Μουσικη

Μια βαθιά υπόκλιση στο ασύλληπτα όμορφο soundtrack του Twin Peaks

Διατίθεται σε συσκευασία αγάπης δύο διπλών βινυλίων για τους ερωτοχτυπημένους με τη σειρά

Δημήτρης Καραθάνος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όταν όλοι οι ερωτευμένοι έχουν ένα βάρος στην καρδιά γιατί δεν ξέρουν τι δώρο να αγοράσουν στο αγαπημένο τους πρόσωπο, ας επενδύσουν στο soundtrack του Twin Peaks. Τώρα που κατακάθισε η σκόνη από τη σειρά που κυρίευσε το μυαλό και την ψυχή, ας βουτήξουμε στη μουσική.

photo © Rhino Entertainment

Προηγουμένως, ευχαριστούμε, Ντέιβιντ. Ευχαριστούμε για τους καφέδες, τις πίτες, τις αυτοκινητάδες, την αξιολάτρευτη πινακοθήκη των weirdos, την αχόρταγη κάμερα που πηγαινοέρχεται στις σκηνές σαν κογιότ που ουρλιάζει, ευχαριστούμε για τα υπέροχα πλάνα, τα σουρεαλιστικά γλέντια, την ονειρική παραδοξότητα, τις τρομακτικές αλήθειες και τα κωδικοποιημένα νοήματα, τα μυστήρια φλασμπάκ και τις ιστορίες που συνδέονται με τον πιο σχιζοφρενικό τρόπο ή δε συνδέονται καθόλου, τη γεμάτη αυτοπεποίθηση ωριμότητα, την παντελή άγνοια αφηγηματικών κανόνων, την ορκισμένη λόξα, την αιρετική αντίληψη για τη ζωή και το επέκεινα, ευχαριστούμε για τον Χάρι Ντιν Στάντον, τον Τζιμ Μπελούσι και τους αδελφούς Μίτσαμ, για τη Λόρα Ντερν, τη Τζένιφερ Τζέισον Λι, τη Ναόμι Γουατς και το αυτοκρατορικό παλμαρέ των γκεστ, ευχαριστούμε για το παραληρηματικό σιρκουί ανάμεσα στην Ουάσινγκτον, το Λας Βέγκας, τη Νότια Ντακότα, τη Νέα Υόρκη, τη Μοντάνα, την Οντέσα και το υπερπέραν. What a ride it’s been…

Ορισμένοι λένε ότι το «Twin Peaks: The Return» ήταν δυσνόητο. Ότι έβαζε δύσκολα στους θεατές του. Στην πραγματικότητα, και αν αφήσεις κατά μέρους τα μυριάδες μικρονήματα της πλοκής, όλη του η ουσία έγκειται στην προσπάθεια να διατυπωθούν κάποιες ιδέες απλές: Η ζωή είναι μια θύελλα που μαίνεται, και λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, και υπάρχει καλό και κακό, και υπάρχουν ισοπεδωτικές συνθήκες που μπορεί να σε υποχρεώσουν να υπακούσεις τυφλά στη χειρότερη φύση σου, και το μόνο που έχει σημασία είναι το μεγάλο ερωτικό ποίημα της καθημερινότητας, το οποίο εξυφαίνουμε στιγμή τη στιγμή μέσα από μικρές πράξεις αλληλεγγύης και ρουτινιάρικης οικειότητας.

Τίποτα δεν τελειώνει. Απλά υπάρχουν στάσεις και ενδιάμεσοι κόσμοι. Και στο μεταξύ, ο Λιντς συνεχίζει την ιερή αποστολή του, να φτιάχνει αδιαπραγμάτευτο, ακλόνητα προσωπικό, ιλιγγιωδώς εκπλεπτυσμένο σινεμά προσαρμοσμένο στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη. «You’ve gone soft in your old age», αποτολμά κάποια στιγμή ο Μιγκέλ Φερέρ, και η απάντηση του σκηνοθέτη / Γκόρντον Κόουλ δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο δεικτική: «Not where it counts, buddy».  

Όσο καλοφτιαγμένη και αν ήταν η κατά 27 έτη μεταχρονολογημένη τρίτη σεζόν, τίποτα δεν θα τη βοηθήσει να παραμείνει ολοζώντανη στη μνήμη περισσότερο από τη μουσική της επένδυση, ένα σπάνιο χαρμάνι από τα καλύτερα που έχει να προσφέρει ο αστείρευτος ωκεανός του ήχου. Συνθέτης, παραγωγός και ερμηνευτής ο ίδιος, ο Ντέιβιντ Λιντς φρόντισε στη λεπτομέρεια το line-up του Roadhouse, δημιουργώντας τους πιο μαγνητικούς τίτλους τέλους που έχουν προβληθεί τηλεοπτικά –και ίσως ένα αυτούσιο φιλμ με δικό του λόγο ύπαρξης, εφόσον κάποιος επιχειρήσει να συνδέσει μεταξύ τους τις σκηνές.

To soundtrack κυκλοφορεί σε δύο διαφορετικές εκδόσεις σιντί και βινυλίου, το «Twin Peaks (Music from the Limited Event Series), το οποίο περιλαμβάνει 20 τραγούδια από τις βασικές ερμηνείες του Roadhouse, καθώς και το «Twin Peaks (Limited Event Series Soundtrack)», όπου ο Angelo Badalamenti ξεδιπλώνει την ακαταμάχητη μαγεία του μέσα από 18 ορχηστρικές συνθέσεις.

[[{"fid":"460955","view_mode":"default","fields":{"format":"default","alignment":""},"type":"media","field_deltas":{"6":{"format":"default","alignment":""}},"link_text":null,"attributes":{"class":"media-element file-default","data-delta":"6"}}]]

Chromatics και Nine Inch Nails, Rebekah Del Rio και ZZ Top, Ottis Redding και Lissie, Paris Sisters και Eddie Veder, Platters και Veils, ψιλοκομμένα beats και industrial όγκοι, τρυφερά doo wop και στακάτες ροκιές, όλα έχουν θέση τους και τη βρίσκουν αρμονικά στο ευφάνταστο, περιπετειώδες ηχητικό γκραφίτι του Twin Peaks. Μαζί τους και μια αυτοσχέδια μπάντα που τσακίζει κόκαλα με το αλητήριο, καμπαρετζίδικο σερφ της, αποτελούμενη από τον Riley Lynch, γιο του σκηνοθέτη, τον μουσικό επιμελητή της σειράς Dean Hurley, καθώς και τον καταχθόνιο lo-fi ροκ εν ρόλερ Alex Zhang Hungtai, γνωστότερο ως Dirty Beaches.

Γι’ αυτό σου λέω, απόψε ας μην πάμε πάρουμε σβάρνα τα μπαρ. Βάλε το Twin Peaks να παίζει και άφησε την απέραντη ομορφιά του να μας τυλίξει σαν μια απέραντη, γεμάτη συναισθήματα ζεστή καρδιά.