More in Culture

Η ιστορία της Οικίας Κατακουζηνού

Μέσα από συναρπαστικές ιστορίες, χειρόγραφα και ντοκουμέντα ανακαλύπτουμε τον θρύλο και τη κληρονομιά της γενιάς του ’30
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 985
15’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Ξεφυλλίζοντας το Αρχείο του Άγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού με τη βοήθεια των ανθρώπων του Μουσείου που το αρχειοθέτησαν. 

Είναι σχετικά σπάνιο –στις ανθρωπιστικές σπουδές τουλάχιστον– να κληθείς από τη ζωή να εφαρμόσεις στην πράξη όλα όσα ανέλυες και ονειρευόσουν κατά τη διάρκεια των σπουδών σου. Κι όμως αυτό ακριβώς συνέβη στη Σοφία Ε. Πελοποννησίου όταν επέστρεψε στην Αθήνα το 2005, μετά από τις σπουδές μουσειολογίας στο Λονδίνο: κλήθηκε να αναγεννήσει ένα σπίτι υπό κατάρρευση, με τζάμια σπασμένα, γεμάτο φωλιές περιστεριών και χίλια δυο άλλα προβλήματα, και να το κάνει μουσείο· ένα σπίτι-μουσείο, έτσι όπως είχε μάθει ότι πρέπει να είναι, δηλαδή ένας χώρος που θα εμπεριέχει την Ιστορία και θα προκαλεί, ταυτοχρόνως, συγκίνηση και συναίσθημα.

Το σπίτι αυτό ήταν η οικία του ζεύγους Κατακουζηνού, του Άγγελου και της Λητώς (έτσι επέμενε η ίδια να κλίνει τ’ όνομά της), ενός ζεύγους με ζωή μυθιστορηματική και θέση νευραλγική στην πνευματική ζωή της Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Φίλοι κι έμπρακτοι υποστηρικτές του Σεφέρη, του Ελύτη, του Βενέζη, του Θεόφιλου, του Βάρναλη, του Τσαρούχη, του Εμπειρίκου, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, αλλά και των ανθρώπων που συνέβαλαν στην προβολή του έργου τους στο εξωτερικό –από τον Κατσίμπαλη και τον Ρεξ Γουόρνερ, μέχρι τον Τεριάντ και τον Κίμον Φράιαρ–, οι Κατακουζηνοί είναι όχι μόνο αναπόσπαστο κομμάτι του θρύλου και της κληρονομιάς της γενιάς του ’30, αλλά και τρανταχτό παράδειγμα του πώς η συλλογική μνήμη στην Ελλάδα δεν βρίσκει χώρο για τους ανθρώπους που δεν υπηρετούν τα καλολαδωμένα αφηγήματα ή τις εγχώριες κλίκες της.

Φίλοι και με τον Μαρκ Σαγκάλ (που φιλοτέχνησε μάλιστα και πορτρέτο της Λητώς), τον Αλμπέρ Καμύ, τον Ιονέσκο, τον Γκορ Βιντάλ, όπως μαρτυρά το πιο πρόσφατο βιβλίο των εκδόσεων του Ιδρύματος Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού, «Βιβλία με χειρόγραφες αφιερώσεις στη βιβλιοθήκη του ζεύγους Κατακουζηνού», το οποίο, έπειτα από έρευνα, σχεδίασε, συνέγραψε κι επιμελήθηκε ο αρχειονόμος Ζήσιμος Χ. Συνοδινός – ο άνθρωπος που κατέγραψε, οργάνωσε κι αναβίωσε το συγκλονιστικής λεπτομέρειας αρχείο του ζεύγους.

Ο ίδιος ο Άγγελος, νευρολόγος-ψυχίατρος, ήταν καθηγητής της Ιατρικής Σχολής της Σορβόννης και πρωτοπόρος στον τομέα του: σε σχετική αλληλογραφία με τον γνωστό Γεώργιο Παπανικολάου αναφέρονται σε (βιντεοσκοπημένα!) πειράματα με τα οποία ο Κατακουζηνός προσπαθούσε να καταλάβει από τους οφθαλμούς ενός ανθρώπου αν υπήρχε καρκίνος στον εγκέφαλο. Το αρχείο του αποδεικνύει πως έβλεπε χιλιάδες ασθενείς, είχε αλληλογραφία με δεκάδες απ’ αυτούς από το εξωτερικό, αλλά και με ξένους συναδέλφους του, οι οποίοι τον ρωτούσαν τη γνώμη του για ιατρικές υποθέσεις, και πως γνωμάτευε σε δικαστικές υποθέσεις. Εμπεριέχει επίσης την αλληλογραφία του με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη…

Την κομβική θέση του ζεύγους στην πνευματική πορεία της χώρας είχε καταγράψει η ίδια η Λητώ Κατακουζηνού στο βιβλίο της «Άγγελος Κατακουζηνός, ο Βαλής μου», ήδη από το 1994 (πιο πρόσφατη, 6η και συμπληρωμένη έκδοσή του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρή Άρκτος, 2010). Αλλά επειδή οι δυο τους δεν έκαναν παιδιά, οι φίλοι τους έφυγαν από τη ζωή και πολλοί άρχισαν να αμφισβητούν τα όσα γράφονταν στο βιβλίο, η Σοφία Ε. Πελοποννησίου –που γνώριζε τη Λητώ από το 1989 μέχρι το τέλος της ζωής της, το 1997– θέλησε, με τη βοήθεια του αρχείου, να αποδείξει πως όσα έγραφε η Λητώ, παρότι φαντάζουν μυθιστορηματικά, ήταν απολύτως αληθινά.

Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού: Ξενάγηση στην οικία τους με τη βοήθεια των ανθρώπων του μουσείου

«Στην αρχή μπήκα στη διαδικασία με πρόχειρο και μη επιστημονικό τρόπο», ομολογεί κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας. «Όμως ως Ίδρυμα πήραμε μια μικρή ενίσχυση, λόγω κορωνοϊού, και μπορέσαμε να ξαναφτιάξουμε τη βιβλιοθήκη και το γραφείο του Άγγελου. Λάβαμε και ορισμένες χορηγίες για το ίδιο το αρχείο και, μετά από μεγάλη προσπάθεια και σκληρή δουλειά από τον Ζήσιμο Συνοδινό, και με τη συμβολή του βοηθού του, Λευτέρη Πριναράκη, αυτή τη στιγμή έχουμε τακτοποιήσει με αξιοθαύμαστο τρόπο το αρχείο και τη βιβλιοθήκη μας».

«Όταν πρωτοείδα το αρχείο, τρόμαξα», ομολογεί με τη σειρά του ο αρχειονόμος Ελευθέριος-Βενιζέλος Πριναράκης, ο δεύτερος συνομιλητής μου εκείνο το απόγευμα στην Οικία Κατακουζηνού – το σπίτι-μουσείο που με τόσο κόπο ανέστησε η Σοφία Ε. Πελοποννησίου και με τόση φροντίδα προστατεύει το Δ.Σ. του Ιδρύματος, στον αριθμό 4 της Λεωφόρου Αμαλίας, απέναντι από τη Βουλή. «Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κάτι και δεν ήξερα από πού ν’ αρχίσω. Ανοίξαμε ό,τι ντουλάπι υπήρχε και ψάξαμε όλα τα ράφια με βιβλία στο σπίτι, ξεχωρίσαμε τα βιβλία, τα βάλαμε σε κουτιά, τα καταγράψαμε: ιατρικά, επιστημονικά, καλλιτεχνικά, λογοτεχνικά.

»Μετά ανοίγαμε κούτες και βρίσκαμε χαρτιά που καμία σχέση δεν είχαν μεταξύ τους: αλλού αλληλογραφία, αλλού σημειώσεις, διαβατήρια, ταυτότητες, επιστημονικά έγγραφα, αποδεικτικά, χαρτιά από τον στρατό. Ακόμα κι ένα πιστοποιητικό που επέτρεπε στον Άγγελο να διαθέτει ραδιόφωνο κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Μια άδεια ποδηλάτου. Λογιστικές καταχωρίσεις για φάρμακα, που αποδείκνυαν ότι είχαν στο σπίτι τους δύο σκυλάκια κανίς… Η λογική της οργάνωσης του αρχείου ήταν να έχει αποδεικτική ισχύ, δηλαδή να τεκμηριώσουμε πως αυτά που λέγονται στο βιβλίο δεν είναι κάτι που η Λητώ Κατακουζηνού φαντάστηκε ή έπλασε ως εικόνα του Βαλή (όπως αποκαλούσε τον Άγγελο) την οποία ήθελε να παρουσιάσει. Στην αρχή, λοιπόν, προσπαθήσαμε να χωρίσουμε τα επιστημονικά κομμάτια του αρχείου από εκείνα που είχαν σχέση με την οικογένεια –μια οικογένεια με πολύ μεγάλη ιστορία–, τη σχέση με τα αδέρφια, τη μητέρα του, τις σπουδές του στο εξωτερικό, τους φίλους του εδώ. Μετά καταπιαστήκαμε με το Μητρώο Ασθενών».

Το Μητρώο Ασθενών: 1937-1980

«Αν τα βιβλία με τις χειρόγραφες αφιερώσεις που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη της οικείας αποδεικνύουν τη σχέση που είχαν οι Κατακουζηνοί με το λογοτεχνικό κόσμο της εποχής, το εντυπωσιακό Μητρώο Ασθενών αποδεικνύει τη σχέση που είχε ο Άγγελος με όλο τον κόσμο τότε, ως γιατρός στην Παμμακάριστο και στον Ευαγγελισμό», τονίζει ο Λευτέρης Πριναράκης. «Εντός του υπάρχουν πάρα πολλές ευχαριστήριες επιστολές από ασθενείς. Αν σας πω τα ονόματα που έχουμε δει, ο κίτρινος τύπος θα έκανε πάρτι. Αλλά φυσικά δεν γίνεται: ο ίδιος ο Κατακουζηνός προστάτευε με νύχια και με δόντια το ιατρικό απόρρητο».

«Το αρχείο είναι φοβερά αναλυτικό. Ως νευρολόγος ψυχίατρος, ο Κατακουζηνός κατέγραφε ποια ημερομηνία επισκέφθηκε ο ασθενής το ιατρείο, τι εξετάσεις του ζήτησε να κάνει, την πίεσή του, τα φάρμακα... Τα έγραφε όλα, όχι επιλεκτικά και όχι μόνο τα της δικής του εξειδίκευσης. Ζητούσε εξετάσεις αίματος, ακτινογραφίες θώρακος, αξονικές εγκεφάλου, μαγνητικές τομογραφίες. Πολλές φορές είχαμε αποτελέσματα εξετάσεων και ψάχναμε να βρούμε ένα κομμάτι αλληλογραφίας που συνέδεε τον ασθενή με τις εξετάσεις αυτές».

«Μας έκανε επίσης εντύπωση ότι από πάρα πολλούς ασθενείς του δεν λάμβανε καμία αμοιβή, τους περιέθαλπε εντελώς δωρεάν, παρόλο που τα οικονομικά και προσωπικά του στοιχεία ήταν πολύ ταπεινά». Δεν έπαιρνε χρήματα από τους φίλους του, δεν έπαιρνε χρήματα από ανθρώπους φτωχούς, ούτε από όσους είχαν καταγωγή από τη Λέσβο. «Το ξέρουμε γιατί έχει κρατήσει και καταγράψει τα πάντα στα λογιστικά του: τι αγόραζε και από πού, από φρούτα και λαϊκή μέχρι τα χρήματα που ξόδευε σε ταξί».


Ρωτάω τον Λευτέρη Πριναράκη αν υπήρξε κάτι πιο συγκεκριμένο στο Μητρώο Ασθενών που να τον εξέπληξε.

«Ναι. Η αλληλογραφία με τους ασθενείς του έχει φοβερό κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Το να στέλνεις ένα γράμμα τη δεκαετία του ’60 και να εκμυστηρεύεσαι σε έναν άλλο άνθρωπο –σε έναν επιστήμονα, και δη άντρα– ότι “αγαπώ μια άλλη γυναίκα”, είναι συγκλονιστική μαρτυρία: η γυναίκα αυτή γράφει στον Κατακουζηνό με τρόπο που δείχνει πως η ίδια θεωρεί ότι κάνει κάτι κακό, ότι έχει κάποια ασθένεια. Δυστυχώς δεν έχουμε την απαντητική επιστολή του, αλλά ξέρουμε από μαρτυρίες φίλων ότι ήταν από τους λίγους ιατρούς τη δεκαετία του ’50, του ’60, του ’70 στους οποίους έρχονταν ασθενείς και του ανέφεραν τη σεξουαλική τους κατεύθυνση κι εκείνος δεν τους αντιμετώπιζε σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής, δηλαδή λέγοντάς τους πως υπάρχει μόνο το αρσενικό και το θηλυκό και οι αντίστοιχοι ρόλοι.

»Αντιθέτως, τους συμπεριφερόταν με φοβερή ευγένεια και ανοιχτότητα, προσπαθώντας να τους βοηθήσει να μην υποφέρουν οι ίδιοι από τις ιδέες που είχε φυτέψει μέσα τους η κοινωνία. Ο Κατακουζηνός ακουμπούσε τη ρίζα του προβλήματος και προσπαθούσε να δώσει μια ανθρώπινη λύση στον πόνο των ανθρώπων».

Συμπληρώνει η Σοφία Ε. Πελοποννησίου: «Το ζεύγος ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Ο Ταχτσής, ας πούμε, τους είχε γράψει “ευτυχώς που σας γνώρισα και μπορώ να πω τη λέξη ‘σ’ αγαπώ’”. Ο Κατακουζηνός είχε σώσει και τον Ταχτσή και τον Τσαρούχη από πολύ δύσκολές καταστάσεις, και ως φίλος και ως γιατρός».

Η αλληλογραφία

«Με την αλληλογραφία Γκίκα-Κατακουζηνού πρέπει κάποια στιγμή ν’ ασχοληθεί κάποιος εμπεριστατωμένα», μου λέει η Σοφία, όταν τη ρωτώ για άλλα κομμάτια του αρχείου. «Όχι μόνο γιατί είναι η ιστορία της χώρας, αλλά και γιατί είναι ένα θαυμάσιο δείγμα ανδρικής φιλίας».

Οι δύο άνδρες αλληλογραφούσαν για τα πάντα, όπως μαθαίνω. Για τα σπουδαία αλλά και για τα απλά και καθημερινά: από την πολιτική κατάσταση στη χώρα και για θέματα τέχνης, μέχρι για το τι μαχαιροπίρουνα και πιάτα παρήγγελναν οι Κατακουζηνοί στον Γκίκα, που ζούσε στην Αγγλία με τη γυναίκα του Μπάρμπαρα Ρότσιλντ.

«Από την αλληλογραφία τους αποδεικνύεται πως όλοι ήταν υποστηρικτές του Γεωργίου Μαύρου κι ότι κατά καιρούς πολλοί πολιτικοί τούς είχαν απογοητεύσει», λέει η Σοφία Ε. Πελοποννησίου.

«Υπάρχουν και αστεία στοιχεία στην αλληλογραφία τους: Κάποια στιγμή ο Γκίκας βρέθηκε σε διαμάχη με τον γείτονά του στην Ύδρα, ο οποίος πήγαινε καθημερινά και πέταγε τα σκουπίδια του στη σκάλα του σπιτιού του. Και μια μέρα ο Γκίκας τσαντίστηκε τόσο πολύ, που βγήκε με το ξίφος κι άρχισε να τον κυνηγάει. Γράφει στον Άγγελο: Ε και τι να κάνω κι εγώ δηλαδή; Μια μου πετούσε τα σκουπίδια, μια κάτι άλλο, πήρα κι εγώ το ξίφος και τον κυνήγαγα. Είναι αυτός λόγος να μου κάνει μήνυση; Και θυμάμαι εδώ πάντα αυτό που γράφει η Λητώ στο βιβλίο της, πως τα χρόνια που ήταν φοιτητές και φίλοι στο Παρίσι ο Γκίκας και ο Κατακουζηνός, ο Γκίκας κυκλοφορούσε με μουστάκι, μονόκλ, ασημένιο μπαστούνι κι αν κάποιος τον ενοχλούσε, τον καλούσε σε μονομαχία», συμπληρώνει χαμογελώντας.

Ο ίδιος ο Άγγελος Κατακουζηνός έγραφε το 1977 στο περιοδικό Τρίτο Μάτι για εκείνα τα χρόνια στο Παρίσι: […] παίζαμε πόκερ [εγώ και ο Χατζηκυριάκος] με τον Βάρναλη και τον Ουράνη, που συμπλήρωναν το συνηθισμένο «καρρέ». Ο Βάρναλης είχε πάντα οικονομικές στεναχώριες. Ο Ουράνης, δημοσιογράφος, ανταποκριτής τότε του Έθνους, κι εγώ, φοιτητάκος, είχαμε περιορισμένα κι εμείς οικονομικά μέσα. Αλλά ο Χατζηκυριάκος είχε –σπάνιο για φοιτητή εκείνη την εποχή– κατάθεση στην τράπεζα. Λοιπόν, έπρεπε από αυτό το πόκερ ο Βάρναλης «να βγάλει κάτι». Τύχαινε όμως ο Χατζηκυριάκος να έχει καλό χαρτί και να κερδίζει. Και ο Βάρναλης, αντί να τα βάζει μ’ εκείνον, τα έβαζε με μένα και μου έλεγε: «Κατάλαβες, φίλε μου; Εδώ πέρα πενόμεθα και το χαρτί πάει στον αριστοκράτη».

«Είναι τόσο πλούσια τα στοιχεία που έχουμε από την αλληλογραφία του Άγγελου, για τόσα πολλά και διαφορετικά θέματα, με όλους όσους αλληλογραφεί, και τόσο απρόσμενα σύμφωνα με αυτά που ίσως περιμένεις να ασχολείται ένας νευρολόγος-ψυχίατρος, που αναρωτιέσαι αν σήμερα οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για παρόμοια θέματα. Για παράδειγμα, έχουμε αλληλογραφία με την οποία ο Κατακουζηνός ζητάει από τον Σεφέρη και άλλους να του στείλουν ό,τι βιβλίο έχουν για τους θεοσοφιστές κι έχουμε στο αρχείο μας και κάποιες σελίδες από ένα βιβλίο που του στέλνει τελικά ο Σεφέρης. Ο Κατακουζηνός φαίνεται ότι ήθελε να γράψει κάτι γι’ αυτούς, αν και δεν βρήκαμε ποτέ αυτή τη μελέτη. Σκεφτείτε όμως: ο Κατακουζηνός ήταν γιατρός, έκανε εγχειρίσεις εγκεφάλου, πήγαινε ταξίδια, δίδασκε στη Σορβόννη και ήθελε να γράψει και μια μελέτη για τους θεοσοφιστές! Πότε τα προλάβαιναν αυτοί οι άνθρωποι; Πού έβρισκαν τόση ενέργεια; Βρισκόντουσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν, γελούσαν. Έμπαινε στο σπίτι ο Βενέζης και τραγουδούσε το “Νερατζούλα φουντωτή”, χωρίς κανένα τουπέ! Καμία μιζέρια. Ζούσαν την κάθε ώρα και στιγμή με αλήθεια και πάθος. Κάθε στιγμή είχε αξία γι’ αυτούς!»

Ο Λευτέρης Πριναράκης κουνάει το κεφάλι καταφατικά και συμπληρώνει με έμφαση: «Μέσα από την επαφή μου με το αρχείο Κατακουζηνού, μέσα από τα βιβλία που είδα και κατέγραψα, κατάλαβα ότι οι άνθρωποι αυτοί αναγνώριζαν αξία στη ζωή των άλλων ανθρώπων: ούτε στα χρήματα, ούτε στα σπίτια, ούτε στα αυτοκίνητα – τα υλικά δηλαδή αγαθά. Δίνανε σημασία στην εμπιστοσύνη. Στην κατανόηση. Στην ανθρώπινη αγάπη. Και το μάθημα που πήρα εγώ μέσα από αυτή μου την εργασία είναι να μάθουν οι άνθρωποι να ζουν ως άνθρωποι, να εμπιστεύονται τους ανθρώπους: δεν είμαστε όλοι κακοί ή με κακόβουλες προθέσεις».

Τα μάθατε όλα αυτά μέσα από ένα αρχείο; ρωτώ εντυπωσιασμένη.

«Ναι. Μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που εμπιστεύτηκαν όχι μόνο τον γιατρό Άγγελο Κατακουζηνό,  αλλά τον άνθρωπο Άγγελο Κατακουζηνό. Συγκινούμαι πολλές φορές όταν το λέω: το πόσο παλέψαμε να πάρουμε χαρτιά και τεκμήρια, που φαινομενικά δεν συνδέονταν μεταξύ τους, και να βγάλουμε νόημα απ’ όλα αυτά. Και το νόημα να είναι ότι πρέπει να είμαστε δοτικοί και να μάθουμε να εμπιστευόμαστε περισσότερο τους ανθρώπους... Το να πάρεις ένα αρχείο και να το βάλεις στη σειρά, να νιώσεις αυτό που ένιωσε ο άνθρωπος που τήρησε αυτό το αρχείο, είναι μια νίκη για εμάς. Σας το λέω και ανατριχιάζω. Γι’ αυτό θέλω να το μεταφέρω στους ανθρώπους που θα έρθουν να το δουν. Τα τεκμήρια σου μεταφέρουν ένα τόσο ουσιώδες νόημα: να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους και, κυρίως, να τους ακούς. Οι άνθρωποι αυτοί άκουγαν ο ένας τις ανάγκες του άλλου. Και βοηθούσαν ο ένας στις ανάγκες του άλλου. Υποστήριζαν ο ένας τον άλλο, δεν τον έκριναν. Δεν έλεγαν εγώ είμαι συγγραφέας, εγώ είμαι γιατρός, εγώ είμαι καλύτερος από σένα».

«Όσες αντιπαλότητες κι αν είχαν στη γενιά του Κατακουζηνού», συμπληρώνει η Σοφία, «από το αρχείο παίρνεις την αίσθηση πως δρούσαν πολλές φορές σαν ομάδα, που είχε έναν κοινό στόχο και πάλευε για την επίτευξή του: έβγαινε π.χ. το βιβλίο του Τερζάκη στα αγγλικά; Θα έκαναν πάρτι. Κυκλοφορούσε το “Greek Heritage” σε επιμέλεια Κίμων Φράιερ; Η δεξίωση θα γινόταν στους Κατακουζηνούς. Γιόρταζαν το κάθε τι. Αν δεν είχε συμβεί η χούντα, αυτοί οι άνθρωποι θα είχαν οδηγήσει τη χώρα σε κάτι πολύ σπουδαίο. Ήρθε η χούντα και τους εξόντωσε… έφυγαν όλοι, ο ένας μετά τον άλλο, πικραμένοι. Θυμίζω πως αυτή η γενιά έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή, δύο Παγκοσμίους Πολέμους και εμφύλιο, και πάλι δεν το έβαλαν κάτω. Δημιούργησαν όλα αυτά που ακόμα δεν ξεπεράστηκαν από τις επόμενες γενιές. Κι όμως, είναι τόσο πρόδηλη η απογοήτευσή τους με τη μεταπολίτευση, που θυμίζει και την απογοήτευσή τους μετά την Κατοχή. Έβλεπαν γύρω τους ανθρώπους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή ή με τον δικτάτορα, ας πούμε, να ξαναβρίσκονται στα πράγματα».

Οι Κατακουζηνοί και η Αντίσταση

Στην πιο πρόσφατη έκδοση του Ιδρύματος, «Βιβλία με Χειρόγραφες Αφιερώσεις στη Βιβλιοθήκη του Ζεύγους Κατακουζηνού», βρίσκουμε και μια φωτογραφία της Λητώς στο σκοπευτήριο της Καισαριανής, τις πρώτες ημέρες απελευθέρωσης της Αθήνας τον Οκτώβριο του 1944, μεταξύ στελεχών αντιστασιακών οργανώσεων που τιμούν τους εκτελεσμένους της Κατοχής. Κρατάει ένα πλακάτ που γράφει «Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω το ΕΛΑΣ, Δημοκρατικό Κόμμα Ελλάδος».

Πώς ακριβώς συνδέεται ένα ζευγάρι αστών με την αριστερή αντίσταση;

«Οι Κατακουζηνοί ήταν μέλη της αντίστασης», λέει η Σοφία. «Ο Άγγελος Κατακουζηνός είχε μάλιστα σχέση με τη γαλλική αντίσταση, εξού και η φιλία του με τον [αντιστασιακό, τον πρώτο πρέσβη της Γαλλίας στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο] Ζαν Μπελέν (Jean Baelen). Ο Μπελέν βοήθησε να βρεθούν τα λεφτά για να χρηματοδοτηθεί η αποστολή των Ελλήνων φοιτητών με το περίφημο “Ματαρόα” στο Παρίσι, και για να σπουδάσουν με υποτροφία στη Γαλλία. Ξέρουμε επίσης πως στα χρόνια του πολέμου συναντιόντουσαν τα βράδια στο προηγούμενό τους σπίτι, στην οδό Πινδάρου, μια ομάδα γιατρών, με επικεφαλής τον Κατακουζηνό, κι έκαναν σχέδια για το πώς θα υπάρξει στο μέλλον ένα δημόσιο Ε.Σ.Υ.

»Έκανε πολλά πράγματα καθ’ όλη τη σκοτεινή εκείνη περίοδο ο Κατακουζηνός, με κίνδυνο της ζωής του, από το να δημιουργήσει μέσα στην Κατοχή ιατρικό σύλλογο (έχουμε βρει το υδατόσημο που δημιούργησαν, το αρχείο) μέχρι το να αναμειχθεί στο σχέδιο διαφυγής του Μιχάλη Ακύλα, που δυστυχώς απέτυχε. Έχουμε επίσης στο αρχείο το χαρτάκι από το ημερολόγιο της 9ης Μαΐου του 1944, όπου ο Κατακουζηνός γράφει δίπλα σε έναν σταυρό: “Τάκης. Εκτελέστηκε στην Πάτρα”. Ήταν η μέρα που οι Γερμανοί κρέμασαν στην Πάτρα τον αγαπημένο του φίλο Τάκη Πετρίδη, στέλεχος της πολιτικής επιτροπής της Κυβέρνησης του Βουνού, μαζί με τον Χωμενίδη και τους υπόλοιπους».

«Κι όταν σκότωσαν οι Γερμανοί τους διακόσιους στην Καισαριανή, η Κατακουζηνού φόρεσε μαύρα και κατέβηκε και διαμαρτυρήθηκε –κι ενώ οι άλλοι της έλεγαν “Μα τι σας νοιάζει; Αυτοί ήταν κομμουνιστές!”, εκείνη απαντούσε: “Αυτοί ήταν Έλληνες!”Έτσι, στην επόμενη διαμαρτυρία, στο σκοπευτήριο στην Καισαριανή, δεν δίστασε να κρατήσει μια ταμπέλα που έγραφε “ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΑΜ” – αυτή είναι η φωτογραφία στην οποία αναφέρεστε. Έχουμε ολόκληρη σειρά από φωτογραφίες από το ΕΑΜ και την Κατοχή στο αρχείο. Ίσως το πιο συγκλονιστικό απ’ όλα είναι ένα χειρόγραφο σημείωμα που βρήκαμε και μαρτυρεί για τον Άγγελο πως “κατά την απελευθέρωσιν συμμετείχε εις τας κομμουνιστικάς διαδηλώσεις και εθεάθη να βαστάει εις χείρας το λάβαρον με τα εμβλήματα ΕΑΜ, ΚΚΕ, ΕΛΑΣ”».

Οι χειρόγραφες αφιερώσεις

Διάσπαρτα μέσα στο σπίτι των Κατακουζηνών, οι φίλοι της Οικίας –το Δ.Σ. του Ιδρύματος– εντόπισαν δεκάδες βιβλία με ιδιόχειρες αφιερώσεις των συγγραφέων τους προς τον Άγγελο και τη Λητώ. Ηλίας Βενέζης, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μένης Κουμανταρέας, Οδυσσέας Ελύτης, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Κώστας Βάρναλης, Τάκης Παπατσώνης, Άγγελος Σικελιανός, Γιώργος Θεοτοκάς, Πέτρος Χάρης, Αλέκος Φασιανός, Παντελής Πρεβελάκης, Γιώργος Σεφέρης, Μυρτιώτισσα, Άγγελος Τερζάκης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ροζέ Μιλιέξ, Αλμπέρ Καμύ, Γκορ Βιντάλ, Χάμπερτ Χάμφρι, Ευγένιος Ιονέσκο: αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους ανθρώπους που χάρισαν στο ζεύγος Κατακουζηνού βιβλία τους γεμάτα ευχές και λόγια φιλίας – ενίοτε κι αγάπης. «Στους φίλους Άγγελο και Λητώ, απ’ τους τόσο πια σπάνιας ευγένειας πνευματικούς ανθρώπους, με τις θερμότερες ευχές μου για το 1981» έγραφε ο Κώστας Ταχτσής στην αφιέρωση που τους είχε κάνει στο εσώφυλλο του «Kαφενείου το “Βυζάντιο”».

Τα εξώφυλλα και οι σελίδες με τις αφιερώσεις των βιβλίων αυτών σκαναρίστηκαν, ψηφιοποιήθηκαν και οργανώθηκαν σε μία συγκινητική ψηφιακή έκδοση στην οποία το Ίδρυμα προσφέρει δωρεάν πρόσβαση.

«Αυτό το βιβλίο, όπως και όλα τα βιβλία του Ιδρύματος, έγινε σε συνεργασία με τον Δημήτρη Χατζημαρινάκη», τονίζει η Σοφία Ε. Πελοποννησίου, «έναν άνθρωπο γεμάτο μεράκι, που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στα βιβλία. Εργαζόταν για χρόνια στο ιστορικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας. Η συμβολή του στα βιβλία μας είναι πολύτιμη και μοναδική: είναι ο σχεδιαστής, ο γραφίστας, ο άνθρωπος που έστησε όλες μας τις εκδόσεις και ήταν δίπλα μου όταν πρωτοστήσαμε την Οικία Κατακουζηνού το 2008».

Στην έκδοση «Βιβλία με Χειρόγραφες Αφιερώσεις στη Βιβλιοθήκη του Ζεύγους Κατακουζηνού» ο Χατζημαρινάκης δεν έχει στήσει απλώς μια σειρά από εξώφυλλα και αφιερώσεις, μα έναν ολόκληρο κόσμο: έγγραφα, επιστολές, σημειώματα, ημερολογιακές καταγραφές, ευχετήριες κι επισκεπτήριες κάρτες και φωτογραφικό υλικό από το αρχείο που επιμελήθηκαν ο Ζήσιμος Χ. Συνοδινός και ο Λευτέρης Πριναράκης. Όλα αυτά πλαισιώνουν τις ιδιόχειρες αφιερώσεις, αναβιώνοντας το ζωντανότατο δίκτυο των φίλων και των γνωστών του Άγγελου και της Λητώς: «Είσαι ο ΕΛΛΗΝΑΣ όπως τον φανταζόμουν στα δεκαεφτά μου χρόνια στο Αλγέρι, τότε που ονειρευόμουν να επισκεφθώ την Ελλάδα, ο τέλειος συγκερασμός Ιπποκράτη και Σωκράτη», γράφει ο Καμύ στον Άγγελο Κατακουζηνό.

Οι εχθροί

Μα καλά, εχθρούς και κόντρες δεν είχε ο Άγγελος Κατακουζηνός; αναρωτιέμαι μετά από όλα αυτά τα εγκωμιαστικά τεκμήρια από το αρχείο του.

Φυσικά. Παρότι είχε εκπληκτικό ερευνητικό έργο στη νευρολογία στη Γαλλία, οι εδώ κλίκες της Ιατρικής Σχολής απέρριψαν την αίτησή του να γίνει καθηγητής στην Ιατρική Αθηνών, με τη δικαιολογία ότι από την αίτησή του έλειπε το φωτογραφικό υλικό και ότι ήταν τόσο καλός ομιλητής που θα μπορούσε, θεωρητικά, να παρασύρει τους φοιτητές σε λάθος κατεύθυνση...  

«Την εργασία του που κατέθεσε –πλήρως τεκμηριωμένη και με φωτογραφικό υλικό– για να γίνει καθηγητής στην Ιατρική Σχολή των Αθηνών τη βρήκαμε στο αρχείο του. Ο Κατακουζηνός κατέθεσε μήνυση για τα ψέματα που οδήγησαν στην απόρριψή του και στη δίκη που ακολούθησε (την οποία κέρδισε) ο καθηγητής που τον απέρριψε ισχυριζόμενος απουσία φωτογραφιών, δήλωσε “α, δεν τις είχα δει. Αλλά τώρα ψήφισα και δεν μπορώ ν’ αλλάξω την ψήφο μου”», μου εξηγεί η Σοφία Ε. Πελοποννησίου μ’ ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Δύο χρόνια αργότερα, ο Κατακουζηνός θα γίνει καθηγητής Ιατρικής στη Σορβόννη: η καλύτερη απάντηση στους εχθρούς του στην Αθήνα.

«Τα ίδια του έκαναν και αργότερα», λέει η Σοφία, όταν του είπαν να καταθέσει τα χαρτιά του για να γίνει ακαδημαϊκός και την τελευταία στιγμή οι ίδιοι οι συνάδελφοί του, οι γιατροί, δεν τον πρότειναν, ξέροντας πως αν το όνομά του ετίθετο σε ψηφοφορία, οι ακαδημαϊκοί φίλοι του, καλλιτέχνες –ο Γκίκας, ο Βενέζης– θα τον ψήφιζαν».

«Στο αρχείο βλέπουμε κι άλλα πράγματα: υπάρχει ένα γράμμα στο οποίο ο αποστολέας του γράφει περίπου το εξής: “πώς εσύ, ένας σοβαρός επιστήμονας, είσαι παντρεμένος με τη Λητώ, που χορεύει, που διασκεδάζει…” Βλέπετε, η Λητώ φορούσε όλα αυτά τα εξεζητημένα ενδύματα που της έφτιαχνε ο Τσαρούχης και κέρδιζε όλα τα μπαλ ντε τετ και βρίσκονταν διάφοροι κακόβουλοι τριγύρω του που του έστελναν γράμματα προσπαθώντας να θίξουν τη γυναίκα του».

«Ή υπήρχαν άνθρωποι που του έβαζαν επί τούτου τρικλοποδιές. Βρισκόταν στη Γαλλία, ας πούμε, κι έκανε εγχειρήσεις εγκεφάλου και τον πείθει ο Κατσίμπαλης και ο αδερφός του, Ιωάννης Κατακουζηνός, να επιστρέψει στην Αθήνα και να εργαστεί δίπλα στον Πατρίκιο στον Ευαγγελισμό, που ήταν από τους σημαντικότερους γιατρούς – να εξελιχθεί δίπλα του. Έρχεται, λοιπόν, και, μέσα στον πόλεμο, σώζει ασθενείς κάνοντας ειδική μελέτη για τα κρυοπαγήματα [την οποία, παρεμπιπτόντως, ο κατοχικός υπουργός Μανιαδάκης απαιτούσε να αλλάξει, γιατί ο Κατακουζηνός, μετά από έρευνα, εισηγούνταν ότι οι φαντάροι δεν πρέπει να καπνίζουν – και αφού ο Άγγελος αρνήθηκε, έσβησε ο ίδιος ο Μανιαδάκης το επίμαχο σημείο: το έχουμε ακόμα κι αυτό στο αρχείο].

» Όταν όμως έρχεται η ώρα να διαδεχθεί τον Πατρίκιο στη θέση του στο νοσοκομείο, αυτό δεν έγινε. Είχε έναν πολύ συγκεκριμένο εχθρό ο Άγγελος –του οποίου το όνομα ξέρω αλλά δεν θα το πω. Ήταν Γερμανόφιλος, ενώ ο Κατακουζηνός ήταν Γαλλόφιλος. Ο συγκεκριμένος του πήγαινε συνεχώς κόντρα, μια ολόκληρη ζωή».

«Αν κρίνουμε, πάντως, από τα δημοσιεύματα της εποχής, τα οποία μπορεί να ανατρέξει πολύ εύκολα, καθώς και από τα γράμματα, τα τηλεγραφήματα και τις κάρτες που έλαβε η Λητώ όταν ανακοινώθηκε ότι ο Άγγελος έφυγε από τη ζωή, συμπεραίνουμε ότι ο Κατακουζηνός ήταν ένας άνθρωπος πολύ αγαπητός», συμπληρώνει ο αρχειονόμος Λευτέρης Πριναράκης.

«Από την αρχή της καριέρας του μέχρι το τέλος της ζωής του, λάμβανε μεγάλη αγάπη από τον κόσμο, και μάλιστα χωρίς να την επιδιώκει. Είναι πολύ λίγα όσα “άσχημα” μπορεί να γράφτηκαν για τον Κατακουζηνό, σε σχέση με αυτά που επαινούν το έργο του, θέλω να πω. Μέσα από το αρχείο, εγώ βλέπω τον Άγγελο Κατακουζηνό σαν εμβληματική προσωπικότητα».

Και οι φίλοι. Και η αγάπη.

«Όλα αυτά που έχουν βρεθεί στο αρχείο μάς θυμίζουν πόσο σημαντικοί είναι οι φίλοι», συλλογίζεται η Σοφία Ε. Πελοποννησίου, λίγο ως σύνοψη της τόσων χρόνων πορείας της μέσα στη ζωή και το σπίτι του Άγγελου και της Λητώς. «Το τι είσαι έχει να κάνει και με τους φίλους που έχεις: ποιους αγαπάς και ποιοι σε αγαπούν. Η Λητώ δεν είχε τόσους φίλους όσους ο Άγγελος· ήταν μούσα, ήταν πολύ αγαπητή, ήταν μέσα σε όλα, αλλά οι φίλοι της ήταν, βασικά, φίλοι του Κατακουζηνού. Η αλληλογραφία της είναι με τους φίλους του Κατακουζηνού. Κοινωνικές σχέσεις είχε πάρα πολλές, αλλά αυτό το επίπεδο φιλίας που συναντάς στις επιστολές του Κατακουζηνού με τον Γκίκα, τον Κατσίμπαλη, τον Τεριάντ, δεν το είχε. Είναι λες και αφιέρωσε όλη της τη ζωή σ’ εκείνον. Και βρίσκω πολύ συγκινητικό πως άρχισε στα 75 της χρόνια να γράφει ένα βιβλίο για εκείνον και τη ζωή τους, για να του το κάνει δώρο για τα πενήντα χρόνια γάμου τους. Και πως μετά τον θάνατό του άφησε την Οικία Κατακουζηνού με όλα τα υπάρχοντα, για να μείνει έντονη η θύμηση αυτού του ανθρώπου. Ήταν λες και δημιούργησε για μένα και μου παρέδωσε ένα παμουκικό “Μουσείο της Αθωότητας”, που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία: την ιστορία του γάμου της. Άφησε πίσω ένα σπίτι-μουσείο, απόδειξη της ιστορίας τους!»

«Αν διαβάσει κανείς το βιβλίο της Λητώς, θα καταλάβει πως οι άνθρωποι αυτοί προσπαθούσαν ν’ αλλάξουν αυτόν τον τόπο», συμπληρώνει ο Λευτέρης Πριναράκης. «Ζούσαν τη ζωή τους μέσα στην εξέλιξη της εποχής τους και της κοινωνίας τους, αλλά δεν ξεχνούσαν τα βασικά που πρέπει να έχει ένας άνθρωπος μέσα του: τον σεβασμό στους άλλους ανθρώπους, στα ζώα, στο περιβάλλον. Εγώ αυτά σας τα λέω χωρίς να τους έχω γνωρίσει: είναι μόνο ό,τι προκύπτει από το αρχείο και τα βιβλία τους».

«Θα καταλάβει όμως και γιατί η χώρα μας έχει υποφέρει μέχρι σήμερα», λέει η Σοφία Ε. Πελοποννησίου. «Γιατί η επαφή με το αρχείο είναι σαν να σε συμβουλεύει: ζήσε! ζήσε! ζήσε!» Ποιος έχει το πάθος να τα λέει αυτά σήμερα;