- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κωνσταντίνος Καβάφης - Αισθητική Αγάπη: Μια επέτειος, ένα παγκάκι κι ένας δερματόδετος τόμος με τα ποιήματά του
Κάτι παραπάνω από 163 χρόνια από τη γέννηση και 93 από τον θάνατο του σπουδαίου Έλληνα ποιητή
Κωνσταντίνος Καβάφης: Βιώματα από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή. Οι επέτειοι και το νέο τοπόσημο στη Διονυσίου Αεροπαγίτου
Στις 29 Απριλίου του 1863 γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημερομηνία 70 χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Πρόσφατα τοποθετήθηκε στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου το γλυπτό που τον απεικονίζει, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου. Τέλος, καλοκαιριάζει και αυτός ο καιρός φέρνει -για κάποιο λόγο- στο μυαλό μου τον καιρό της Αλεξάνδρειας.
Ένα από τα μεγαλύτερα όνειρα που δεν έχω ακόμη πραγματοποιήσει είναι να ταξιδέψω στην Αλεξάνδρεια. Να μείνω όσο πιο κοντά γίνεται στο σπίτι που έμενε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, να έχει το κατάλυμά μου ένα παράθυρο που να βλέπει στον δρόμο και να έχω μαζί μου ένα και μόνο βιβλίο: τα ποιήματά του. Όταν το αποφάσισα - πάνε 5 6 χρόνια - αγόρασα ξανά - δερματόδετη αυτή τη φορά - την έκδοση του Ίκαρου, πέρασα με προσοχή τις παλιές μου σημειώσεις και διάβασα τα ποιήματα ξανά ένα προς ένα.
Από τότε που πρωτοδιάβασα τη «Θάλασσα του Πρωιού», δεν μπόρεσα ποτέ να σταθώ νωρίς το πρωί, μέρα χωρίς σύννεφα, μπροστά στη θάλασσα - την οποιαδήποτε θάλασσα - και να μην ψιθυρίσω αυτό:
«Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κι εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κι εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής».
Κι ας ήμουν μόλις 20 ή 22 ετών. Κι ας ήταν ελάχιστες οι αναμνήσεις μου. Κι ας μην είχα την παραμικρή ιδέα τι μπορεί να ήταν τα «ινδάλματα της ηδονής».
Ο Καβάφης ήταν πάντα μια ιδιαίτερη, μια ξεχωριστή φωνή στην παγκόσμια λογοτεχνία. Στην Ελλάδα, οι λογοτεχνικοί κύκλοι της εποχής τον αντιμετώπισαν μ' έναν σκεπτικισμό που πλησίαζε την εχθρότητα. Η πρωτοποριακή του γραφή, τα θέματα που επέλεγε, η εσωστρέφειά του και η αποστασιοποίηση από τις καθιερωμένες ποιητικές φόρμες, τον καθιστούσαν ξένο στην ελληνική πνευματική ζωή της εποχής. Ο Κωστής Παλαμάς, με τη μεγάλη του φήμη και την αγάπη του για τη δημοτική, δεν «έβλεπε με καλό μάτι» τον Καβάφη. Τον θεωρούσε ακόμη κι «επικίνδυνο» για την παράδοση. Δεν υπήρξε ποτέ προσωπική κόντρα, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια βαθιά διαφωνία ως προς την πορεία της ελληνικής ποίησης. Στην πορεία, βέβαια, ο Παλαμάς αναγνώρισε την αξία του Καβάφη, αλλά η αρχική τους «σύγκρουση» έμεινε στην ιστορία ως ένα σύμβολο της διαμάχης μεταξύ παράδοσης και νεωτερισμού.
Στην Αίγυπτο, εκεί που γεννήθηκε και που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, η αποδοχή του Καβάφη ήταν μια πιο σύνθετη διαδικασία. Αν και δεν έγραφε στα αραβικά, η «αιγυπτιώτικη» του ταυτότητα, η βαθιά του σύνδεση με την ιστορία και την ατμόσφαιρα της Αλεξάνδρειας, διαπότιζε το έργο του. Η αναγνώρισή του ήρθε αργότερα, όταν τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αραβικά.
Η διεθνής του απήχηση υπήρξε εντυπωσιακή και καθοριστική για την αναγνώριση του τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Αίγυπτο. Προσωπικότητες όπως ο Άγγλος συγγραφέας E.M. Forster, ο οποίος τον γνώρισε στην Αλεξάνδρεια και έγραψε για αυτόν, και ο ποιητής W.H. Auden, που τον θαύμαζε και τον μετέφρασε, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο.
Όμως το θέμα είναι πάνω απ’ όλα η συγκίνηση. Απόγευμα, με τον ήλιο να χτυπάει λοξά σ' ένα άδειο δωμάτιο κάποιου σπιτιού που γνώρισες ή και που δεν γνώρισες:
«Α η κάμαρη αυτή, τί γνώριμη που είναι.
Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κι εμπρός του ένα τουρκικό χαλί·
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέπτη…
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.
Θα βρίσκονται ακόμη τα καημένα πουθενά.
Πλάι στο παράθυρο ήταν το κρεβάτι·
ο ήλιος του απογεύματος το 'φθανε ώς τα μισά.
…Απόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
για μια εβδομάδα μόνο… Αλίμονον,
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή».
Αγαπώ το παρελθόν, όμως απ’ ότι φαίνεται, διαλέγω πάντα να κοιτάζω προς το μέλλον. Αγαπώ πολύ τα «Κεριά». Κι από όλο εκείνο το σπουδαίο ποίημα, για κάποιον ακατανόητο λόγο, θυμάμαι απ' έξω μόνο τους τρεις πρώτους στίχους:
«Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια»...