Μουσικη

Σωτηρία Μπέλλου: Η αρχόντισσα του ρεμπέτικου τραγουδιού

Η «Παναγία των περιθωριακών» γεννήθηκε σαν σήμερα

Δανάη Καμζόλα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Σωτηρία Μπέλλου: Η ζωή και η μουσική πορεία της ρεμπέτισσας τραγουδίστριας που γεννήθηκε 22 Αυγούστου 1921 και πέθανε 27 Αυγούστου 1997.

Θεωρείται μέχρι και σήμερα η κορυφαία τραγουδίστρια του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού. Η ζωή της γεμάτη προκλήσεις, αγώνα και τσαμπουκά. Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1921 στο χωριό Χάλια της Χαλκίδας, ήταν η μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια της και πήρε το όνομά της από τον αγαπημένο της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι. Μικρό κοριτσάκι ο παππούς της την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία κι εκείνη άρχισε να «επηρεάζεται» από τα τροπάρια και τη βυζαντινή μουσική.

Όταν έγινε δέκα χρόνων έφυγε από τον παππού της και πήγε στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της. Αμέσως μόλις τελείωνε τα μαθήματά της ξεφύλλιζε τις εφημερίδες του πατέρα της και μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την "Προσφυγοπούλα" γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Μετά από αυτήν την παράσταση αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια, όμως οι γονείς της δεν το επέτρεπαν. Η μητέρα της, Ελένη Μπέλλου, δεν ήθελε να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια.

Σωτηρία Μπέλλου

Σε ηλικία 17 ετών η Σωτηρία αποφασίζει να εγκαταλείψει το σπίτι της και κατεβαίνει μόνη της στην Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας στις αρχές της ναζιστικής κατοχής.

Εκεί παντρεύτηκε τον Βαγγέλη Τριμούρα, ελεγκτή στα λεωφορεία, με τον οποίο είχε γνωριστεί όσο ήταν ακόμη στη Χαλκίδα. Ο γάμος τους όμως δεν ήταν ανθόσπαρτος και κράτησε μόνο έξι μήνες. Στον τελευταίο τους καβγά, όταν έμαθε ότι την απατούσε, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο και η Σωτηρία βρέθηκε στις φυλακές «Αβέρωφ». Καταδικάστηκε σε τρία χρόνια από τα οποία εξέτισε μόνο τους έξι μήνες.

Μετά την αποφυλάκισή της επέστρεψε στην οικογένειά της, αλλά οι γονείς της θεωρούσαν ότι τους ντρόπιαζε. Η Σωτηρία για τους δικούς της είναι η χωρισμένη, η βιτριολίστρια, η φυλακισμένη. Tον Οκτώβριο του 1940 ήρθε και πάλι στην Αθήνα με ένα τρένο γεμάτο φαντάρους, ακριβώς με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Δίνει αγώνα για την επιβίωση, δουλεύει σαν υπηρέτρια, στη λάντζα, κάνει μικρεμπόριο, πουλάει τσιγάρα, ενώ παράλληλα παίζει κιθάρα σε παρέες και για χαρτζιλίκι σε μικρά ταβερνάκια. Στην Αθήνα της κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ, έγινε κομμουνίστρια, συνελήφθη, βασανίστηκε και κλείστηκε στη φυλακή. Στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο συνελήφθη και πάλι και φυλακίστηκε για συνεργασία με την κομμουνιστική πλευρά.

Σωτηρία Μπέλλου

Μετά την απελευθέρωση την ανακάλυψε σε μια ταβέρνα των Εξαρχείων ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και τη σύστησε στο φίλο του, Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τη φωνή της και της πρότεινε να μπουν μαζί στο στούντιο. Ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει για εκείνη τα περισσότερα από τα πιο σημαντικά τραγούδια του ρεπερτορίου της, «Μη μου ξαναφύγεις πια», «Πέφτεις σε λάθη», «Κάνε λιγάκι υπομονή» κ.ά. 

Το 1948 μια ομάδα χιτών μπήκε στο μαγαζί που τραγουδούσε και μετά από μια διένεξη, καθώς εκείνη αρνήθηκε να πει το τραγούδι που της ζήτησαν, την ξυλοκόπησαν με το χαρακτηρισμό «Βουλγάρα» (κομμουνίστρια). Το μόνο της παράπονο από εκείνη τη νύχτα ήταν ότι κανένας δεν την υπερασπίστηκε. Η τραγουδίστρια έφυγε από εκεί και λίγο καιρό μετά δούλεψε με τον Βαμβακάρη. Σύντομα αναγνωρίστηκε ως μία από τις καλύτερες ερμηνεύτριες στα ρεμπέτικα.

Ως το 1952 η Σωτηρία Μπέλλου ερμηνεύει σπουδαίες επιτυχίες, συνεργάζεται με κλασικούς συνθέτες του λαϊκού τραγουδιού και ηχογραφγεί περισσότερα από 120 τραγούδια των Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Βαμβακάρη, Μητσάκη, Μπακάλη: «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Απόψε κάνεις μπαμ», «Καβουράκια» κ.ά.
Παρά τη μεγάλη επιτυχία που γνώριζε, είχε διάφορες κρίσεις με προβλήματα αλκοολισμού και κατάθλιψης. Το μεγαλύτερο πάθος της ήταν ο τζόγος, μια «ασθένεια» που δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει. Ο,τι έβγαζε είτε το χάριζε σε όσους είχαν ανάγκη, είτε το σπαταλούσε στο μπαρμπούτι. Για περισσότερα από δώδεκα χρόνια ζούσε με μια έντονα αυτοκαταστροφική διάθεση.

Σωτηρία Μπέλλου, Βασίλης Τσιτσάνης

Σωτηρία Μπέλλου, Βασίλης Τσιτσάνης

Σωτηρία Μπέλλου

Η καριέρα της γνώρισε μια κάμψη στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όμως από το 1966 κέρδισε ξανά τη θέση της κορυφαίας τραγουδίστριας του είδους. Κάνει τη δισκογραφική της επάνοδο με το δίσκο «Τα Ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου» και ακολουθεί μια δεύτερη καριέρα. Κυκλοφόρησε δώδεκα δίσκους ως το 1980 οι οποίοι την έκαναν γνωστή στις νεότερες γενιές. Τραγουδάει παλιά ρεμπέτικα αλλά και καινούρια, με σημαντικότερα τα «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου, τη «Φάμπρικα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, τον δίσκο «Λαϊκά Προάστια» των Ηλία Ανδριόπουλου και Μιχάλη Μπουρμπούλη, «Δε λες κουβέντα» του Δήμου Μούτση.

Το 1990 κυκλοφορεί ο δίσκος «Η Ρεμπέτισσά μας» με επανεκτελέσεις ρεμπέτικων αλλά και πέντε ανέκδοτα τραγούδια του Μαρίνου Γαβριήλ (Μαρινάκη). Ο δίσκος αυτός σηματοδοτεί το τέλος μιας δεύτερης μεγάλης πορείας.

Σωτηρία Μπέλλου «Η ρεμπέτισσά μας»

Το Μάρτιο του 1993 ήρθε αντιμέτωπη με τα πρώτα σοβαρά προβλήματα υγείας. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων της έφτασε σε σημείο να πουλήσει τους δίσκους της στο Κολωνάκι. Ξεπούλησε σε μία ώρα.

Εισήχθη επειγόντως στο νοσοκομείο «Σωτηρία» με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια και πνευμονικό εμφύσημα. Λίγο αργότερα διαγνώστηκε ότι έπασχε από καρκίνο του φάρυγγα ενώ ύστερα από λίγους μήνες έχασε τη φωνή της.

Άφησε την τελευταία της πνοή στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά στις 27 Αυγούστου 1997 με ένα παράπονο για το «χαμένο» παιδί της. Η Σωτηρία Μπέλλου είχε μείνει έγκυος και όταν γέννησε της είπαν ότι το μωρό είχε πεθάνει. Όμως αργότερα ανακάλυψε την αλήθεια: οι δικοί της άνθρωποι είχαν αποφασίσει να το δώσουν για υιοθεσία. Ως το τέλος αναζητούσε συνεχώς το παιδί αυτό.