από τα ελληνικά μπουζούκια και η Nicki Minaj άνετα θα μπορούσε να τραγουδάει σε οποιοδήποτε χιλιόμετρο της Αθηνών-Θεσσαλονίκης.

Nicki Minaj

Η αισθητική κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται και η κυριαρχία διαφόρων υπο-ειδών του χιπ χοπ, όπως το reggaeton και το trap (θα μπορούσαμε να πούμε: Τα μπουζούκια της Αμερικής) σπρώχνει τα πράγματα ακόμη πιο βαθιά στο ηχητικό και στιλιστικό κιτς. Η εμφάνιση της Madonna στη αποθέωση του κιτς που λέγεται Eurovision, το επιβεβαιώνει. Φλερτ με το reggaeton και ντύσιμο για εκτελεστικό απόσπασμα.

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για το «Mama?» του Sin Boy και αν είναι αισθητικό σκουπίδι, ενώ το χάσμα των γενεών γίνεται ολοφάνερο με γονείς να φρικάρουν για το τι ακούνε τα παιδιά τους, την ίδια ώρα που ο –πιθανός– νεανικός τους αγαπημένος Morrissey φλερτάρει με την ακροδεξιά, όπως και ο Σφακιανάκης, που ίσως να είναι μια από της guilty pleasures της ζωής τους όταν αποφάσισαν να πάνε στα μπουζούκια (που λέγαμε), «έτσι από περιέργεια».

Sin Boy

Είμαι ατρόμητος. Έχω δεχτεί επιθέσεις από Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, Άλκη Στέα και Κλειώ Δενάρδου, από ορχήστρες όπως του Paul Mauriat και του James Last, έχω παλέψει με τους Stock, Aiken & Waterman και τους Milli Vanilli, έχω χάσει προσωρινά το φως μου από γκέτες, βάτες, ψηλοκάβαλα παντελόνια και σακάκια με γυρισμένα μανίκια, έχω δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση από Barry White και Γιάννη Πάριο, επέζησα από ύπουλα χτυπήματα τύπου Macarena και Gangnam Style, το «Mama?» θα με τρομάξει; Όχι ακριβώς…

Όμως αυτό που φαίνεται τρομερό στις πιο λούμπεν εκδοχές του mainstream χιπ χοπ (ελληνικού και ξένου) είναι ότι είναι το μόνο μουσικό είδος στην ιστορία της ποπ κουλτούρας που –παρότι underground και εναλλακτικό (έστω και πρώην)– «παρακαλάει» να γίνει σαν αυτό που θα έπρεπε να αμφισβητεί, μια πλούσια ζωή με λεφτά που έρχονται από παράνομες ενέργειες και φέρνουν πισίνες, αμαξάρες, χρυσάφια, σπιταρόνες και γυναίκες που να είναι λίγο πουτανάκια. Και για να επιβεβαιωθεί εμπράκτως αυτή η «παράνομη ευμάρεια» δεν είναι λίγοι οι ράπερς, από τη λεγόμενη «φουρνιά του Sound Cloud» που έκαναν πράξη αυτή τη φιλοσοφία μπλέκοντας με τον νόμο, για σκοτωμούς, σεξουαλική παρενόχληση, παράνομες δραστηριότητες, βίαιη συμπεριφορά σε γυναίκες, σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, θέματα με ναρκωτικά, όπως είναι οι XXXTentacion, 6ix9ine, LilPump, Tay-K, Kodaklack, για να αναφέρω μόνο μερικά από τα ονόματα, την ίδια ώρα που η Lady Gaga ζητάει συγνώμη για τη συνεργασία της στο παρελθόν με τον R Kelly, που είναι ένας ακόμη ράπερ που κατηγορείται δημοσίως –στο ντοκιμαντέρ «Surviving R Kelly»– για σεξουαλική κακοποίηση και αποσύρει το τραγούδι «Do What U Want (With My Body») του 2013 από κάθε πλατφόρμα.

Lady Gaga

Την ίδια ώρα η ιδιωτική ζωή των ποπ σταρς υπάρχει μόνο όταν είναι δημόσια κι έτσι το κιτς του ήχου και της εμφάνισης μεταφέρεται και στον βίο, ιδιωτικό και δημόσιο, ένα πράγμα πια.

Η «δικαιούται διά να ομιλεί» Μαρινέλλα, σε μία πρόσφατη συνέντευξή της στην Real News βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Γεμίσαμε με μπούκλες παντού. Δεν λέω, υπάρχουν καλές φωνές σήμερα, υπάρχουν ταλέντα αλλά δυστυχώς σπρώχνονται οι άφωνες κυρίως. Οι άφωνες που κάνουν καριέρα με στρινγκ και playback. Ξεβρακωμένες γκόμενες με εξτένσιον, όπου και να κοιτάξεις. Άσε τους κοιλιακούς. Όλες έξω τους κοιλιακούς! Δείχνει η μία, δείχνει κι η άλλη. Πετάει κώλο η μία, πετάει και η άλλη. Δεν είμαι οπισθοδρομική, ούτε παλιακιά, παλιά ναι. Ζω, όμως στο σήμερα και θλίβομαι με όλο αυτό που γίνεται. Δείξ’ το στρινγκ στον γκόμενό σου στο κρεβάτι, στην παραλία, όχι στην πίστα! Γιατί το φάλτσο, όσο στρινγκ και να δείξεις, το ακούει ο θεατής, δεν ξεχνιέται... Αλλά ακόμα κι αυτό... πρώτη μούρη το στρινγκ! Και στο χρώμα του δέρματος μήπως και τσιμπήσουν οι πεινασμένοι. Μανούλα μου, πού πας έτσι με το στρινγκ; Και θα κάνεις έτσι καριέρα; Αυτά σου λένε οι μάνατζερ, ο Θεός να τους κάνει…

Πας σε ένα κέντρο και βλέπεις να προχωράει, να χαριεντίζεται και να μην κρύβει καν πως τραγουδάει κονσέρβα. Και στο εξωτερικό τραγουδούν playback... Ξέρω! Πήγα και είδα τη Μαντόνα στο Σικάγο. Καθόμουν μπροστά. Το μάτι μου κόβει. Όλα τα έλεγε playback, πέρα από ένα που έλεγε στο πιάνο... Αλλά, βρε αγάπη μου, εκεί το κάνουν πιο προσεκτικά, το playback εδώ φωνάζει από χιλιόμετρα».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το περιοδικό «Αντί» κυκλοφόρησε ένα συλλογικό (με πολύ ενδιαφέρουσες υπογραφές) βιβλίο με τίτλο «Κάτι το ωραίον» που προσπαθούσε να αποτυπώσει το νεοελληνικό κιτς εκείνης της –επίσης– απίστευτης εποχής από την οποία ξεκίνησαν όλα όσα τώρα κραυγάζουν, ενισχυμένα από το τέρας που γέννησε η ιδιωτική τηλεόραση.

Στο κείμενό του ο Χρήστος Βακαλόπουλος έγραφε πως «ίσως είναι η τελευταία φορά που μιλάμε για κιτς, στο εξής το πρόβλημά μας θα είναι η αδυναμία εντοπισμού του». Να που στις μέρες μας το κιτς είναι τόσο κυρίαρχο στη mainstream αισθητική και καταλαμβάνει τα πάντα –σαν κισσός που εξαπλώνεται– ώστε είναι δύσκολο να εντοπίσεις τι δεν είναι.

Μήπως τελικά πρέπει να αποδεχτούμε την άποψη του Κούντερα πως «το κιτς είναι κομμάτι της ανθρώπινης μοίρας»; Η σύγχρονη μουσική πραγματικότητα στην πιο ευρείας κατανάλωσης εκδοχή της, φαίνεται να συμφωνεί απόλυτα με τον σπουδαίο συγγραφέα και ας μη γνωρίζονται προσωπικά.