More in Culture

Νίκι ντε Σεν Φαλ: Η πιο σημαντική φεμινίστρια καλλιτέχνιδα του 20ού αιώνα

Με αφορμή την πρώτη της έκθεση στην Ελλάδα με τίτλο «Από τις σκοποβολές στην ελευθερία» στο ΜΟΜus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άλεξ Μυλωνά, θυμόμαστε στιγμές από τη συναρπαστική ζωή της
Έλενα Λαναρά
ΤΕΥΧΟΣ 990
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια γυναίκα που βρήκε στην τέχνη τη δική της μοναδική γλώσσα.

Μοντέλο, ζωγράφος, γλύπτρια, σκηνογράφος, σκηνοθέτρια, εικονογράφος και περφόρμανς άρτιστ σε μια εποχή που δεν είχε επινοηθεί ακόμη η περφόρμανς αρτ. Αυτοδίδακτη, έξω από τις ακαδημίες, έξω από κάθε θεσμικό πλαίσιο – που ωστόσο αναλάμβανε δημόσιες αναθέσεις για πρωτοποριακά έργα υπερμεγέθους κλίμακας. Ήταν μια καλλιτέχνιδα που υμνούσε τις γυναίκες, με έντονα χρώματα και πληθωρικές φόρμες. Ή ίσως ήταν μια γυναίκα που βρήκε στην τέχνη τη δική της, τη μοναδικά δική της, γλώσσα, που της επέτρεπε να μιλήσει για το τραύμα και τον πόνο, την οργή και την αναγέννηση.

Η Νίκι ντε Σεν Φαλ ποτέ δεν χώρεσε, δεν ταίριαξε, σε μια κατηγορία. Σαν κινέζικο τανγκράμ, από τα πολύ δύσκολα – σε όποιο καλούπι κι αν πας να τη χωρέσεις, καθαρά και νοικοκυρεμένα, κάποια γωνία εξέχει, περισσεύει, δεν ταιριάζει και ενοχλεί. Για εκείνη, η τέχνη δεν ήταν καριέρα, αλλά πράξη ανάγκης και μέθοδος επιβίωσης. Ένα έργο τέχνης δεν ήταν ένα αντικείμενο, αλλά μια δράση – τελετουργία, παράσταση, αντανάκλαση της προσωπικής της ζωής.

Το τραύμα

Γεννήθηκε το 1930 σε ένα πλούσιο προάστιο του Παρισιού και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη. Ο πατέρας της είχε αριστοκρατική καταγωγή, ήταν κόμης, η οικογένεια ήταν εύπορη, αλλά τα παιδικά της χρόνια δεν ήταν ευτυχισμένα. Υπήρχε αυστηρότητα, συναισθηματική ψυχρότητα, έντονος έλεγχος, ξύλο από τη μητέρα και σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα, ο οποίος τη βίασε όταν ήταν 11 χρονών – μια εμπειρία που η Νίκι κράτησε κρυφή για δεκαετίες και που στοίχειωσε την ψυχική της υγεία και επηρέασε την καλλιτεχνική της έκφραση.

Η εφηβεία της ήταν κι αυτή ταραχώδης. Φύση επαναστατική, την αποβάλλουν λόγω ανυπακοής από δύο καθολικά σχολεία κι ένα λύκειο θηλέων. Συγκρούεται με κάθε μορφή εξουσίας και αναζητά διέξοδο μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον. Έφηβη ακόμη, δουλεύει ως μοντέλο και εμφανίζεται στα εξώφυλλα της Vogue, του Life, του Harper’s Bazaar – ενσαρκώνοντας, το πρότυπο της κομψής, πειθαρχημένης γυναίκας που η ίδια απέρριπτε. Στα 19 της παντρεύεται τον παιδικό της φίλο, Χάρι Μάθιους, αποκτούν δύο παιδιά και το 1952 μετακομίζουν στο Παρίσι. Εκεί η Νίκι κάνει μαθήματα θεάτρου και αρχίζει να ζωγραφίζει, επηρεασμένη κατά πολύ από την Τέχνη του Περιθωρίου. Αυτό το καλλιτεχνικό ρεύμα σήμερα περιλαμβάνει δημιουργίες καλλιτεχνών που βρίσκονται έξω από το κατεστημένο της τέχνης. Εκείνη την εποχή λεγόταν Art Brut και επικεντρωνόταν σε έργα ανθρώπων έγκλειστων σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Ίσως ήταν τυχαίο, ίσως πάλι όχι.

Την επόμενη χρονιά, σε ηλικία μόλις 23 ετών, η Ντε Σεν Φαλ παθαίνει νευρική κατάρρευση και νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική στη Νίκαια. Εκεί, στον εγκλεισμό, αφοσιώνεται με πάθος στη ζωγραφική – τέχνη και θεραπεία μαζί. «Η τέχνη αντικατέστησε την αυτοκαταστροφή», είπε αργότερα. «Έδωσε οργανική δομή στη ζωή μου». Βγαίνοντας από το ψυχιατρείο, συνεχίζει να δημιουργεί με πάθος και εμμονή. Δεν πηγαίνει σε σχολή καλών τεχνών. Πειραματίζεται με υλικά, χρώματα και τεχνικές, αντλεί από την παιδική ζωγραφική, τη λαϊκή τέχνη, τον σουρεαλισμό, τη θρησκευτική εικονογραφία. Το έργο της έχει από την αρχή στοιχεία βίας, ειρωνείας, εξομολόγησης. «Φέρνω στη ζωή τις επιθυμίες μου», έγραφε δίπλα σ’ ένα σχέδιό της, από αυτά που βρέθηκαν μετά τον θάνατό της, «τα συναισθήματά μου, τις αντιφάσεις μου, λαχτάρες, μνήμες, σκιές – οράματα από κάπου αλλού». 

Πυροβολισμοί

Ορόσημο στη ζωή της θα σταθεί η γνωριμία με τον γλύπτη Ζαν Τινγκελί. Όταν γνωρίζονται,  είναι και οι δύο παντρεμένοι. Πέντε χρόνια αργότερα έχουν πάρει και οι δύο διαζύγιο και αρχίζουν να συγκατοικούν. Το 1971 που παντρεύονται, έχουν ήδη και οι δύο και άλλους συντρόφους. Η σχέση τους ήταν περίπλοκη, κάποιες φορές ανταγωνιστική –ερωτικά και καλλιτεχνικά–, αλλά συνεργάστηκαν, αλληλοϋποστηρίχτηκαν, μοιράστηκαν μια σύνθετη συντροφικότητα και μαζί δημιούργησαν μνημειώδη έργα, μέχρι τον θάνατο του Τινγκελί το 1991. Η Νίκι ντε Σεν Φαλ είχε φιλόδοξα καλλιτεχνικά οράματα και ο Τινγκελί έγινε αρωγός τους. Μαζί του μπήκε στον κύκλο των Nouveau Realists – η μόνη γυναίκα μέλος του κινήματος. Και το 1961, με τη βοήθειά του, παρουσίασε τα Tirs, που την έκαναν διάσημη – γύψινα ανάγλυφα που έκρυβαν σακουλάκια με μπογιά. Η Νίκι, συχνά μπροστά σε κοινό, τα πυροβολούσε με καραμπίνα – το χρώμα εκρήγνυτο, η εικόνα αιμορραγούσε και γινόταν έργο τέχνης.

Γράφει αργότερα στον Πόντους Χούλτεν, διευθυντή του σουηδικού μουσείου. «Μια μέρα, την άνοιξη του 1961, επισκέφτηκα την έκθεση “Salon Comparaisons” στο Παρίσι. Ένα έργο μου ήταν εκτεθειμένο. Λεγόταν “Πορτρέτο του εραστή μου”. Στο τραπέζι υπήρχαν βελάκια για να τα πετούν οι επισκέπτες στο κεφάλι του άντρα. Με συνάρπασε η εικόνα των ανθρώπων που πετούσαν βελάκια και γίνονταν κομμάτι της έκθεσής μου (...) Φαντάστηκα το έργο πληγωμένο, να ματώνει. Είδα τη ζωγραφιά σαν άνθρωπο με αισθήσεις και συναισθήματα». Είπε τις σκέψεις της στον Τινγκελί –να κάνει πίνακες που θα μάτωναν– κι εκείνος ενθουσιάστηκε. Μαζί δημιούργησαν πέντ’ έξι  γύψινα ανάγλυφα κι έκρυψαν πίσω τους σακουλάκια με χρώμα αλλά και με αυγά, μακαρόνια, ό,τι βρήκαν γύρω τους. Όπλο δεν είχαν, ούτε χρήματα για να αγοράσουν. Έπεισαν έναν άγνωστο να τους δανείσει το δικό του κι άρχισαν να πυροβολούν. «Δεν ήταν απλώς συναρπαστικό και ερωτικό αλλά και τραγικό», γράφει. «Σαν να είσαι μάρτυρας σε μια γέννηση κι έναν θάνατο την ίδια στιγμή. Για τους επόμενους έξι μήνες πειραματίστηκα».

Χρησιμοποίησε μπογιά σε σπρέι, που εκρύγνυται πιο φαντασμαγορικά, ακόμη και δακρυγόνα. Αργότερα, κάποια Tirs πήραν τη μορφή πολιτικών, καθεδρικών ναών, φορέων που συμβόλιζαν τη βία, την πατριαρχία, την καταπίεση. Η Ντε Σεν Φαλ πυροβολούσε εν ψυχρώ το σύστημα. Ωστόσο, έπειτα από δύο χρόνια το παράτησε. «Ένιωθα σαν ναρκομανής», εξηγεί στην επιστολή της. «Είχα εθιστεί σ’ αυτή τη μακάβρια και συγχρόνως ευχάριστη τελετουργία. Πριν από την περφόρμανς και κατά τη διάρκειά της έτρεμα. Ήμουν σε εκστατική κατάσταση. Δεν μου αρέσει να χάνω τον έλεγχο. Με τρομάζει η σκέψη να είμαι εθισμένη σε κάτι – οπότε το εγκατέλειψα».

Χοροί και ελευθερία

Τότε το έργο της άλλαξε μορφή, αλλά όχι περιεχόμενο. Εμπνευσμένη από την έγκυο τότε φίλη της Κλάρις Ρίβερς, αρχίζει να δημιουργεί τις Nanas – πολύχρωμες, ογκώδεις γυναικείες φιγούρες, με τονισμένες καμπύλες και έντονη παρουσία. Είναι χαρούμενες, χορεύουν, γεννούν,καταλαμβάνουν χώρο χωρίς να απολογούνται. Ο Τινγκελί έβαλε σε κάποιες μηχανισμό ώστε πραγματικά να κινούνται. Nana είναι μια (λιγάκι υποτιμητική) λέξη της γαλλικής αργκό για τις γυναίκες. Σε μια εποχή που το γυναικείο σώμα στην τέχνη είναι παθητικό και υπό έλεγχο,  η Ντε Σεν Φαλ το παρουσιάζει ελεύθερο και αυτάρκες. Οι Nanas, για κάποιους, καθιερώνονται σαν φεμινιστικά σύμβολα – πληθωρικές και επεκτατικές, είναι ο αντίλογος στο πρότυπο της πολύ αδύνατης Τουίγκι, που προωθούσε τότε η μόδα. Και μια απάντηση στη σεξιστική απεικόνιση των γυναικών από τους άντρες καλλιτέχνες της Pop Art. «Δεν ξέρω πώς προέκυψαν οι Nanas» είχε παραδεχτεί σε μια συνέντευξή της, «ποτέ δεν ξέρω πώς προκύπτουν τα πράγματα. Έτσι σε μια στιγμή, μετά απ’ όλες αυτές τις βασανισμένες γυναίκες, εμφανίστηκε αυτή η ομάδα γυναικών που απολάμβανε τη ζωή και ήταν σαν να σου έλεγαν “μπορείς κι εσύ”».

Η μεγαλύτερη Nana ήταν η Hon και κατασκευάστηκε για το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Στοκχόλμης. Ήταν έγκυος, ξαπλωμένη ανάσκελα, και μια τρύπα ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια οδηγούσε τους επισκέπτες στο εσωτερικό της. Είχε ένα πλανητάριο στο αριστερό στήθος κι ένα μπαρ που σέρβιρε γάλα στο δεξί. Στο ένα της μπράτσο έπαιζε η πρώτη μικρού μήκους ταινία της Γκρέτα  Γκάρμπο και στο ένα της πόδι υπήρχε μια γκαλερί. Γράφει η Ντε Σεν Φαλ στη φίλη και μούσα της, την Κλάρις: «Έμπαινες μέσα της από το αιδοίο της, ωστόσο δεν είχε τίποτα το πορνογραφικό. Ήταν μια παγανιστική θεά (...) Οι κακές γλώσσες είπαν ότι ήταν η μεγαλύτερη πόρνη του κόσμου, επειδή είχε εκατό χιλιάδες επισκέπτες σε τρεις μήνες. Ένας ψυχίατρος έγραψε ότι η Hon θα αλλάξει τα όνειρα που βλέπει ο κόσμος για πολλά χρόνια. Τα ποσοστά γεννήσεων στη Στοκχόλμη αυξήθηκαν εκείνη τη χρονιά. Το απέδωσαν στη Hon». Η Hon είχε μήκος 21 μέτρα – μετά βίας χώρεσε στο μουσείο. Η Ντε Σεν Φαλ αγαπούσε τα μεγάλα, ογκώδη έργα. «Ακολουθώ μια πιεστική ανάγκη μέσα μου να δείξω ότι μια γυναίκα μπορεί να δημιουργήσει έργα σε μεγάλη, μνημειώδη κλίμακα», είχε πει. Και αυτό έκανε. Δημιούργησε μια σειρά από μεγαλοπρεπή, επιβλητικά γλυπτά,κάποια με δικά της έξοδα και κάποια, όπως η παιδική χαρά Γκόλεμ και ο Βιβλικός Ζωολογικός Κήπος στην Ιερουσαλήμ, με δημόσια ανάθεση.

Το πιο φιλόδοξο έργο της, ο Κήπος της Ταρό στην Τοσκάνη, είναι ένας ολόκληρος κόσμος με τεράστια γλυπτά που αναπαριστούν τις 22 αρχετυπικές φιγούρες της Μεγάλης Αρκάνας – όπου η Ντε Σεν Φαλ ενσωματώνει μυθολογία, ψυχανάλυση και βιογραφία. Με πλούσια ψηφιδωτά και βιομορφικές φιγούρες, είναι επιπλέον ένας φόρος τιμής στον Γκαουντί. Η κατασκευή του κράτησε είκοσι χρόνια. Η Ντε Σεν Φαλ το χρηματοδότησε με δικά της κεφάλαια, με δωρεές από φίλους, με τα έσοδα από άρωμα που λάνσαρε γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Τελικά άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό το 1998. Ήδη από το 1982, η δημιουργός του ζούσε σε ένα από τα γλυπτά της, αυτό που αντιστοιχούσε στην κάρτα «Η Αυτοκράτειρα» – παίζοντας για μία ακόμη φορά με την έννοια και τα όρια της τέχνης. 

Το 1993 μετακόμισε στην Καλιφόρνια, όπου και πέθανε εννέα χρόνια αργότερα από αναπνευστική ανεπάρκεια – πιθανότατα εξαιτίας της μακροχρόνιας επαφής της με χημικά, ρητίνες, πολυεστέρες και τα χρώματα που χρησιμοποιούσε για να φτιάξει τις Nanas και τον Κήπο της Ταρό. Έχει δωρίσει πάνω από δύο χιλιάδες έργα της σε μουσεία. Η Νίκι ντε Σεν Φαλ δεν υπήρξε ποτέ εύπεπτη καλλιτέχνιδα. Δεν ταυτίστηκε με σχολές και κινήματα. Τα έργα της δεν προσφέρουν απαραίτητα αισθητική απόλαυση. Σαν τις Nanas, ωστόσο, παραπέμπουν στη χαρά και την ελευθερία. Σαν τα Tirs, υπόσχονται τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης μέσα από το ίδιο το τραύμα.

Για κάποιους είναι η πιο σημαντική γυναίκα και φεμινίστρια καλλιτέχνης του 20ού αιώνα. Σίγουρα υπήρξε μία από τις λίγες της εποχής της που αναγνωρίστηκαν από τον ανδροκρατούμενο κόσμο της τέχνης όσο ήταν ακόμη εν ζωή.

Info

Διάρκεια έκθεσης έως 24/05/2026, ΜΟΜus – Μουσείο Άλεξ Μυλωνά, πλατεία Αγίων Ασωμάτων 5, Θησείο. Δείτε περισσότερες πληροφορίες στο City Guide της Athens Voice