More in Culture

Νίτσε, Υπεράνθρωπος και οι ελληνικές μυθολογικές οντότητες, Προμηθεύς και Διόνυσος

Ο Νίτσε δεν μάχεται τους θεούς, τους καθιστά περιττούς

Κωστής Καζαμιάκης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Νίτσε: Είναι ο άνθρωπος ένα λάθος του Θεού ή ο Θεός είναι ένα λάθος του ανθρώπου;

Ανάχαρσις: Πολέμιον ανθρώποις αυτοί εαυτοίς.
Σοφοκλής, «Αντιγόνη»: Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει.
Ecce homo. Ίδε ο άνθρωπος. Κατά Ιωάννην. ιθ’ 6.

Νίκος Καζαντζάκης: Ε κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακουνήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις, το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά.

Νίκος Καζαντζάκης: Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει.

Η περίφημη νιτσεϊκή ρήση «Ότι δεν με σκοτώνει, με κάνει πιο ισχυρό» δεν εκφράζει μια απλή ηθική αντοχής, αλλά μια ριζική φιλοσοφία δημιουργικής μεταμόρφωσης. Ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε δεν είναι νομοθέτης με την παραδοσιακή έννοια, ούτε επαναστάτης απέναντι σε μια ανώτερη εξουσία. Δεν μάχεται τους θεούς, τους καθιστά περιττούς. Δεν ζητά δικαίωση, ούτε λύτρωση. Ο πόνος δεν εξαγνίζει ούτε νομιμοποιεί αλλά αποτελεί πρώτη ύλη για δημιουργία. Ο Υπεράνθρωπος δεν σώζει, δεν καθοδηγεί και δεν εκπροσωπεί τους ανθρώπους. Δεν είναι φιλάνθρωπος, αλλά αποτελεί παράδειγμα. Δεν είναι πρόσωπο, αλλά διαδικασία. Μια αδιάκοπη υπέρβαση, μια αιώνια αυτο-δημιουργία. Σ` αυτήν τη φιλοσοφική προοπτική η ελληνική μυθολογία προσφέρει μορφές που μπορούν να διαβαστούν ως προδρομικά ή αποτυχημένα πρότυπα του Υπερανθρώπου.

Ο Προμηθέας, ακόμη και στην πιο νιτσεϊκή ανάγνωσή του, παραμένει δεμένος με αυτό που πολεμά. Η πράξη του έχει σαφή ηθική αποστολή. Κλέβει τη φωτιά για να ωφελήσει τους θνητούς, να τους εκπολιτίσει και να τους αναβαθμίσει. Ο πόνος του έχει τραγική αξιοπρέπεια και λειτουργεί ως μαρτυρία δικαιοσύνης της πράξης του. Γι’ αυτό και «πληρώνει» αιώνια. Ο πόνος του έχει νόημα, δικαιολογείται. Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα για τον Νίτσε. Ο Προμηθέας κουβαλά ενοχή, μαρτυρικό πόνο και ηθική δικαίωση. Αυτή η δομή τον φέρνει επικίνδυνα κοντά στον χριστιανικό μάρτυρα ή στον επαναστάτη που υποφέρει για το δίκαιο. Είναι ο ήρωας της άρνησης. Όπως συνοψίζει ο Νίτσε: «Αντιστέκομαι — άρα υπάρχω». Πρόκειται για μια ύπαρξη που ορίζεται αντιθετικά, μέσα από σύγκρουση.

Ο Νίτσε όμως αναζητά κάτι πιο ριζικό. Ένα πρότυπο χωρίς ενοχή, χωρίς λύτρωση, χωρίς τελικό νόημα. Αυτό το πρότυπο το εφευρίσκει στον Διόνυσο. Ο Διόνυσος δεν επαναστατεί απέναντι στον Δία, δεν μάχεται μια υπέρτερη αρχή, δεν ανατρέπει θεσμούς. Δεν υπάρχει «Δίας» γι’ αυτόν, ακόμη κι αν μυθολογικά παρουσιάζεται ως γιος του. Δεν χρειάζεται εχθρό για να καθοριστεί. Ο Διόνυσος λέει, κατά Νίτσε: «Χορεύω — άρα υπάρχω». Δεν αντιστέκεται· καταφάσκει. Δημιουργεί το θέατρο, την όρχηση, τη μέθη και τη διάλυση των ορίων, όχι ως διαφυγή, αλλά ως επιβεβαίωση της ζωής. Ο πόνος δεν εξαγνίζεται ούτε δικαιολογείται. Ο Διόνυσος διαμελίζεται και πεθαίνει, αλλά επιστρέφει όχι ως λύτρωση, παρά ως αιώνια επιστροφή του ίδιου.

Στο Ecce Homo ( Ίδε ο Άνθρωπος), ο Νίτσε συνοψίζει τη φιλοσοφική του θέση στο σχήμα: «Διόνυσος εναντίον του Εσταυρωμένου». Όχι Προμηθέας εναντίον Δία. Η αντιπαράθεση δεν είναι πολιτική ή ηθική, αλλά οντολογική. Από τη μία, ο πόνος με νόημα, από την άλλη, η τραγική κατάφαση της ζωής όπως είναι.

Ο Προμηθέας στηρίζει μια ηρωική άρνηση. Ο Υπεράνθρωπος ενσαρκώνει μια δημιουργική υπέρβαση. Ο Διόνυσος εκφράζει την πιο καθαρή μορφή τραγικής κατάφασης. Ο Νίτσε δεν αναζητά ήρωες που υποφέρουν για κάτι, ούτε επαναστάτες που δικαιώνονται. Αναζητά ανθρώπους και θεούς που αντέχουν να πουν ένα απόλυτο «ναι» στη ζωή, χωρίς ενοχή, χωρίς παρηγοριά, χωρίς υποσχέσεις.

Σημειώσεις

  • Ο Υπεράνθρωπος (Übermensch) παρουσιάζεται και αναπτύσσεται στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Εκεί είναι κεντρική έννοια. Ο Ζαρατούστρα μιλά για τον Υπεράνθρωπο ως τον στόχο της ανθρωπότητας, πέρα από τον «τελευταίο άνθρωπο», μετά τον «θάνατο του Θεού».
  • Το Ecce Homo ( Ίδε ο άνθρωπος) είναι αυτοβιογραφικό και ερμηνευτικό έργο, όπου ο Νίτσε κοιτάζει αναδρομικά τα βιβλία του και εξηγεί τι προσπάθησε να κάνει. Ανάμεσα σε άλλα, σχολιάζει και τον Ζαρατούστρα.