More in Culture

Όταν η ποίηση γίνεται τραγούδι: μια βραδιά με τη Χορωδία του Ωδείου Αθηνών

Η βραδιά της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης ήταν αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι

Αλέκος Λιδωρίκης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, οι Μουσικές Σχολές του Ωδείου Αθηνών τίμησαν τον Μάνο Χατζιδάκι με τη συναυλία «Μεγάλος ποιητικός»

Λίγο πριν σβήσουν τα φώτα στην αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών, η αίσθηση ήταν πως η βραδιά θα είχε κάτι περισσότερο από μια απλή χορωδία. Η 21η Μαρτίου είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, αλλά εχθές το βράδυ η ποίηση δεν έμεινε μόνο στις σελίδες των βιβλίων, έγινε τραγούδι.

Η αίθουσα ήταν κατάμεστη, γονείς, φίλοι, παιδιά που περίμεναν να δουν τους δικούς τους να ανεβαίνουν στη σκηνή, παππούδες και γιαγιάδες που είχαν έρθει να καμαρώσουν τα εγγόνια τους. Στους διαδρόμους ακούγονταν χαμηλές συζητήσεις και ψίθυροι παιδικών φωνών. Ακόμη και έξω από την αίθουσα είχαν συγκεντρωθεί άνθρωποι που ήθελαν να παρακολουθήσουν την εκδήλωση.

Στη σκηνή θα εμφανιζόταν η Μικτή Ερασιτεχνική Χορωδία ενηλίκων του Ωδείου Αθηνών, ένα σύνολο που, με έναν τρόπο, αποτυπώνει μια μικρή κοινωνία της πόλης. Τα μέλη της δεν είναι επαγγελματίες μουσικοί, αλλά άνθρωποι από διαφορετικές διαδρομές και εμπειρίες. Άλλοι νέοι, άλλοι μεγαλύτεροι, κάποιοι είχαν επαφή με τη μουσική από μικροί, ενώ άλλοι την ανακάλυψαν αργότερα. Αυτό που τους ενώνει είναι μια κοινή επιθυμία, η αγάπη για τη μουσική και η ανάγκη να εκφραστούν μέσα από αυτήν, να τραγουδήσουν και να δημιουργήσουν μαζί.

Η βραδιά της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης ήταν αφιερωμένη στον Μάνο Χατζιδάκι. Δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει πιο ταιριαστή επιλογή. Ο Χατζιδάκις υπήρξε από τους συνθέτες που κατάφεραν να ενώσουν τη μουσική με την ποίηση με μοναδικό τρόπο, μετατρέποντας στίχους σε τραγούδια που έμειναν βαθιά χαραγμένα στη συλλογική μνήμη. Η χορωδία παρουσίασε τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι σε στίχους σημαντικών δημιουργών και ποιητών, κυρίως του Νίκου Γκάτσου, αλλά και άλλων λογοτεχνικών πηγών. Στο πρόγραμμα ακούστηκαν τραγούδια όπως το «Ξημερώνει», το «Τώρα νυφούλα μου χρυσή», το «Κουρασμένο παλικάρι», το «Μες σ’ αυτή τη βάρκα» και το «Αθανασία», ενώ παρουσιάστηκαν ακόμη το «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι», το «Περιμπανού», το «Το χρυσόψαρο» και το «Τράβα μπρος», συνθέσεις  από τη συνεργασία του συνθέτη με ποιητές, θεατρικά έργα και τον κινηματογράφο.

This browser does not support the video element.

Την εκδήλωση άνοιξε ο Φίλιππος Τσαλαχούρης, διευθυντής των Μουσικών Σχολών του Ωδείου Αθηνών και ένας από τους σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες συνθέτες. Η παρουσία του δεν ήταν μόνο θεσμική. Έχει μια βαθιά σχέση με το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, την οποία συχνά δημόσια αναδεικνύει. Για εκείνον, η μουσική του Χατζιδάκι αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στη μουσική και την ποίηση.

Στον χαιρετισμό που έκανε στην αρχή της βραδιάς, προσπάθησε να απαντήσει σε ένα ερώτημα που μοιάζει απλό αλλά δεν είναι: Τι είναι τελικά η ποίηση; Θυμήθηκε διάφορους ορισμούς που έχουν δώσει μεγάλοι δημιουργοί. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος είχε γράψει πως η ποίηση είναι «ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου». Ο Κώστας Καρυωτάκης τη χαρακτήρισε «καταφύγιο που φθονούμε». Ο Βίκτωρ Ουγκό είχε πει πως ποιητής είναι εκείνος που σκέφτεται «κάτι άλλο», ενώ ο Φερνάντο Πεσσόα έγραφε ότι η ποίηση δεν είναι φιλοδοξία αλλά ένας τρόπος να παραμένει κανείς μόνος. Η ποίηση, είπε, θυμίζοντας μια φράση του Λαμαρτίνου, είναι ο φύλακας άγγελος της ανθρωπότητας σε όλες τις εποχές. Ίσως γι’ αυτό η μουσική του Χατζιδάκι παραμένει τόσο ζωντανή, γιατί μέσα της η ποίηση βρίσκει πάντα έναν τρόπο να μιλήσει. Το πνεύμα αυτής της σκέψης διαπέρασε και το μουσικό μέρος της βραδιάς.

Οι φωνές των δεκάδων χορωδών κινούνταν μαζί, δημιουργώντας εκείνη τη χαρακτηριστική αίσθηση που έχει μια χορωδία, πολλές διαφορετικές προσωπικότητες που μετατρέπονται σε έναν ενιαίο ήχο. Τη μουσική διεύθυνση είχε η μαέστρος Σιμέλα Εμμανουηλίδου, η οποία καθοδηγεί τη χορωδία του Ωδείου Αθηνών. Με ήρεμες κινήσεις και σταθερό ρυθμό συντόνιζε τις φωνές, κρατώντας την ισορροπία ανάμεσα στις διαφορετικές φωνητικές γραμμές. Στο πιάνο βρισκόταν ο Μάρκος Κώτσιας, πιανίστας με σημαντική πορεία στον χώρο της κλασικής μουσικής. Απόφοιτος του Ωδείου Φίλιππος Νάκας και της Ανώτατης Μουσικής Ακαδημίας της Στουτγκάρδης, έχει εμφανιστεί ως σολίστ και συνοδός σε σημαντικές μουσικές παραγωγές, ενώ έχει συνεργαστεί και με την Εθνική Λυρική Σκηνή. Το πιάνο του έδινε τον τόνο, συνοδεύοντας τη χορωδία με ζωντάνια και παιχνιδιάρικες νότες, προσθέτοντας μια ξεχωριστή αίσθηση στην εκτέλεση.

Ανάμεσα στους δεκάδες συμμετέχοντες στη Χορωδία, προλάβαμε να ανταλλάξουμε δύο λόγια με τη Βίκυ Τσέντζελη. Η σχέση της με τη μουσική ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια, σε ένα σπίτι με έντονη μουσική παρουσία, όπου η μητέρα της ξεχώριζε για την εξαιρετική φωνή της. Η συμμετοχή της στη χορωδία αποτελεί για εκείνη μια χαρά και μια ανάσα από την απαιτητική καθημερινότητά της. «Βρίσκεσαι με ανθρώπους που αγαπούν το τραγούδι και δημιουργείς κάτι μαζί τους», μας αναφέρει.

Όσοι αγαπούν τη μουσική, προσθέτει, συχνά μοιράζονται μια ιδιαίτερη ευαισθησία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ευαισθησία λείπει από όσους δεν ασχολούνται με αυτήν. «Η μουσική γεμίζει την ψυχή, σε ηρεμεί, σε δυναμώνει και σου δίνει έναν τρόπο να εκφράσεις όσα δεν λέγονται εύκολα με λόγια», τονίζει με χαμόγελο.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο μιας ερασιτεχνικής χορωδίας. Δεν είναι μόνο ένα μουσικό σύνολο. Είναι μια κοινότητα. Γενικότερα, όπως άλλωστε έχει πει ο Φίλιππος Τσαλαχούρης, η μουσική δημιουργεί γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους. Η μουσική είναι στην πραγματικότητα μια γλώσσα που μπορούν να καταλάβουν όλοι οι άνθρωποι. Έχω παίξει σε χώρες όπου δεν μιλούσα τη γλώσσα τους, κι όμως καθόμουν στο πιάνο και ένιωθα πως επικοινωνούμε, έχει χαρακτηριστικά αναφέρει.

Σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου οι ρυθμοί είναι συχνά ασφυκτικοί, η μουσική γίνεται ένας χώρος συνάντησης. Άνθρωποι που πιθανόν να μην γνωρίζονταν ποτέ βρίσκονται γύρω από μια παρτιτούρα. Και εκείνο το βράδυ στο Ωδείο Αθηνών, ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα ιδρύματα καλλιτεχνικής εκπαίδευσης στη σύγχρονη Ελλάδα, με έδρα το εμβληματικό κτίριο της οδού Ρηγίλλης, η ποίηση βρήκε έναν ακόμη δρόμο για να φτάσει στο κοινό της, μέσα από τις φωνές ανθρώπων κάθε ηλικίας που τραγούδησαν μαζί.