More in Culture

Άγνωστες Ηρωίδες: Αλεξάνδρα Ντέιβιντ-Νιλ, η μεγάλη μυστικίστρια

Οι αθέατες πρωτοπόροι της επιστήμης, των ιδεών, των τεχνών και των γραμμάτων: Αυτές είναι οι ιστορίες τους.

Κυριάκος Αθανασιάδης
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γυναίκες που άλλαξαν τον κόσμο

Η ιστορία γράφεται από άντρες, και συχνά παραλείπει τις γυναίκες εκείνες που υπήρξαν οι σιωπηλές αρχιτέκτονες της προόδου, αφήνοντας το έργο τους στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης. Από τα εργαστήρια της πυρηνικής φυσικής και τα πεδία των μαχών έως τις κορυφές των ορέων και τις απαγορευμένες ζώνες του πνεύματος, οι γενναίες αυτές γυναίκες αψήφησαν τους περιορισμούς της εποχής τους και άλλαξαν τον ρου των γεγονότων. Η παρούσα σειρά κειμένων δεν επιχειρεί να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια, αλλά να παρουσιάσει μικρά πορτρέτα με τη ζωή και τη δράση γυναικών που, παρά την καθοριστική συμβολή τους, παρέμειναν —αν όχι όλες, οι περισσότερες— επί πολύ χρόνο στην αφάνεια: μια μικρή αναδρομή σε ιστορίες γεμάτες θάρρος και ευφυΐα, που αποδεικνύουν ότι η εξέλιξη του κόσμου φέρει ανεξίτηλο, αν και συχνά αόρατο, γυναικείο αποτύπωμα.

Η γυναίκα που ήθελε να φεύγει

Η Αλεξάνδρα Ντέιβιντ-Νιλ, μια προσωπικότητα που αψήφησε κάθε σύμβαση της εποχής της σχετικά με το φύλο της και την κοινωνική της τάξη, γεννήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1868 στο Παρίσι. Κόρη του Louis David, ενός δημοσιογράφου και δασκάλου με έντονη πολιτική δράση, ήρθε από νωρίς σε επαφή με τον ριζοσπαστισμό. Σε ηλικία μόλις δύο ετών, ο πατέρας της την πήγε να αντικρίσει τον Τοίχο των Κομουνάρων στο κοιμητήριο Père-Lachaise, μια εμπειρία που σφράγισε την ψυχοσύνθεσή της.

Η έμφυτη ανάγκη της για ανεξαρτησία εκδηλώθηκε ήδη από την εφηβεία, όταν άρχισε να ζει σαν ασκήτρια, καταπονώντας το σώμα της και επιδιδόμενη σε ακραίες μορφές νηστείας. Στα δεκαπέντε της, επιχείρησε να δραπετεύσει στην Αγγλία από το ολλανδικό λιμάνι του Βλίσινγκεν, σχέδιο που ματαιώθηκε μόνο λόγω έλλειψης πόρων: δεν είχε καθόλου χρήματα επάνω της. Μέχρι τα δεκαοκτώ της, πάντως, είχε ήδη ταξιδέψει ολομόναχη σε Αγγλία, Ελβετία και Ισπανία, ενώ παράλληλα εμβάθυνε στον αποκρυφισμό μέσω της Θεοσοφικής Εταιρείας της περίφημης Μαντάμ Μπλαβάτσκι. Εντάχθηκε σε μυστικές εταιρείες, φτάνοντας στον 30ό βαθμό του Τεκτονισμού. Η γνωριμία της με τον αναρχικό γεωγράφο Élisée Reclus την έστρεψε οριστικά προς τις αναρχικές και φεμινιστικές ιδέες.

Στα δεκαπέντε της, επιχείρησε να δραπετεύσει στην Αγγλία από το ολλανδικό λιμάνι του Βλίσινγκεν, σχέδιο που ματαιώθηκε μόνο λόγω έλλειψης πόρων: δεν είχε καθόλου χρήματα επάνω της

Παρά το πάθος της για τις ανατολικές θρησκείες, τις οποίες μελέτησε στη Σορβόννη το 1889 —αν και χωρίς να λάβει κάποια πιστοποίηση γιατί η σχολή δεν έδινε τότε πτυχίο στις γυναίκες!—, σπούδασε παράλληλα μουσική και ακολούθησε αρχικά μια λαμπρή καριέρα στο κλασικό τραγούδι. Αφού απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Βασιλικό Ωδείο των Βρυξελλών, εμφανίστηκε με το όνομα Alexandra Myrial στην Όπερα του Ανόι (1895-1897), ερμηνεύοντας ρόλους σε έργα των Verdi και Massenet και κάνοντας μεγάλες περιοδείες στην Ευρώπη.

Το 1904 παντρεύτηκε στην Τύνιδα τον μηχανικό σιδηροδρόμων Philippe Néel, ξεκαθαρίζοντάς του εξαρχής ότι το τελευταίο πράγμα που την ενδιέφερε ήταν η μητρότητα. Εκείνος το δέχτηκε, και έκτοτε η σχέση τους εξελίχθηκε σε έναν ιδιότυπο αλλά βαθύ πνευματικό δεσμό. Ο Φιλίπ τη στήριζε πάντα, αρχικά οικονομικά αλλά στη συνέχεια και συναισθηματικά, καθώς διατηρούσε πυκνή αλληλογραφία μαζί της για τις επόμενες δεκαετίες. Το μεγάλο ορόσημο της ζωής της όμως ήρθε το 1911, όταν έφυγε για ένα ταξίδι στην Ασία. Είπε στον άντρα της πως, έτσι όπως τα είχε υπολογίσει, θα επέστρεφε σε ακριβώς δεκαεννέα μήνες. Τελικώς το ταξίδι της κράτησε δεκατέσσερα χρόνια.

Είπε στον άντρα της πως, έτσι όπως τα είχε υπολογίσει, θα επέστρεφε σε ακριβώς δεκαεννέα μήνες. Τελικώς το ταξίδι της κράτησε δεκατέσσερα χρόνια

Μια περιπέτεια χωρίς προηγούμενο

Το 1912, στο Σικίμ της Ινδίας, και αφού είχε ζήσει για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα στην Ιαπωνία και στην Κίνα, στη Βιρμανία και στην Κεϋλάνη, η Αλεξάνδρα Ντέιβιντ-Νιλ συνάντησε τον 13ο Δαλάι Λάμα, που ενθουσιάστηκε μαζί της και την ενθάρρυνε να μάθει θιβετανικά.

Η Αλεξάνδρα θα γοητευόταν από το Θιβέτ όσο κανείς στην ιστορία. Για δύο χρόνια έζησε σαν πραγματική, αυθεντική ερημίτισσα σε ένα σπήλαιο σε υψόμετρο 3.600 μέτρων, όπου υπό την καθοδήγηση ενός μοναχού διδάχτηκε διάφορες αρχαίες μυστικές τεχνικές — ανάμεσά τους και μία για τη διατήρηση της σωματικής θερμότητας, μια δεξιότητα που θα αποδεικνυόταν σωτήρια στη μετέπειτα πορεία της στα Ιμαλάια. Εκεί γνώρισε και τον νεαρό Θιβετιανό μοναχό Αφούρ Γιονγκντέν, που θα γινόταν ο ισόβιος σύντροφός της — μάλιστα, θα τον υιοθετούσε επίσημα το 1929.

Θα συνέχισε να μαθαίνει τα πάντα για το Θιβέτ και τον ταντρικό βουδισμό, μελετώντας και μεταφράζοντας νυχθημερόν ιερά κείμενα, μένοντας άλλα τρία χρόνια στο μοναστήρι Κουμπούμ στα βορειοανατολικά σύνορα του Θιβέτ και αλλού, μαθητεύοντας κοντά σε μεγάλους, σοφούς λάμα. Το έκανε με πάθος και πείσμα, και με περίσσεια αγάπης.

Αλλά και γιατί είχε ένα μεγάλο, μυστικό σχέδιο στο μυαλό της…

H Alexandra David-Néel στο Θιβέτ, το 1933 (Preus Museum).

Μετά από ακόμα περισσότερες περιπλανήσεις στην Ιαπωνία, την Κορέα και την Κίνα κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1924 πέτυχε το ακατόρθωτο: μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα και τρίβοντας διαρκώς το πρόσωπό της με κάπνα από κατσαρόλες για να μη θυμίζει την καταγωγή της, τον Φεβρουάριο του 1924 έγινε η πρώτη δυτική γυναίκα που πέρασε τις πύλες της απαγορευμένης πόλης της Λάσα. Και όχι μόνο: έμεινε δύο μήνες εκεί, είτε αόρατη στις Αρχές, είτε σαν ντόπια.

Το πολύμηνο ταξίδι της προς την αρχαία πρωτεύουσα, κάτω από συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, με αρρώστιες, αδιανόητες στερήσεις και κινδύνους, και βέβαια υπό τη διαρκή απειλή της σύλληψης και άμεσης απέλασης, είναι κάτι παραπάνω από απλώς «μυθιστορηματικό». Η Αλεξάνδρα Ντέιβιντ-Νιλ συγκέντρωσε ένα τρομερά πλούσιο και ολοζώντανο υλικό από την περιπέτειά της αυτή, θρησκειολογικό και λαογραφικό, τέτοιο που κανείς Δυτικός μέχρι τότε δεν είχε καν ονειρευτεί.

Το πολύμηνο ταξίδι της προς την αρχαία πρωτεύουσα, κάτω από συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, με αρρώστιες, αδιανόητες στερήσεις και κινδύνους, και βέβαια υπό τη διαρκή απειλή της σύλληψης και άμεσης απέλασης, είναι κάτι παραπάνω από απλώς «μυθιστορηματικό»

Ήταν η πρώτη που το έκανε. Έκτοτε, δεν το έχει επιχειρήσει κανείς άλλος.

Η επιστροφή και η δόξα

Θα τα κατέγραφε όλα αυτά, με πάσα λεπτομέρεια, στα πολυάριθμα βιβλία της, όταν θα επέστρεφε από το ταξίδι της των «δεκαεννέα μηνών» το 1925. Ο κόσμος θα άκουγε με ανοιχτό το στόμα πράγματα που έως τότε ανήκαν απλώς στον χώρο της φαντασίας. Δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος τόσο καλά εκπαιδευμένος στη γλώσσα και τη θρησκεία του Θιβέτ. Κανείς, εκτός από αυτή την ατίθαση αναρχική Γαλλίδα.

Δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος τόσο καλά εκπαιδευμένος στη γλώσσα και τη θρησκεία του Θιβέτ

Εγκαταστάθηκε στο Digne-les-Bains, στο ερημητήριο που ονόμασε Samten-Dzong («Φρούριο του Διαλογισμού»), και αφοσιώθηκε στη συγγραφή. Τα βιβλία της «Η μύηση στο Θιβέτ» (μετάφραση Αντρέας Τσάκαλης, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 1979), «Βουδισμός: Θεωρία και πράξη» (μετάφραση Νίκος Μαρματσούρης, Εκδόσεις Πύρινος Κόσμος 1988), «Μαγεία και μυστήριο στο Θιβέτ» (μετάφραση Ανδρέας Λυμπερόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος 1995), «Στα άδυτα του Θιβέτ» (μετάφραση Κωνσταντίνος Σταμέλος, Εκδόσεις Νάρκισσος 2008), ανάμεσα σε πολλά-πολλά άλλα, έγιναν πελώρια μπεστ-σέλερ στην εποχή της και προκάλεσαν τρομερή αίσθηση παντού. Μεταφράστηκαν και διαβάστηκαν σε όλο τον κόσμο, και επηρέασαν πολλούς — ανάμεσά τους, όλη τη γενιά των Μπίτνικ στην Αμερική, με επιφανέστερους τον Κέρουακ και τον Γκίνσμπεργκ.

Βέβαια εκείνη δεν επαναπαύθηκε στις δάφνες της, στα όσα είχε πετύχει, ή στη δόξα που απολάμβανε. Ακατάβλητη και πάντα νέα στην καρδιά αλλά και στο σώμα, ξεκίνησε ένα ακόμα μεγάλο ταξίδι στην Ασία λίγο πριν κλείσει τα εβδομήντα, για να μελετήσει αυτή τη φορά τον ταοϊσμό. Εκείνο που της στοίχισε και την πτόησε πολύ ήταν ο θάνατος από νεφρική ανεπάρκεια του πιστού της συντρόφου Αφούρ Γιονγκντέν, το 1955. Τον αγαπούσε με όλη της καρδιά, και ήταν πολλά χρόνια νεότερός της.

Ακατάβλητη και πάντα νέα στην καρδιά αλλά και στο σώμα, ξεκίνησε ένα ακόμα μεγάλο ταξίδι στην Ασία λίγο πριν κλείσει τα εβδομήντα, για να μελετήσει αυτή τη φορά τον ταοϊσμό

Πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου 1969, σε ηλικία 101 ετών. Λίγο πριν, είχε χριστεί Ιππότης της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής. Σύμφωνα με τις επιθυμίες της, οι στάχτες της σκορπίστηκαν στον Γάγγη ποταμό, μαζί με τις στάχτες του Γιονγκντέν. Το σπίτι της στο Digne-les-Bains είναι σήμερα μουσείο που φέρει το όνομά της, και ουσιαστικά προσκυνηματικός τόπος. Έχουν γραφτεί δεκάδες βιογραφίες της, και έχουν γυριστεί πολυάριθμα ντοκιμαντέρ για τα κατορθώματά της. Η ζωή της αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για τον κινηματογράφο, με σημαντικότερη την ταινία «Alexandra David-Néel: J’irai au pays des neiges» (2012), σε σκηνοθεσία του Joël Farges, με την Dominique Blanc στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η οποία επικεντρώνεται κυρίως στο θρυλικό ταξίδι της προς τη Λάσα:

Η Alexandra David-Néel (1868-1969) ήταν μια γυναίκα που αψήφησε όλους τους κανόνες της εποχής της. Τραγουδίστρια της όπερας, αναρχική, βουδίστρια, εξερευνήτρια, συγγραφέας, φεμινίστρια — έζησε 101 χρόνια με αδαμάντινη θέληση, αφήνοντας το ανεξίτηλο σημάδι της στην ιστορία των μεγάλων ταξιδιών και του ανατολικού μυστικισμού.

* * *

Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.