- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πινίν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν: Η γυναίκα που διόρθωσε το λάθος του ντα Βίντσι στον «Μυστικό Δείπνο»
Η συγκλονιστική ιστορία της συντηρήτριας έργων τέχνης που για 21 χρόνια κρατούσε τον μεγεθυντικό φακό
Πώς η Πίνιν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν έσωσε τον «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι από την καταστροφή, κρατώντας τον ζωντανό ως τις μέρες μας
Στην καρδιά του Μιλάνου, στον τοίχο της τραπεζαρίας της μονής Σάντα Μαρία ντέλλε Γκράτσιε, δεσπόζει ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας τέχνης: ο «Μυστικός Δείπνος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Για αιώνες το αριστούργημα αυτό ήταν σχεδόν αγνώριστο, αλλοιωμένο και καλυμμένο από πάμπολλα στρώματα μπογιάς. Όλα όμως άλλαξαν το 1978, όταν εμφανίστηκε η Πίνιν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν, μία διακεκριμένη Ιταλίδα συντηρήτρια έργων τέχνης, που απέδειξε ότι ακόμη και τα λάθη μιας ιδιοφυΐας, όπως ο ντα Βίντσι, μπορούν να διορθωθούν, όταν υπάρχει υπομονή, γνώση και κυρίως απόλυτη αφοσίωση.
Η Πίνιν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν είχε πάρει την απόφασή της: θα αφιέρωνε τη ζωή της για να σώσει τη διασημότερη ίσως τοιχογραφία του κόσμου.
Η διαδρομή προς αυτό το κολοσσιαίο επίτευγμα ξεκίνησε αρκετά χρόνια νωρίτερα. Φοιτήτρια αρχιτεκτονικής ακόμα, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο της συντήρησης χάρη στην καθοδήγηση δύο «γιγάντων» της ιταλικής τέχνης και αρχιτεκτονικής, του Πιέρο Πορταλούπι και του Μάουρο Πελιτσιόλι. Ο δεύτερος είχε συντηρήσει ο ίδιος τον «Μυστικό Δείπνο» μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και της μετέδωσε τη χειρουργική ακρίβεια και τον σεβασμό στην αυθεντικότητα.
Αρκετά χρόνια μετά εκείνη ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την πιο απαιτητική πρόκληση της καριέρας της.
Η πρώτη ματιά σε ένα σχεδόν χαμένο έργο
«Όταν το είδα για πρώτη φορά, δεν μπορούσα να πιστέψω την κατάστασή του. Δεν φαινόταν η αρχική ζωγραφική· ήταν καλυμμένο με γύψο και μπογιά, με πέντε ή έξι στρώσεις από πάνω. Αναρωτήθηκα αν ήταν καν έργο του ντα Βίντσι - εντελώς αγνώριστο».
Με αυτά τα λόγια περιέγραψε η Πίνιν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν την πρώτη της επαφή με τον «Μυστικό Δείπνο» το 1977. Τότε ανέλαβε ένα έργο που πολλοί θεωρούσαν ήδη χαμένο και που τελικά θα τελείωνε την άνοιξη του 1999, πάνω από είκοσι χρόνια μετά.
Η απόφασή της να προχωρήσει προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Από ζηλόφθονους συναδέλφους μέχρι σκεπτικιστές ειδικούς, πολλοί προσπάθησαν να τη σταματήσουν, φοβούμενοι ότι μια παρέμβαση σε έναν τόσο φθαρμένο πίνακα θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Εκείνη όμως παρέμεινε ακλόνητη.
Το έργο, με διαστάσεις 4,6 x 8,8 μέτρα, είχε φιλοτεχνηθεί μεταξύ 1495 και 1498. Αν και το θέμα του Μυστικού Δείπνου ήταν σύνηθες για τραπεζαρίες, ο χώρος δεν χρησιμοποιούνταν ως τέτοιος όσο ο ντα Βίντσι εργαζόταν. Μάλιστα, ο ηγούμενος της μονής πίεζε τον καλλιτέχνη να τελειώσει, με τον Λεονάρντο να απαντά ειρωνικά πως αν δεν έβρισκε το κατάλληλο μοντέλο για το πρόσωπο του Ιούδα, θα χρησιμοποιούσε τα χαρακτηριστικά του ίδιου του ηγουμένου.
Το έργο είχε φιλοτεχνηθεί μεταξύ 1495 και 1498, κατόπιν παραγγελίας του δούκα του Μιλάνου, Λουδοβίκο Σφόρτσα. Από τότε, τουλάχιστον έξι συντηρητές είχαν επιχειρήσει να το «σώσουν», αλλά στην πραγματικότητα το είχαν αλλοιώσει.
Όπως ανέφερε η ίδια: «Κάθε ένας άλλαξε τη φυσιογνωμία και τις εκφράσεις των αποστόλων». Ο Ματθαίος, για παράδειγμα, από νεαρός μετατράπηκε σε ηλικιωμένο άνδρα, ενώ ο Χριστός είχε χάσει μέρος της ανθρώπινης ομορφιάς του.
Το «μεγάλο λάθος» του Λεονάρντο ντα Βίντσι
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν προήλθε από τον χρόνο, αλλά από τον ίδιο τον δημιουργό. Ο ντα Βίντσι απέρριψε την τεχνική της νωπογραφίας για να έχει χρόνο να αποδώσει την ψυχολογία των μορφών. Ο «Μυστικός Δείπνος» απεικονίζει την αντίδραση κάθε Αποστόλου τη στιγμή που ο Ιησούς δηλώνει ότι ένας από αυτούς θα τον προδώσει. Και οι δώδεκα Απόστολοι παρουσιάζονται με διαφορετικές αντιδράσεις, άλλοι είναι οργισμένοι και άλλοι σοκαρισμένοι.
Αργότερα κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθούν όλοι οι Απόστολοι χάρη σε ένα χειρόγραφο του ντα Βίντσι που βρέθηκε τον 19ο αιώνα και κατέγραφε τα ονόματά τους με σειρά. Πριν από αυτό, είχαν αναγνωριστεί με βεβαιότητα μόνο ο Ιούδας, ο Πέτρος, ο Ιωάννης και ο Ιησούς.
Το αποτέλεσμα όμως της τεχνικής της νωπογραφίας ήταν καταστροφικό: τα χρώματα δεν προσκολλήθηκαν ποτέ σωστά στον τοίχο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Ουόλτερ Άιζακσον, μόλις 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωση του έργου, η επιφάνειά του άρχισε να ξεφλουδίζει.
Μέχρι το 1652, η φθορά ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι μοναχοί άνοιξαν μια πόρτα στον τοίχο, καταστρέφοντας τα πόδια του Χριστού, τα οποία πιθανότατα ήταν σταυρωμένα, προαναγγέλλοντας τη Σταύρωση.
Αιώνες καταστροφής, ανθρώπινα λάθη και αδιαφορία
Καταρχάς, ο ίδιος ο τοίχος πάνω στον οποίο φιλοτεχνήθηκε το έργο αποδείχθηκε εχθρικός. Κάτω από τη μονή της Santa Maria delle Grazie περνούσε υπόγειο ρεύμα νερού, το οποίο ο Λεονάρντο ντα Βίντσι δεν είχε υπολογίσει. Η υγρασία που ανέβαινε από τα θεμέλια διαπερνούσε τον τοίχο, αλλοιώνοντας τη δομή του σοβά και αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τα ήδη ευαίσθητα στρώματα χρώματος. Το αποτέλεσμα ήταν η επιφάνεια να «φουσκώνει», να σπάει και τελικά να αποκολλάται.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η θέση του έργου στην τραπεζαρία της μονής το εξέθετε καθημερινά σε καπνούς και υδρατμούς από την κουζίνα. Οι αναθυμιάσεις από το μαγείρεμα, γεμάτες λιπαρά σωματίδια και αιθάλη, κάθονταν πάνω στον τοίχο, δημιουργώντας ένα παχύ στρώμα βρωμιάς που με τον χρόνο «έδενε» με τα χρώματα, σκοτεινιάζοντάς τα και καλύπτοντας κάθε λεπτομέρεια.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, όταν αντικληρικά στρατεύματα εισέβαλαν στον χώρο. Σε μια πράξη περιφρόνησης προς τη θρησκεία, βανδάλισαν το έργο, ξύνοντας και καταστρέφοντας τα πρόσωπα των αποστόλων — με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μάτια, τα οποία σε πολλές μορφές καταστράφηκαν σκόπιμα.
Έτσι, το αριστούργημα του ντα Βίντσι δεν υπέφερε μόνο από τη φθορά του χρόνου ή τα τεχνικά του λάθη, αλλά και από την αδιαφορία — και συχνά την εχθρότητα — των ανθρώπων. Μέχρι τον 20ό αιώνα, ο «Μυστικός Δείπνος» είχε μετατραπεί σε ένα σχεδόν αγνώριστο απομεινάρι, όπου η αρχική ιδιοφυΐα του δημιουργού ήταν θαμμένη κάτω από στρώματα καταστροφής.
Κι όμως, αυτό που ανησυχούσε περισσότερο τη Μπραμπίλα δεν ήταν ο χρόνος, αλλά οι άνθρωποι: οι προηγούμενες αποτυχημένες αποκαταστάσεις.
Η πιο λεπτή επέμβαση στην ιστορία της τέχνης
Η αποστολή που ανέλαβε δεν ήταν να «ξαναζωγραφίσει» το έργο, αλλά να αποκαλύψει ό,τι είχε απομείνει από τον αυθεντικό Λεονάρντο. Καθώς το έργο δεν μπορούσε να μετακινηθεί, πάρθηκε η ριζοσπαστική απόφαση να σφραγιστεί πλήρως ο χώρος, να χτιστούν τα παράθυρα και να εγκατασταθεί ειδικός κλιματισμός. Στη συνέχεια, μαζί με την ομάδα της, τοποθέτησε σκαλωσιές και χρησιμοποίησε μικροσκοπικές κάμερες για να εξετάσει τα στρώματα μπογιάς.
Η εργασία γινόταν σε απειροελάχιστα τμήματα, μόλις 5x5 εκατοστά κάθε φορά. «Δουλεύαμε σε μικρά τμήματα, με μεγάλη δυσκολία, γιατί το αρχικό χρώμα ήταν εξαιρετικά εύθραυστο, ενώ τα μεταγενέστερα στρώματα ήταν πολύ πιο ανθεκτικά», εξηγούσε.
Με μεγεθυντικούς φακούς, χειρουργικά εργαλεία και απίστευτη υπομονή, αφαιρούσε στρώματα βρωμιάς, κόλλας και μπογιάς. Σε κάποια σημεία άφησε το έργο σχεδόν «γυμνό», προσθέτοντας μόνο ελάχιστες πινελιές με υδατοχρώματα.
Κάθε μικρό τμήμα μπορούσε να απαιτήσει μήνες ή και χρόνια εργασίας. Η επιστημονική μελέτη ήταν εξαντλητική: υπέρυθρη ανακλαστογραφία, μικροσκοπικές δειγματοληψίες και ενδελεχής έρευνα των αρχικών σχεδίων του Λεονάρντο που φυλάσσονται στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Κάστρου του Windsor.
Η προσωπική της ζωή σε κρίση
Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια της απόλυτης αφοσίωσης, η προσωπική της ζωή δοκιμαζόταν. Ήταν μία εποχή που ασκούσε έντονη πίεση σε μια εργαζόμενη μητέρα, ενώ ο σύζυγός της διαμαρτυρόταν για τη συνεχή απουσία της, ενώ παράλληλα τα οικονομικά και γραφειοκρατικά εμπόδια του έργου ήταν τεράστια. Να σημειωθεί ότι το κόστος της αποκατάστασης μεταφραζόταν σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.
«Η δουλειά με κράτησε μακριά από τον σύζυγο και τον γιο μου για πολύ καιρό. Δούλευα ακόμη και τα Σαββατοκύριακα. Κάποια στιγμή ο άντρας μου μου είπε: “Φτάνει πια με τον Μυστικό Δείπνο, θέλω να ζήσω λίγο”. Αλλά εγώ ήμουν απόλυτα αφοσιωμένη», θυμόταν.
Και τελικά συνέχισε μέχρι τέλους. Είχε άλλωστε ένα και μοναδικό σκοπό: να αποκρυπτογραφήσει τη μεγαλοφυΐα του ντα Βίντσι.
Το τέλος μιας εποχής
Το 1999, μετά από περισσότερα από 20 χρόνια, το έργο ολοκληρώθηκε και το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: μορφές που πριν ήταν άκαμπτες και άψυχες απέκτησαν ξανά λεπτότητα και εκφραστικότητα. Οι πτυχώσεις των υφασμάτων, τα αντικείμενα στο τραπέζι και κυρίως τα συναισθήματα των αποστόλων έγιναν και πάλι ορατά.
«Τώρα τα πρόσωπα συμμετέχουν πραγματικά στο δράμα της στιγμής», δήλωσε η ίδια. Παρά τις επικρίσεις ότι αφαιρέθηκε υπερβολικό χρώμα, πολλοί θεωρούν ότι το έργο πλησιάζει όσο ποτέ άλλοτε στην αρχική πρόθεση του Λεονάρντο.
«Χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου»
Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, η Μπραμπίλα δεν ένιωσε μόνο ικανοποίηση.Ένιωσε και απώλεια. «Όταν τελείωσα, ένιωσα λύπη γιατί έπρεπε να το αφήσω. Για κάθε έργο που συντηρώ, ένα κομμάτι του μένει μέσα μου. Η απομάκρυνση είναι πάντα δύσκολη, είναι σαν να χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου». Η Πίνιν Μπραμπίλα Μπαρτσιλόν έφυγε από τη ζωή το 2020, σε ηλικία 99 ετών αλλά συνεχίζει να εμπνέει με τη δύναμη και την επιμονή της σε αυτό που εκείνη θεωρούσε σωστό. Και ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά της να είναι το γεγονός ότι κατάφερε να φέρει τον Λεονάρντο ντα Βίντσι πιο κοντά σε εμάς, πέντε αιώνες μετά.
Η τοιχογραφία είναι διαθέσιμη στο Διαδίκτυο μετά από συνεργασία της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών και της Google Arts & Culture και μπορείτε να τη δείτε ΕΔΩ, να μεγεθύνετε την εικόνα και να την παρατηρείτε από απόσταση λίγων μόνο εκατοστών.
Με πληροφορίες από BBC, Centro Conservazione e Restauro dei Beni Culturali La Venaria Reale και smarthistory