Μια εβδομάδα αφιερωμένη στον άνθρωπο, τις ιδέες και όσα μας ενώνουν
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
5+2 παραγωγές που δεν θέλουμε να χάσουμε φέτος στην Επίδαυρο
Τι θα δούμε στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου και στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου
Ένα μίνι φεστιβάλ μέσα στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026: αυτός είναι ο στόχος του φετινού προγραμματισμού, δηλαδή να δημιουργηθεί ένα φεστιβάλ που δρα ανεξάρτητα από τη Μεγάλη Αδερφή, το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και παράλληλα να αποτελεί και το κεντρικό event της πόλης. «Θέλουμε ο κόσμος να επιλέγει να έρθει στην Επίδαυρο για τις παραστάσεις της Μικρής Επιδαύρου», μας αναφέρει ο Μιχαήλ Μαρμαρινός.
Το φετινό πρόγραμμα της Μικρού Θεάτρου Αρχαίας Επιδαύρου περιλαμβάνει 7 παραστάσεις. Οι δύο από αυτές είναι διεθνείς παραγωγές. Το «Mothers» της Μάρτα Γκόρνιτσκα φέρνει επί σκηνής διαφορετικές ιστορίες συνδεδεμένες με τον πόλεμο, που διηγούνται μανάδες από την Ουκρανία, την Πολωνία και τη Λευκορωσία. Το φεστιβάλ της Μικρής Επιδαύρου κλείνει με μια παγκόσμια πρεμιέρα, το νέο έργο του Ιβάν Βιριπάγιεφ, με τίτλο «Ι-ΟNE», μια συνομιλία του με τη «Μήδεια» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία του Γκαλίν Στόεφ.
Εμείς όμως εδώ θα εστιάσουμε στις πέντε ελληνικές παραγωγές που ανοίγουν διάλογο όχι με τη Μεγάλη Επίδαυρο αλλά με τον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου. Παρακάτω παρουσιάζουμε τις πέντε εκδηλώσεις που θέλουμε να δούμε στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, μέσα από τις περιγραφές και τα λόγια των ίδιων τους των δημιουργών.
Τι θα δούμε φέτος στη Μικρή Επίδαυρο και στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου
Στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου
Ευριπίδης Λασκαρίδης: «Τουρνέ»
Όλα ξεκίνησαν ένα καλοκαιρινό απόγευμα στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης ζήτησε την άδεια των αρχαιολόγων για να περάσει λίγο χρόνο εκεί και να αντλήσει έμπνευση από τον χώρο. Και έτσι μέσα σε λίγα λεπτά γεννήθηκε στο μυαλό του μια κωμική τραγωδία, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, ειδικά διαμορφωμένη για τον χώρο: «Κάθισα στην άκρη του κοίλου και μου ήρθε η εικόνα μιας τραγωδού που κάθεται μόνη της σε μια γωνία και κλαίει γοερά και ασταμάτητα. Αυτό ήταν. Τίποτα άλλο. Ένα ολόκληρο έργο: μια γυναίκα σε ένα αρχαίο, μισοκατεστραμμένο, μισοόρθιο θεατράκι, να κλαίει και να μην τελειώνει ποτέ. Μετά μπήκαν όλα τα άλλα. Οι περιοδείες. Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ. Τα ανοιχτά θέατρα. Τα καμαρίνια που δεν ήταν καμαρίνια. Τα έντομα. Τα χώματα. Οι άγριες ελιές πίσω από τις οποίες βάφεσαι χωρίς καθρέφτη και τουαλέτα. Και κάπως έτσι η TOURNÉ έγινε μια κωμική τραγωδία για το θέατρο και τις καλοκαιρινές περιοδείες που κάποτε, στο Θέατρο Τέχνης, ήταν μέρος της εκπαίδευσής μου». Η «Τουρνέ» περικλείει την εμπειρία του από τις καλοκαιρινές περιοδείες στην Ελλάδα, μια πραγματικότητα που όλοι οι ηθοποιοί γνωρίζουν καλά στο πετσί τους και που πολλοί βιώνουν κάθε καλοκαίρι: «Εμείς πάνω στη σκηνή ιδρώνουμε, ξεχνάμε ατάκες, σκοντάφτουμε, χτυπάμε τις φωνές μας, προσπαθούμε να φτιάξουμε κάτι ζωντανό, κάτι που έχει πολύ πρόβα αλλά πρέπει κάθε βράδυ να μοιάζει φρέσκο, σαν να γεννιέται εκείνη τη στιγμή. Φυσικά, τίποτα από όσα μας απασχολούν δεν έρχεται από το πουθενά. Κάτι μένει μέσα μας κάθε φορά, κάτι ιστορικό, κάτι προσωπικό, κάτι συλλογικό, και ελπίζουμε πως ο θεατής θα αναγνωρίσει σε εμάς κάτι δικό του».
Αφού η παράσταση γράφτηκε για αυτό το θεατράκι, μεταφέρει και τη γοητεία του επί σκηνής. «Είναι σαν να υπάρχει από πάντα και ταυτόχρονα σαν να ξεθάφτηκε χθες. Όταν πέφτει ο ήλιος, πριν ξεκινήσει η παράσταση, από αριστερά βλέπεις τον κολπίσκο της Παλαιάς Επιδαύρου με τα καραβάκια, πίσω από τη σκηνή έχεις το παλιό σπιτάκι που πλέον λειτουργεί σαν φόντο-καμαρίνι, δεξιά τον πορτοκαλεώνα που βγάζει προς το λιμανάκι, από πάνω τα αστέρια, και πιο πίσω κανονικά σπίτια, με οικογένειες που μένουν εκεί και ακούνε την παράσταση σαν να έχουν το θερινό σινεμά στον παραπίσω ακάλυπτο. Με τρελαίνει αυτό. Αν ήταν από πλαστελίνη, μπορεί να του πείραζα λίγο την ορχήστρα, να άνοιγα λίγο τις αποστάσεις, να διόρθωνα λίγο την ορατότητα. Αλλά είναι από πέτρα. Όπως αυτός ο βωμός μες τη σκηνή, που δεν τον ακουμπάς, γιατί θα μας φάνε οι αρχαιολόγοι, έχει τους θεατές πολύ κοντά, σχεδόν σαν αγκαλιά. Δηλαδή σ’ αυτό το θέατρο δεν κρύβεσαι».
Όσο για την επαφή του με τους θεατές, «Θα είμαι χαρούμενος αν ο θεατής δεν πει "κατάλαβα τι ήθελες να πεις", αλλά «"ε νιώθω, ρε φίλε", χωρίς πολλές εξηγήσεις».
(26 & 27 Ιουνίου)
Κ.ΒΗΤΑ: «9 Νούφαρα από την Νεκρή Όχθη» (Μικρή Επίδαυρος)
Στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου ο Κ. Βήτα παρουσιάζει μια συναυλία βασισμένη στα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, με βασική πηγή έμπνευσης τέσσερα έργα του μεγάλου ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου, τα οποία διασκεύασε και κυκλοφόρησε σε έναν δίσκο, από τον οποίο εμπνέει το όνομά της η συναυλία. «Αυτό που τα συνδέει όλα είναι αυτή η αφοπλιστική απλότητα και ειλικρίνεια που έχουν τα τραγούδια αυτά και θεωρώ η απλότητα κάνει πάντα το νόημα απλό και ξεκάθαρο».
Απόλυτα εναρμονισμένη με τον χώρο θα είναι η συγκεκριμένη εκδήλωση μιας και «ηΕπίδαυρος είναι ένα μοναδικό ελληνικό τοπίο που ενθαρρύνει πολύ τα έργα που συνομιλούν με την ανθρώπινη μνήμη και τη φύση αλλά γενικότερα ευνοεί την τέχνη».
Όσον αφορά την επικοινωνία με το κοινό, «δεν προσπαθώ να περιορίζω το εγώ μου, δεν έχω απαιτήσεις , ο κάθε άνθρωπος είναι τόσο ιδιαίτερος και φυσικά εκλαμβάνει με τον δικό του τρόπο ένα θέαμα. Προσπαθώ να κάνω το καλύτερο κάθε φορά».
(10 & 11 Ιουλίου)
Θοδωρής Γκόνης: «Tα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου»
Η παράσταση αυτή εμπνέεται από ένα τοπικό προïόν, το οποίο υπάρχει σε αφθονία και σε διάφορες ποικιλίες όλον τον χρόνο στην περιοχή, τα πορτοκάλια. Μάλιστα εστιάζει στα αιματόσαρκα σαγκουίνια. Και έτσι με αφορμή έναν καρπό και έναν τόπο, ξεκινάει μια ιστορία που αφορά τους ανθρώπους. «Μια παρέα ανθρώπων, επτά στον αριθμό (4 ηθοποιοί και 3 μουσικοί), φτάνουν στο περιβόλι με τις πορτοκαλιές, τις ελιές και το μεγάλο βράχο και αποφασίζουν σύμφωνα με την παλιά συνήθεια των Ελλήνων να διηγηθούν τραγουδιστά την ιστορία τους, Αλλά πολύ γρήγορα αυτονομούνται, δεν συμμορφώνονται με τον αιώνα, κρατιούνται μακριά του, βρίσκουν τη δική τους φωνή, τη φωνή της φύσης και των αποχαιρετισμών».
«Αλλά εδώ δεν κυριαρχεί ο καρπός, δηλαδή το πορτοκάλι, αλλά κυρίως αυτοί που κάθισαν κάτω από τη σκιά του δέντρου και οι ιστορίες τους. Το πορτοκάλι εδώ δεν είναι απλά ένας καρπός, αλλά μια ευχή που έχει μάλιστα το χρώμα του ήλιου. Μια ευχή που μπορεί να είναι και κατάρα»... Με αφετηρία τα σαγκουίνια, «η παράσταση περπατά μέσα στον χρόνο κατά το συμφέρον της ιστορίας κατά το συμφέρον της ιστορίας. Είναι και λίγο άχρονο. Είναι και τώρα και παλιά και νέα».
Η μουσική του Φώτη Σιώτα είναι πλήρως εναρμονισμένη με την αφήγηση ενώ επί σκηνής θα δούμε τους ηθοποιούς Ιωάννα Παππά, Χριστίνα Μαξούρη, Ρωξάνη Καρφή, Χάρης Χαραλάμπους και τους μουσικούς: Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Χατζηζήσης, Γιώργος Θεοδωρόπουλος.
(17 & 18 Ιουλίου)
Χαράλαμπος Γωγιός: CHOREKA: «Φωνές για τις σιωπές που μιλούν»
Η παράσταση αυτή αποτελεί μια μουσική αναδρομή και ρετροσπεκτίβα σε σταθμούς της θεατρικής μουσικής που ο Χαράλαμπος Γωγιός γράψει τα τελευταία 27 χρόνια, από το 1999 έως την πρόσφατη δουλειά του στην Εθνική Λυρική Σκηνή «Γιοσεφίνε η αοιδός ή ο λαός των ποντικιών». Αυτό που παρατήρησε ο δημιουργός είναι ότι η πλειονότητα αυτών των έργων γράφτηκε αρχικά για γυναικείες φωνές, ήταν επομένως ιδανικό υλικό ώστε να αναδειχθούν οι δεξιότητες και η ευελιξία του γυναικείου χορωδιακού συνόλου CHÓRES, με το οποίο έχει σταθερή και γόνιμη συνεργασία εδώ και αρκετό καιρό. «Στο πλαίσιο αυτό, η οπτική (χωροταξική, ενδυματολογική, κινησιολογική, φωτιστική) διάσταση σκοπό έχει να υποστηρίξει και να αναδείξει με σύγχρονους όρους τη μουσική αφήγηση, να της διανοίξει έναν βιώσιμο χώρο –όχι όμως να την ανταγωνιστεί, να την υποκαταστήσει ή, ακόμα χειρότερα, να συγχωνευτεί με αυτή. Ας σημειωθεί πως μισώ γενικά την έννοια του «οπτικοακουστικού», σχεδόν όσο και τη μόδα των «εμβυθιστικών» εμπειριών: μου αρέσει η τέχνη που μου επιτρέπει να κρατώ από εκείνη όποια απόσταση επιθυμώ».
Ως προς τις πηγές της έμπνευσής του, σημειώνει: «ο φίλος μου ο Νίκος Κυπουργός έχει ένα μπλουζάκι με το ρητό: "Καλός συνθέτης είναι ο νεκρός συνθέτης". Νομίζω πως βασικό κίνητρο για τη συναυλία αυτή υπήρξε η–υποθέτω διαδεδομένη–φαντασίωση της "μετά θάνατον" συνθετικής μου ζωής: η συγκρότηση, δηλαδή, μιας κοινότητας ταλαντούχων καλλιτεχνών και αγαπημένων ανθρώπων που διατηρούν τη δουλειά μου ζωντανή χωρίς την άμεσή μου παρέμβαση, προσφέροντάς της ένα σπάνιο, για τη σύγχρονη μουσική, προνόμιο: την πολυτέλεια μιας φροντισμένης επανεκτέλεσης».
Παρότι ο Γωγιός δηλώνει πως «δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτε που να με ενδιαφέρει λιγότερο από το θέμα της ταυτότητας», το μουσικό πρόγραμμα συνομιλεί διαρκώς με τη μνήμη και την ιστορία. «Και όχι μόνο οι θεμελιακοί ογκόλιθοι του αρχαίου ρεπερτορίου, δηλαδή η "Αντιγόνη" του Σοφοκλή και οι "Ικέτιδες" του Αισχύλου, όπου συνεργάστηκα με τον Στάθη Λιβαθινό και τη Μαριάννα Κάλμπαρη αντίστοιχα, αλλά εξίσου και τα παρωδιακά έργα που μεταπλάθουν παλαιότερες πηγές, όπως ο "Εξηνταβελόνης" του Κωνσταντίνου Οικονόμου εξ Οικονόμων και η "Μήδεια" του Μποστ, για τα οποία δούλεψα σε παραστάσεις της Λίλλυς Μελεμέ και του Γιάννη Δεγαΐτη. Ανάλογα και με τη θεατρική προσαρμογή του διηγήματος "Γιοζεφίνε η αοιδός ή Ο λαός των ποντικιών" του Κάφκα, που κάναμε πρόσφατα με τον Σάββα Στρούμπο: το χορικό με το γερμανικό κείμενο του Νοβάλις που εντάξαμε στο έργο σχετίζεται ακριβώς με την προβληματική σχέση του κατατρεγμένου λαού των ποντικιών με τη μνήμη και την ιστορία».
Παράλληλα, Κεντρικό νήμα της συναυλίας αποτελεί η γυναικεία συλλογική φωνή και η ανάδειξη εκείνων «που τους λείπει η φωνή», εξ ου και ο υπότιτλος «Φωνές για τις σιωπές που μιλούν». Στην ομαδική έκφραση του χορωδιακού συνόλου CHÓRES αντιπαρατίθεται η σολιστική παρουσία του Τάσου Αποστόλου, ενώ η μουσική γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν, συνδυάζοντας το ασυνόδευτο τραγούδι με σύγχρονες επεξεργασίες για το Athenaeum Saxophone Quartet, τη Μαρίνα Σάττι, το τρίο του Γιάννη Παπαδόπουλου και τα ηλεκτρονικά ηχοτοπία του Brian Coon.
Ο Γωγιός ελπίζει ότι το κοινό θα ανακαλύψει πως τα έργα της συναυλίας, παρότι γεννήθηκαν μέσα από διαφορετικές θεατρικές παραστάσεις, μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα, «να σταθούν στα δικά τους πόδια έξω από τη θεατρική συνθήκη», διατηρώντας παράλληλα τη δραματουργική τους συνοχή. Παράλληλα, θεωρεί κεντρικό διακύβευμα της βραδιάς την ανάδειξη του γυναικείου χορωδιακού συνόλου CHÓRES, το οποίο χαρακτηρίζει παράδειγμα «αδιανόητης δοτικότητας, γενναιοδωρίας και ένθεης ορμής». Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο το γεγονός ότι το σύνολο, που ιδρύθηκε από τη Μαρίνα Σάττι και διευθύνεται εδώ από την Ειρήνη Πατσέα, έχει καταφέρει τόσα πολλά μέσα σε ένα αυστηρά ερασιτεχνικό πλαίσιο. Αντιδρώντας στην έννοια της «αριστείας» ως κάτι που απομακρύνει τον θεατή από την τέχνη, δηλώνει πως η μεγαλύτερη επιθυμία του είναι ο ακροατής να φύγει έχοντας την αίσθηση ότι «αυτό μπορώ να το κάνω κι εγώ».
(31 Ιουλίου & 1 Αυγούστου)
To C_Music now στη Μικρή Επίδαυρο και στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου
Ένα από τα στοιχεία του φετινού προγράμματος που ξεχωρίζουμε είναι το C_Music now (Contemporary music now). Στόχος του νέου αυτού κύκλου είναι να ενταχθεί στον πυρήνα του προγράμματος η σύγχρονη μουσική. Ο κύριος χώρος που φιλοξενεί παραστάσεις του C_Music now είναι η Πειραιώς 260, δίνοντας σχεδόν ίσο χώρο στη μουσική με το θέατρο και τον χορό. Ωστόσο, υπάρχουν τρεις παραστάσεις του κύκλου που θα παρακολουθήσουμε στην Επίδαυρο: μία στη Μικρή Επίδαυρο και δυο στο Ασκληπιείο. Η υπεύθυνη του κύκλου είναι η Λενιώ Λιάτσου, πιανίστα, με μεγάλη εξειδίκευση στη σύγχρονη μουσική.
Το C-music-now στοχεύει στο να φέρει τη σύγχρονη μουσική πιο κοντά στον κόσμο. Στον όρο αυτό δεν συγκαταλέγεται όλη η σύγχρονη μουσική που γράφεται σήμερα αλλά εστιάζουν στη ζωντανή, την απρόβλεπτη, τη βαθιά συνδεδεμένη με το τώρα μουσική. Όπως μας διευκρίνισε η Λενιώ Λιάτσου, «Οι μουσικές αυτές έχουν κάποια χαρακτηριστικά. Προσφέρουν πρωτίστως μια βιωματική εμπειρία στον θεατή, που δεν απαιτεί εκ των προτέρων γνώση, δηλαδή είναι μουσικές απενεχοποιημένες από ακαδημαϊκές βεβαιότητες και δόγματα». Αυτό που παρατηρεί η Λενιώ Λιάτσου δουλεύοντας πάνω σ’ αυτό το κομμάτι είναι ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες υπάρχει ένα ρεύμα που απομακρύνει τη μουσική από την αμιγώς συναυλιακή μορφή, αλλά την αντιμετωπίζει όχι μόνο ως ήχο, αλλά ως αναπαράσταση, ως νοηματοδότηση, ως πολιτισμική πράξη. Οπότε εδώ μιλάμε για μουσικές παραστάσεις και υβριδικές φόρμες και όχι συναυλίες. Οι συνθέτες πια αναγνωρίζουν ότι ο μουσικός έχει ένα σώμα, το οποίο αξιοποιείται πλέον σκηνικά, δημιουργώντας μια εμπειρία που εμπλέκει και άλλες τέχνες πέραν της μουσικής. Η χρήση της τεχνολογίας είναι κυρίαρχη και συντελεί στη δημιουργία μιας βιωματικής εμπειρίας για το κοινό. Οπότε εδώ πλέον δεν χρησιμοποιείται ο όρος «συναυλία» αλλά «μουσική παράσταση».
«1961», Kορνήλιος Σελαμσής- Χάρης Φραγκούλης
Η ιδέα ξεκίνησε πριν από χρόνια, όταν ο Κορνήλιος Σελαμσής σκέφτηκε να φτιάξει μια παράσταση που θα παιζόταν μόνο σε εγκαταλελειμένα Ξενία του Άρη Κωνσταντινίδη. Μάλιστα ξεκινά από μια αληθινή ιστορία που αφορά το Ξενία του Ναύπλιου, κοντά στο πατρικό του εμπνευστή της. Ένα πρότζεκτ πολύ δύσκολα υλοποιήσιμο σε αυτούς τους χώρους που εντέλει θα πραγματοποιηθεί φέτος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου «Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός άκουσε την πρότασή μου με τεράστια προσοχή και φροντίδα και αγκάλιασε το όλο εγχείρημα. Αυτό που θα δούμε στην Επίδαυρο είναι ένα υβριδικό έργο μουσικού θεάτρου» γιατί δεν τηρεί τις συμβάσεις ούτε του θεάτρου ούτε της όπερας. «Άρα είναι ένα έργο το οποίο αντιμετωπίζει το μουσικό θέμα του λόγου και το αφηγηματικό θέμα της μουσικής με έναν τρόπο ολοκληρωτικό».
Ο χώρος που θα παρουσιαστεί δεν είναι ένα Ξενία αλλά το Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, ενώ εντάσσεται στον κύκλο του c_ music now, αποτελώντας μάλιστα τη μοναδική παράσταση του κύκλου στον χώρο αυτό. «Ο χώρος αυτός είναι ένα σκηνικό από μόνο του, θα στο επιβεβαιώσει και ο Χάρης Φραγκούλης αυτό που σκηνοθετεί. Μας ενδιαφέρει επίσης πολύ το σπιτάκι που μοιάζει σαν ένα δοχείο του παρελθόντος από μόνο του. Το χρέος μας είναι μέσα σ αυτό το μνημείο να δημιουργήσουμε σχέσεις χωρικές και σχέσεις πραγματολογικές, ούτως ώστε να προσπαθήσουμε και να μας φωτίσει λιγάκι και αυτό, αλλά και εμείς να το κοιτάξουμε λίγο διαφορετικά, δηλαδή να στραφούμε με έναν τρόπο σε όψεις και σε εικόνες που το μνημείο μπορεί να φτιάξει, που θα αφήσουν την ιστορία που διηγούμαστε να ανασάνει».
«Εμείς προσπαθούμε να δώσουμε ζωή σε ένα ερείπιο μέσα από κάποιες ιστορίες. Αλλά κοιτάζουμε προς το μέλλον, αλλά στο μέλλον και εμείς πιθανότατα να είμαστε ερείπια ας πούμε και κάποιοι άλλοι να μας βλέπουν ως ερείπια. Δεν το λέω αυτό πεσιμιστικό, αλλά ζούμε μέσα από τις ιστορίες μας και στην πραγματικότητα κάτι που μένει δεν είναι η ύλη της εποχής μας, αλλά η ύλη της φρόνησης και της νόησής μας. Αυτό είναι κάτι που κάπως ελπίζω να καταφέρουμε κάτι λίγο από αυτό, γιατί και αυτό που μας μένει από το 1960, 1961, το 1932 ή το 1910 ή το 2003 είναι μια ύλη πολύ λεπτή, αδιευκρίνιστη. Είναι μια μορφή θολή κι ένας μύθος, ας πούμε μια αφήγηση για ένα μύθο».
Το λιμπρέτο υπογράφει ο Γιάννης Αστερής, ενώ τη σκηνοθεσία ο Χάρης Φραγκούλης. «Έχουμε μια σχέση τεράστιας κατανόησης και μια κοινή πείρα και μια κοινή ιστορία. Και είναι η πρώτη φορά που με κάποιο τρόπο εγώ προσκαλώ σε μια δικιά μου ιδέα και σε μια ας πούμε δικιά μου πρώτη ύλη, έναν άνθρωπο να το χαρεί, συγκεκριμένα να βάλει τη δική του φαντασία μέσα. Και επειδή για μένα είναι πάρα πολύ καίριο ότι πρέπει όταν φτιάχνεται ένα έργο το οποίο αναγκαστικά έχει ανάγκη από λέξεις που δεν θέλω να τις γράψω ο ίδιος, να τις γράψει κάποιος άλλος που το γλωσσικό αισθητήριο είναι καλύτερο, θέλω να το σκηνοθετήσει κάποιος που αισθάνομαι ότι το σκηνικό του αισθητήριο είναι πιο ενδιαφέρον από το δικό μου. Όταν λοιπόν συναντιώνται όλες αυτές οι δυνάμεις σκηνογραφικά, ήθελα να νιώσουν οι άνθρωποι αυτοί ότι είναι παντελώς ελεύθεροι να διαχειριστούν τα υλικά που έρχονται με τον τρόπο που εκείνοι νομίζουν και να νιώσουν πραγματικά ότι η δική τους φαντασία δίνει πνοή σε αυτό το πράγμα με το δικό τους τρόπο και με τους δικούς τους όρους. Οπότε τηρούμε μεταξύ μας τη δημοκρατία της συνεργασίας».
Γιατί 1961; Η επιλογή του αριθμού έχει να κάνει με έναν όγκο πραγμάτων. Ξεκινά με μια αναφορά σε εκείνη τη δεκαετία του 1960. «Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση αισιοδοξίας ότι πλησιάζει μια αμνηστία. Γράφονται πράγματα καλά, συζητιούνται πράγματα, γράφονται ενδιαφέροντα τραγούδια. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι εκτός του ελλαδικού χώρου και παράγουν πολύ ενδιαφέρουσες δουλειές. Είναι σαν ένα σημείο το οποίο σιγά σιγά αυτό γίνεται ένα κατεστημένο. Δηλαδή όσο περνάνε τα χρόνια υπάρχει, δημιουργείται ένα κόρπους συγκίνησης ας πούμε ελληνικού πολιτισμού που αναφερόμαστε ακόμα σε αυτόν και. Είτε είναι εικαστικός, είτε είναι μουσικός, είτε είναι λογοτεχνικός, είτε είναι ποιητικός, αλλά κυρίως εγώ το βλέπω από τη μεριά της μουσικής, ας πούμε από τους παππούδες μας ή που ακόμα αναφερόμαστε σε αυτούς ως ανεπανάληπτη και ως τοτέμ. Οπότε σκέφτηκα ότι η στιγμή που όλο αυτό έχει ξεκινήσει αλλά είναι ακόμα εν τω γεννάσθαι -δηλαδή δεν έχει παγιωθεί- είναι όταν έχουμε μπει στη δεκαετία του 60 και μια χρονιά ακόμα, επομένως το 1961. Αυτό είναι το ένα σχήμα. Το άλλο είναι ότι είναι ένα νούμερο το οποίο διαβάζεται ανάποδα. Αν το αναποδογυρίσει και από τις δύο μεριές, δηλαδή σηκώσεις τα νούμερα προς τα πάνω και τα βάλεις ανάποδα, πάλι διαβάζεις 1961. Έχει μια συμμετρία που με συγκινεί. Τέλος, συνδέεται και με κάποια και με κάποια ιδιωτικά ζητήματα. Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου -όπου είχε γεννηθεί- το 1962. Οπότε το 1961 ήταν μια χρονιά που δεν είχε ακόμη πατήσει στον ελλαδικό χώρο κάτι δικό μου, που να μαρτυρά τη δική μου καταγωγή».
Στο έργο αυτό η μνήμη παίζει ένα τεράστιο ρόλο και η ελληνική ταυτότητα επίσης. Παρότι η κυρίως ιστορία δεν εκτυλίσσεται ούτε στον ελλαδικό χώρο και δεν είναι όλοι οι εμπλεκόμενοι ελληνόφωνα πρόσωπα. Άλλωστε η ιστορία αντλεί στοιχεία και από τη δική του ιστορία, μιας και είχε συγγενείς του ζούσαν και εκτός Ελλάδας, «οπότε για μένα είναι, αν θες η ελληνική ταυτότητα σαν ένα πράγμα πολύ ευρύτερο. Δεν έχει να κάνει μόνο με τον τόπο, αλλά με την ταυτότητα ως ταυτότητα, αρχετυπικά, άρα μνήμη».
Τι μένει στον θεατή στο τέλος; «Ο καθένας θα κρατήσει ό,τι νομίσει, αλλά σε ένα πρώτο επίπεδο, ο θεατής θα δει μια ιστορία για το τι σημαίνει κανείς να αγαπά με απόλυτη πίστη κάποιον στο διηνεκές. Από εκεί και πέρα, αν κάποιος δει πέρα από την επιφάνεια, υπάρχουν και πολλά άλλα πράγματα που έχουν να κάνουν με την ύλη του έργου. Εκεί χρειάζεται πιο έμπειρο μάτι.
24 & 25 Ιουλίου
Στο Αρχαίο Στάδιο Επιδαύρου
Οι δυο παραστάσεις που θα δούμε εδώ εντάσσονται τόσο στον κύκλο του C_Music now όσο και σε εκείνον του 1-1-1 (ένας συνθέτης, ένα αρχαίο κείμενο, ένας περφόρμερ), ενώ κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι ξεκινούν τα μεσάνυχτα, ώστε να έχει δοθεί χώρος και χρόνος στους θεατές της Μικρής και της Μεγάλης Επιδαύρου να προσέλθουν στο Στάδιο.
Δημήτρης Καμαρωτός, (Άλκηστις) Τοπίο μετά την υπόσχεση
Εδώ η βασική έμπνευση της παράστασης είναι ο ίδιος ο χώρος, το τοπίο, η νύχτα, το παρόν, τη συλλογική εμπειρία. «Το Ασκληπιείο και το Αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου, με τη μνήμη και τη μυστηριακή τους φόρτιση, υπαγόρευσαν σταδιακά τις κατευθύνσεις για το κείμενο, τη μουσική, τη διαδρομή των θεατών και το νυχτερινό τοπίο της παράστασης. Πρόκειται περισσότερο για μια εμπειρία μετάβασης παρά για μια γραμμική αφήγηση. Ένα έργο όπου ο χώρος, ο ήχος, το σκοτάδι και η συλλογική παρουσία λειτουργούν σαν μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης. Η παράσταση δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως αναπαράσταση αλλά ως ενεργή παρουσία μέσα στο παρόν. Το Ασκληπιείο λειτουργεί σαν τόπος μνήμης, θεραπείας, φόβου και προσδοκίας».
Το Αρχαίο Στάδιο είναι η κατάληξη μιας νυχτερινής διαδρομής. «Οι θεατές ακολουθούν ένα πρόσωπο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως ξεναγός στον χώρο και ως οδηγός μιας εσωτερικής μετάβασης. Μέσα από ήχους, φωνές και φωτισμούς του τοπίου, αφού περάσουν από πεδία με ηλεκτρονική μουσική, φτάνουν στις κερκίδες του Σταδίου, όπου το σύνολο εγχόρδων γίνεται μέρος του ίδιου του χώρου. Εκεί το μουσικό σύνολο συναντά τον Μπαχ και μαζί με το τοπίο, επιχειρούν να δημιουργήσουν μια κοινή εμπειρία ακρόασης και παρουσίας».
Τι εντυπώνεται στον θεατή μετά το πέρας της παράστασης; «Θα ήθελα να μείνει η αίσθηση μιας κοινής νυχτερινής εμπειρίας. Ότι ο χώρος, η μουσική, το σκοτάδι και η παρουσία των άλλων δημιούργησαν για λίγο έναν διαφορετικό τρόπο να αισθανόμαστε τον χρόνο και τον εαυτό μας. Όχι μια εύκολη λύτρωση, αλλά μια μικρή μετατόπιση προς τη δυνατότητα συνέχισης».
(26 & 27 Ιουνίου)
Ζήσης Σέγκλιας, «Oedipus Steps»
Η παράσταση εμπνέεται από τον Οιδίποδα και συγκεκριμένα από τις τελευταίες στιγμές του τραγικού ήρωα, πριν τον θάνατό του, αντλώντας έμπνευση από τις δυο τραγωδίες του Σοφοκλή και κυρίως από το Οιδίπους επί Κολωνώ, αλλά και από τις πανανθρώπινες εφαρμογές όλων των παραπάνω στη σημερινή κοινωνία και εποχή. «Είναι σημαντικό ότι εξερευνά, και όχι ότι προτείνει ή ότι απαντά σε κάτι. Αυτό είναι σημαντικό τόσο για το ακροατήριο, όσο και για τη δημιουργική ομάδα. Οι όποιες συνδέσεις και αναφορές δεν έχουν απαραίτητα άμεση αναφορά στον μύθο, ούτε και πρέπει απαραίτητα να αποτελούν μία καθολική αφήγηση για όλο το κοινό (όπως μάλλον συμβαίνει με κάθε έργο τέχνης)».
Η διαδρομή αυτή του Οιδίποδα παραμένει ασχολίαστη από τον μεγάλο τραγικό συγγραφέα. «Είναι ένα παραστασιακό δρώμενο ίσως, με βασικά μέσα τον ήχο, την κίνηση και το φως. Το έργο δεν φωτίζει αυτά τα βήματα του Οιδίποδα, δεν τα περιγράφει, δεν τα αναπαριστά, αλλά μάλλον αναδεικνύει διάφορες πτυχές του τραγικού ήρωα του Θηβαϊκού κύκλου, στο πρόσωπο του οποίου αποτυπώνονται ήθη και πάθη της ανθρωπότητας: η σχέση του ως πολίτη αλλά και ως βασιλιά με την εξουσία, η έννοια της τυφλότητας ως τιμωρίας αλλά και ως παντοδύναμης γνώσης, οι ψυχικές και σωματικές προεκτάσεις του οιδιπόδειου συμπλέγματος και φυσικά η μοναχική πορεία προς τον θάνατο».
Με βάση τα παραπάνω, στη σκηνή δεν πρόκειται να δούμε ούτε τον Οιδίποδα ούτε την Αντιγόνη ούτε τον Κρέοντα ούτε κανένα άλλο πρόσωπο από τον κύκλο. «Θα δούμε όμως θολούς αντικατοπτρισμούς τους φωτισμένους από το βάρος που κουβαλάνε. Δύο άνθρωποι και ένα όργανο σε ανθρώπινες διαστάσεις, η Ναταλία Καλογεροπούλου (χορός) και ο Γιώργος Κοκκινάρης (κοντραμπάσο) αναδύουν όλες αυτές τις σχέσεις πάνω σε μία αχανή σκηνή, ένα τοπίο με σαφέστατες γεωγραφικές συντεταγμένες και ταυτόχρονα τοποθετημένο εκτός τόπου και χρόνου.
Όσον αφορά τον χώρο διεξαγωγής της παράστασης: « Ο ανοιχτός χώρος έχει πάντα ιδιαιτερότητες· στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με πολύ μεγάλες διαστάσεις. Αυτό τοποθετεί τις δύο μονάδες, τρεις μαζί με το κοντραμπάσο, σε μία άλλη κλίμακα. Τόσο οι φωτισμοί (Ισμήνη Σταρίδα) όσο και η κινησιολογία/χορογραφία (Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου) πρέπει να ιδωθούν από μία απόσταση ικανή αφενός για να γίνουν οι απαραίτητες συνδέσεις με το μάτι (και το αφτί) του ακροατηρίου, αφήνοντας αφετέρου όμως τον απαραίτητο χώρο (και ίσως και χρόνο) για να τις επεξεργαστεί σε ένα δεύτερο επίπεδο».
Η παράσταση εμπεριέχει δομικά το στοιχείο της εξερεύνησης σε όλη της τη δημιουργική διαδικασία. «Παρόλο που ο πυρήνας της παράστασης είναι μία δικιά μου σύνθεση για σόλο κοντραμπάσο, η κίνηση και το φως όχι απλώς δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία αλλά βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με τον ήχο, τροφοδοτώντας εν πολλοίς και το μουσικό υλικό. Οι πρόβες δηλαδή αποτελούν δομικό στοιχείο της παράστασης και όχι απλώς εκμάθηση ενός παραδομένου υλικού· αντιθέτως, οι πρόβες συνιστούν τον έναν πόλο μιας διαρκούς ανατροφοδότησης με τη δικιά μου συνθετική και δραματουργική δουλειά».
Τέλος, «η μνήμη αποτελεί σαφέστατα ένα πεδίο στο οποίο αναπτύσσονται πολλαπλές και δαιδαλώδεις συνδέσεις. Τόσο εμείς ως καλλιτέχνες όσο και ο Οιδίποδας καλούμαστε να αναμετρηθούμε με την ιστορία, τον θάνατο, την εξουσία, το χρέος προς την κοινωνία, τις σχέσεις μας με τους προγόνους και πιθανόν και τους απογόνους μας μέσα από διαρκείς ανακλήσεις της μνήμης μας. Και το ίδιο ελπίζουμε να γίνει και με το κοινό».
(10 & 11 Ιουλίου)
Δειτε περισσοτερα
Ο άνθρωπος που ταξίδεψε μόνος στην Ευρώπη για να φωτογραφίσει τον χρόνο
Τι θα δούμε στα μεγάλα μουσεία, τα ιδρύματα, τις γκαλερί και τους χώρους τέχνης της πόλης
Τι θα δούμε στα θερινά θέατρα, στα άλση, τις ταράτσες και στα νέα φεστιβάλ της Αθήνας
Οι νομάδες αποφάσισαν να ριζώσουν ανοίγοντας το δικό τους εστιατόριο σε ένα κτήριο που μετρά 100 χρόνια ιστορίας
Οι άνθρωποι που κρατούν την πόλη όρθια όταν οι υπόλοιποι πατάμε παύση