More in Culture

Ναπολέων Σουκατζίδης: η αυτοθυσία που έγινε Ιστορία

Μια ζωή με κόστος, ανάμεσα στην γνώση και τη συνείδηση και η ύστατη πράξη αξιοπρέπειας στην Κατοχή

Newsroom
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ιστορία ζωής του Ναπολέοντα Σουκατζίδη - ενός ανθρώπου που εκτελέστηκε γιατί αρνήθηκε να σωθεί εις βάρος άλλου

Υπάρχουν μορφές της Κατοχής που η μνήμη τις έχει μετατρέψει σε σύμβολα πριν προλάβουμε να τις κατανοήσουμε ως ανθρώπους. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης ανήκει σε αυτή την κατηγορία — και ταυτόχρονα την υπερβαίνει. Γιατί η ιστορία του δεν είναι απλώς μια ιστορία ηρωισμού, αλλά είναι μια ιστορία συνειδητής επιλογής. Και οι επιλογές, ειδικά σε συνθήκες ακραίας βίας και πολέμου, είναι πάντα πιο δύσκολες από τους μύθους που χτίζονται γύρω τους.

Γεννημένος το 1909 στην Προύσα της Μικράς Ασίας και μεγαλωμένος στην Κρήτη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Σουκατζίδης κουβαλούσε ήδη από νωρίς τη σφραγίδα ενός ταραγμένου αιώνα. Η εμπειρία του ξεριζωμού καθόρισε το υπαρξιακό υπόβαθρο που τον συνόδευσε σε όλη του τη ζωή. Ήταν μορφωμένος, με γλωσσικές δεξιότητες — ανάμεσά τους τα γερμανικά και τα τουρκικά — και εργάστηκε ως λογιστής στο Ηράκλειο Κρήτης, αναπτύσσοντας παράλληλα έντονη συνδικαλιστική δράση.

Η ένταξή του στο κομμουνιστικό κίνημα τον οδήγησε, όπως και πολλούς άλλους της εποχής, στις διώξεις του καθεστώτος Μεταξά. Συνελήφθη το 1936, εξορίστηκε στον Άη Στράτη και αργότερα μεταφέρθηκε στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ο Ναπολέων Σουκατζίδης μαζί με άλλους συγκρατούμενούς του ζήτησαν να πολεμήσουν στο μέτωπο της Αλβανίας, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό — ένα επεισόδιο που δείχνει ότι η πολιτική του ταυτότητα δεν αναιρούσε το αίσθημα συμμετοχής του στην εθνική περιπέτεια.

Όταν τελικά ήρθαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, τον βρίσκουν κρατούμενο. Και αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά και λιγότερο συζητημένα στοιχεία της ιστορίας: οι πολιτικοί κρατούμενοι του Μεταξικού καθεστώτος παραδόθηκαν στους κατακτητές. Έτσι, ο Σουκατζίδης μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, εκεί όπου η καθημερινότητα δεν οριζόταν από τον χρόνο αλλά από τη διαρκή πιθανότητα του τέλους.


Διερμηνέας στο στρατόπεδο - Η τραγική θέση του Σουκατζίδη ανάμεσα σε δύο κόσμους 

Η γνώση της γερμανικής γλώσσας τον τοποθέτησε σε μια ιδιότυπη θέση στην ιδιαίτερη συνθήκη του στρατοπέδου. Έγινε διερμηνέας της διοίκησης — ένας ρόλος που συνεπαγόταν ευθύνη, εξαιτίας της εγγύτητας στην τόσο μισητή γι αυτόν εξουσία. Καλούνταν να λειτουργήσει ανάμεσα σε δύο κόσμους: από τη μία, οι κρατούμενοι, με τους οποίους μοιραζόταν την ίδια τύχη και την κοινή αγωνία και από την άλλη, οι Γερμανοί αξιωματικοί, των οποίων τις διαταγές όφειλε να μεταφέρει. Έτσι βρέθηκε στη θέση που τον καθιστούσε φορέα του λόγου της βίας που απεχθανόταν, χωρίς να του δίνεται η δυνατότητα να την ανατρέψει.

Η μαρτυρία για τη στάση του είναι σταθερή: δεν επιδίωξε ποτέ να εκμεταλλευτεί αυτή τη θέση. Αντίθετα, φαίνεται να διατήρησε μια εσωτερική απόσταση, μια μορφή αξιοπρέπειας που δεν εκφραζόταν με πράξεις εντυπωσιακές αλλά με τη συνέπεια μιας στάσης ζωής.

Η «Μαύρη Πρωτομαγιά» του 1944 και η στιγμή της απόφασης 

Την 1η Μαΐου 1944, οι Γερμανοί αποφάσισαν την εκτέλεση 200 κρατουμένων από το Χαϊδάρι ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού στρατηγού Κρεχ από αντάρτες. Η επιλογή έγινε μέσα από λίστες, στις οποίες περιλαμβάνονταν κυρίως παλαιοί πολιτικοί κρατούμενοι της περιόδου Μεταξά. Ονόματα διαβάζονταν — και κάθε όνομα σήμαινε το τέλος μιας ζωής. Ο Σουκατζίδης ήταν ανάμεσα σε αυτά.

Εδώ η ιστορία του αποκτά την ένταση που τη συνοδεύει μέχρι σήμερα. Ο διοικητής του στρατοπέδου, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητά του ως διερμηνέα, του πρότεινε να εξαιρεθεί από την εκτέλεση. Να σωθεί. Με έναν όρο: κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του.

Η πρόταση αυτή συμπυκνώνει την πιο σκληρή μορφή ηθικού διλήμματος. Δεν επρόκειτο απλώς για την επιλογή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, αλλά για την επιλογή ανάμεσα σε μια ζωή που προϋποθέτει την αντικατάσταση — και έναν θάνατο που αρνείται αυτή τη λογική, αλλά ο Σουκατζίδης αρνήθηκε.

Αν και έχουν σωθεί ορισμένα σημειώματα και αναφορές για τις τελευταίες του στιγμές, δεν γνωρίζουμε τα ακριβή του λόγια. Όμως η ουσία βρίσκεται στην πράξη: δεν δέχθηκε να σωθεί εις βάρος άλλου. Παρέμεινε στη λίστα. Παρέμεινε μαζί με τους υπόλοιπους 199.

Η εικόνα που προκύπτει — και επιβεβαιώνεται από πολλές πηγές — είναι αυτή ενός ανθρώπου που μέχρι την τελευταία στιγμή συνέχισε να επιτελεί τον ρόλο του, διαβάζοντας ονόματα, μεταφέροντας διαταγές, συμμετέχοντας, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, στη διαδικασία που θα τον οδηγούσε και τον ίδιο στον θάνατο. Όχι από υποταγή, αλλά από μια ιδιότυπη αποδοχή της ευθύνης του ρόλου που του είχε επιβληθεί.

Οι 200 εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Η πράξη του, όμως, δεν έμεινε εκεί.


Μνήμη και ερωτηματικά- Γιατί η ιστορία αυτή μας αφορά ακόμη

Μεταπολεμικά, η μνήμη του Ναπολέοντα Σουκατζίδη δεν υπήρξε ουδέτερη, αλλά εντάχθηκε σε αφηγήσεις, χρησιμοποιήθηκε, ενίοτε περιορίστηκε. Άλλοτε αναδείχθηκε ως σύμβολο της κομμουνιστικής Αντίστασης, άλλοτε αγνοήθηκε από μια ευρύτερη εθνική αφήγηση που δυσκολευόταν να ενσωματώσει μορφές με σαφή πολιτική ταυτότητα.

Όπως έχει επισημανθεί και στη σχετική βιβλιογραφία, το ερώτημα γιατί δεν αναγνωρίστηκε ευρύτερα ως εθνικός ήρωας δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία διαχειρίζεται τη μνήμη της Κατοχής. Ίσως εκεί βρίσκεται και το βαθύτερο νόημα της ιστορίας του.

Ο Σουκατζίδης δεν είναι μια «εύκολη» μορφή, επειδή δεν προσφέρεται για απλοϊκές αφηγήσεις. Δεν είναι μόνο ο κομμουνιστής αγωνιστής, ούτε μόνο το θύμα των ναζί. Είναι ο άνθρωπος που, σε μια στιγμή όπου όλα επιτρέπονταν, έθεσε ένα όριο. Και αυτό το όριο δεν ήταν ιδεολογικό — ήταν αμιγώς ηθικό. Γι αυτό και η προσωπική του ιστορία, βρήκε θέση στην ταινία «Τελευταίο σημείωμα» για τους 200 της Καισαριανής και επανήλθε στη δημόσια συζήτηση με τις φωτογραφίες της εκτέλεσης.

Σε έναν κόσμο όπου η επιβίωση μπορούσε να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα, εκείνος επέλεξε να μην τη διεκδικήσει με οποιοδήποτε κόστος. Και αυτή η επιλογή, ακριβώς επειδή δεν είναι αυτονόητη, συνεχίζει να μας αφορά.

Όχι ως μνημείο του παρελθόντος, αλλά ως μόνιμο ζητούμενο του παρόντος.