More in Culture

Στο Μουσείο Μπενάκη με ξεναγό τον Παύλο Γερουλάνο: 9.000 χρόνια ελληνικής ιστορίας

Μαθαίνοντας την Ελλάδα μέσα από τα αντικείμενά της
Έλενα Ντάκουλα
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μουσείο Μπενάκη: Εκεί όπου η ελληνική ιστορία γίνεται ζωντανή αφήγηση με ξεναγό τον δισέγγονο του Αντώνη Μπενάκη, Παύλο Γερουλάνο

Το Μουσείο Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού (Κουμπάρη 1, Κολωνάκι), στεγάζεται σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας, ένα αρχοντικό που κουβαλούσε τη δική του ιστορία ήδη πολύ πριν μετατραπεί σε μουσείο. Το κτίριο χτίστηκε γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια εποχή που η πόλη διαμορφωνόταν σταδιακά ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Αρχικά υπήρξε ιδιωτική κατοικία της εύπορης οικογένειας Π. Χαροκόπου και το 1910 περιήλθε στην ιδιοκτησία του ευπατρίδη Εμμανουήλ Μπενάκη (1843-1929), σημαντικού επιχειρηματία και πολιτικού της εποχής, ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί με την οικογένειά του μετά την επιστροφή του από την Αλεξάνδρεια.

Η ιστορία του Μουσείου Μπενάκη

Σε αυτό το σπίτι έζησε ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης (1873-1954), ο άνθρωπος που θα συνέδεε οριστικά το κτίριο με την έννοια του μουσείου. Τα συλλεκτικά του ενδιαφέροντα είχαν ήδη διαμορφωθεί από την περίοδο της ζωής του στην Αλεξάνδρεια, με πυρήνα τον ελληνικό πολιτισμό, ενώ μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, χάρη και στους στενούς οικογενειακούς δεσμούς του με διαπρεπείς ερευνητές της βυζαντινής, μεταβυζαντινής και λαϊκής τέχνης, τα διεύρυνε ώστε να καλύπτουν μεγάλα χρονικά φάσματα της ελληνικής καλλιτεχνικής παραγωγής.

Μετά τον θάνατο του Εμμανουήλ Μπενάκη, ο Αντώνης, μαζί με τις αδελφές του Πηνελόπη, Αλεξάνδρα και Αργίνη, αποφάσισε να δωρίσει το κτίριο και τις πολύτιμες συλλογές του στο ελληνικό κράτος με τον όρο το ένα τρίτο της διοικητικής επιτροπής του Μουσείου να αποτελείται από μέλη της οικογένειάς του. Ο όρος αυτός έδωσε στο Μουσείο Μπενάκη έναν ιδιότυπο και μοναδικό χαρακτήρα. Απέκτησε το κύρος ενός κρατικού μουσείου, αλλά ταυτόχρονα διατήρησε τη συνέχεια, την ευελιξία και το πνεύμα μιας ιδιωτικής συλλογής. Αυτός ακριβώς ο διττός χαρακτήρας είναι που καλλιέργησε την εμπιστοσύνη. Σταδιακά, συλλέκτες άρχισαν να δωρίζουν αντικείμενα στο Μουσείο, γνωρίζοντας ότι δεν θα χαθούν σε έναν απρόσωπο μηχανισμό, αλλά θα ενταχθούν σε μια ζωντανή αφήγηση. Σήμερα, περίπου το 60% των εκθεμάτων προέρχεται από την αρχική συλλογή του Αντώνη Μπενάκη και το υπόλοιπο 40% από δωρεές. Η μεγαλύτερη δωρεά που έγινε ποτέ ήταν ένα πολύ μεγάλο μέρος της Συλλογής Ευμορφόπουλου με αντικείμενα κινεζικής τέχνης.

Στις 22 Απριλίου 1931 το σπίτι άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο κοινό ως Μουσείο Μπενάκη, φιλοξενώντας την προσωπική συλλογή του ιδρυτή του. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το κτίριο γνώρισε διαδοχικές επεκτάσεις και μετατροπές, αρχικά υπό τον Αναστάσιο Μεταξά και αργότερα υπό τον Εμμανουήλ Βουρέκα, καθώς οι ανάγκες της κατοικίας συνυπήρχαν σταδιακά με τη διαμόρφωσή του σε μουσειακό χώρο. Η μεγάλη επέκταση που ξεκίνησε το 1989 και ολοκληρώθηκε το 1997 διπλασίασε τους εκθεσιακούς χώρους, οδηγώντας στην επαναλειτουργία του Μουσείου το 2000 με τη νέα έκθεση των Ελληνικών Συλλογών.

Η συνεχής αυτή διόγκωση των συλλογών σε συνδυασμό με την μεγάλη επισκεψιμότητα, οδήγησε αναπόφευκτα σε δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις. Ο προηγούμενος διευθυντής του Μουσείου, Άγγελος Δεληβοριάς, διέσπασε τη συλλογή σε τρεις ενότητες: η ελληνική συλλογή παρέμεινε στο κεντρικό κτίριο της Κουμπάρη, η ισλαμική τέχνη μεταφέρθηκε σε κτιριακό συγκρότημα του Κεραμεικού –δωρεά του Λάμπρου Ευταξία– και η κινεζική τέχνη παραμένει σε αναμονή κατάλληλης στέγης.

Σήμερα, το κεντρικό κτίριο της Κουμπάρη 1 φιλοξενεί τη μόνιμη έκθεση του Μουσείου Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού, η οποία ξεδιπλώνεται χρονολογικά και αφηγείται την ιστορία του ελληνικού κόσμου από την προϊστορία έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα από αντικείμενα καθημερινής ζωής, έργα τέχνης και τεκμήρια δημόσιου και ιδιωτικού βίου, η έκθεση συνθέτει ένα πυκνό ιστορικό πανόραμα, όπου η πολιτική ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός συνυπάρχουν και αλληλοφωτίζονται.

Η έκθεση δεν λειτουργεί απλώς ως παράθεση αντικειμένων, αλλά ως μια συνεκτική αφήγηση συνέχειας και μετασχηματισμών. Το ίδιο το κτίριο, άλλοτε οικογενειακή κατοικία και σήμερα ζωντανός μουσειακός οργανισμός, αποτελεί μέρος αυτής της αφήγησης, συνδέοντας τον ιδιωτικό χώρο με τη συλλογική μνήμη και μετατρέποντας την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού σε βιωμένη εμπειρία για τον επισκέπτη.

Ακριβώς αυτή η αίσθηση της συνέχειας αποτέλεσε και τον άξονα της ιδιαίτερης και πολύ ενδιαφέρουσας ξενάγησης που παρακολουθήσαμε, με ξεναγό τον πολιτικό Παύλο Γερουλάνο. Δεν επρόκειτο για μια απλή παρουσίαση των εκθεμάτων, αλλά για μια ουσιαστική ξενάγηση στην ίδια την ιστορία, με οδηγό επιλεγμένα αντικείμενα της μόνιμης έκθεσης. Κάθε στάση λειτουργούσε ως αφορμή για να ξετυλιχθεί μια ευρύτερη αφήγηση, μέσα από την οποία αποσαφηνίστηκαν πράγματα που συχνά μαθαίνουμε αποσπασματικά, χωρίς τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τη μεταξύ τους σύνδεση.

Παύλος Γερουλάνος: Ξενάγηση στην ελληνική ιστορία με οδηγό επιλεγμένα αντικείμενα της μόνιμης έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη 

Η ξενάγηση ξεκίνησε από τους προϊστορικούς χρόνους, εκεί όπου ο άνθρωπος μιλά αποκλειστικά μέσα από τα αντικείμενα που κατασκευάζει. Στα μικρά ειδώλια ή σκεύη από τα χωριά της Θεσσαλίας, απλά και λιτά στη μορφή τους, αποτυπώνεται όχι μόνο η ανάγκη για έκφραση, αλλά και η πρώτη απόπειρα κατανόησης του κόσμου και της ανθρώπινης παρουσίας μέσα σ’ αυτόν. Πρόκειται για αντικείμενα που προηγούνται της γραφής, αλλά λειτουργούν ήδη ως φορείς μνήμης.

Στην αρχαιότητα, η αφήγηση στάθηκε στην εξέλιξη της τεχνικής και της αισθητικής. Η αργυροχοΐα, μέσα από κοσμήματα και μικροτεχνήματα υψηλής δεξιοτεχνίας, ανέδειξε έναν κόσμο όπου η τέχνη συνδέεται με το κοινωνικό κύρος, το μέτρο και την αρμονία. Η δημιουργία παύει να είναι απλώς χρηστική και γίνεται φορέας αξιών.

Η ιστορία, όπως τη γνωρίζουμε, γεννιέται όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να καταγράφουν και να ερμηνεύουν τα γεγονότα τους, όχι ως μύθο αλλά ως εμπειρία. Η διαμόρφωση της δημοκρατίας στην Αθήνα παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα δοκιμών, συγκρούσεων και επιλογών, όχι ως αυτονόητο επίτευγμα. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση του Ηροδότου για τη Μάχη του Μαραθώνα, όταν οι δέκα στρατηγοί διχάστηκαν και η κρίσιμη ψήφος του Καλλίμαχου έλυσε το αδιέξοδο, καθώς ο Μιλτιάδης τον έπεισε να ταχθεί υπέρ της σύγκρουσης. Ο Καλλίμαχος, ο μόνος από τους στρατηγούς που έπεσε στη μάχη, γίνεται έτσι σύμβολο μιας δημοκρατίας, όπου η απόφαση είναι συλλογική και η ψήφος έχει βάρος. Από αυτή τη συνειδητοποίηση της ελευθερίας προκύπτει μια πρωτοφανής άνθηση στις τέχνες και τις επιστήμες, με το μέτρο να λειτουργεί ως σταθερή αξία· τα παραδείγματα αυτής της άνθησης είναι πολλά και αποτυπώνονται εύγλωττα στα εκθέματα εκείνης της περιόδου που συναντά ο επισκέπτης στις αντίστοιχες αίθουσες.

Η τέχνη ακολουθεί μια βαθιά ανθρώπινη πορεία: από το ιδανικό και το τέλειο, περνά στον ρεαλισμό και τελικά στην αποδοχή της ατέλειας. Ακόμη και σε περιόδους κρίσης και πολέμων, η δημιουργία δεν αναστέλλεται. Ο πολιτισμός δεν καταρρέει μαζί με τις εξουσίες, αλλά μετασχηματίζεται.

Καθώς η ξενάγηση προχωρούσε, γινόταν σαφές ότι η ιστορία δεν εξελίσσεται γραμμικά. Η ρωμαϊκή κατάκτηση της Ελλάδας δεν σηματοδοτεί το τέλος, αλλά μια νέα φάση διάχυσης του ελληνικού πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι κυριαρχούν στρατιωτικά, αλλά υιοθετούν πολιτισμικά τον ελληνικό κόσμο, συμβάλλοντας στη διάδοσή του σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Οι μεγάλες δημιουργίες του ελληνικού παρελθόντος γίνονται τα πρότυπα για την έκφραση των νέων καιρών.

Στο Βυζάντιο, η παράδοση αυτή συνεχίζεται μέσα από νέες μορφές έκφρασης, παρά τις μεγάλες θρησκευτικές πολιτικοϊδεολογικές συγκρούσεις της Εικονομαχίας και τις καταστροφές που επέφεραν οι Σταυροφορίες. Η τέχνη απαιτεί πειθαρχία και διέπεται από αυστηρούς κανόνες, αλλά δεν σβήνει· μετατοπίζεται προς το συμβολικό και το πνευματικό. Μέσα στην αίθουσα με τα θαυμάσια εκθέματα της βυζαντινής τέχνης είναι εμφανής η επίδραση της Ανατολής αλλά και της αναγεννησιακής δύσης στις ζωγραφικές αναζητήσεις των καλλιτεχνών.

Στον πρώτο όροφο μας υποδέχτηκε ένας σπάνιος χάρτης της Ελλάδας που σχεδίασε ένας Ιταλός χαρτογράφος στις αρχές του 17ου αιώνα, ένα έργο που δεν αποτυπώνει απλώς τον γεωγραφικό χώρο, αλλά προαναγγέλλει έναν νέο τρόπο κατανόησης της ιστορίας και της πολιτικής πραγματικότητας. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Ρήγας Φεραίος, επηρεασμένος από τις αρχές του Διαφωτισμού και από τα πρώτα κράτη που διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους –με κορυφαία παραδείγματα την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση– οραματίστηκε τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους. Η Χάρτα του δεν περιγράφει απλώς έναν τόπο, αλλά μια ριζοσπαστική πολιτική πρόταση: μια δημοκρατική, πολυεθνική και ανεξίθρησκη κοινωνία, σε μια εποχή όπου κυριαρχούσαν ακόμη οι αυτοκρατορίες. Η ιδέα αυτή κόστισε στον Ρήγα τη ζωή του, αλλά οι ιδέες του διαδόθηκαν στον βαλκανικό χώρο, καλλιεργώντας σταδιακά τη συνείδηση της ανεξαρτησίας και προετοιμάζοντας το έδαφος για την Επανάσταση του 1821.

Αν η μορφή του Ρήγα Φεραίου αποτυπώνει τους Έλληνες που αναζητούν την Ελλάδα, η προσωπογραφία του λόρδου Βύρωνα εκφράζει εκείνους τους Ευρωπαίους που ανακαλύπτουν σε αυτήν ένα ιδανικό ελευθερίας. Ο φιλελληνισμός, όπως παρουσιάστηκε στη ξενάγηση, δεν υπήρξε απλώς μια ρομαντική συμπάθεια, αλλά ένα διεθνές κίνημα που συνέδεσε την ελληνική υπόθεση με τις αξίες της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης, δίνοντας στην Επανάσταση του 1821 παγκόσμια απήχηση. Οι ξένοι περιηγητές που έφταναν στην Ελλάδα είχαν ως κύριο μέλημά τους να βρουν την προχριστιανική Ελλάδα – τη μητέρα του δυτικού πολιτισμού. Άφησαν πίσω τους σημαντικές εικαστικές μαρτυρίες χάρη στις οποίες αποκαθίσταται η τότε φυσιογνωμία του ελληνικού χώρου. Και μέσα στις αντίστοιχες αίθουσες υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα.

Στην ξενάγηση αναφέρθηκαν τα Ορλωφικά και οι ευνοϊκές για τη ναυσιπλοΐα διατάξεις των ρωσοτουρκικών συνθηκών του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και του Ιασίου, που συνέβαλαν στη ναυτική εμπειρία, στη δημιουργία κέντρων πολιτισμού εκτός του ελλαδικού χώρου (π.χ. Οδησσό, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια) και στην οικονομική ενίσχυση ελληνικών πληθυσμών, δημιουργώντας προϋποθέσεις που θα αποδεικνύονταν κρίσιμες στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Η βόρεια Ελλάδα, αν και δεν γνώρισε τις θετικές επιδράσεις που δέχτηκε ο νησιωτικός χώρος από τη φραγκοκρατία, ανέπτυξε ένα πυκνό δίκτυο επικοινωνίας με τα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη. Ιδιαίτερα η δυτική Μακεδονία και η Ήπειρος, με τους ορεινούς όγκους που περιόριζαν τις αγροτικές καλλιέργειες, ευνόησαν τη μετανάστευση και την ανάπτυξη του εμπορίου, οδηγώντας στη δημιουργία οικονομικά εύρωστων εμπορικών οίκων στο εξωτερικό και στην εισροή πλούτου στις τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Ενδεικτικά δείγματα αυτής της ευμάρειας αποτελούν οι ξυλόγλυπτες αίθουσες από αρχοντικά της Κοζάνης, καθώς και έπιπλα, κασέλες, εκλεπτυσμένα κεντήματα, φορεσιές και κοσμήματα. Πρόκειται για εξαιρέσεις μέσα σε μια κατά κύριο λόγο υπόδουλη κοινωνία, που όμως αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας δυναμικής αστικής τάξης, με πρόσβαση στο εμπόριο, την παιδεία και τις ιδέες της Ευρώπης.

Στους επόμενους σταθμούς, η νεότερη Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του 1821 και τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους από τον Καποδίστρια έως τη βασιλεία του Όθωνα, αποκαλύφθηκε μέσα από τις αλλαγές στους θεσμούς, την κοινωνία και την καθημερινή ζωή.

Κομβική για αυτή τη διαδρομή υπήρξε η εμπειρία των αρχών του 20ού αιώνα, μια περίοδος έντονων μεταβολών και αντιπαραθέσεων, με κεντρικές μορφές τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄. Οι επιλογές και οι συγκρούσεις της εποχής συνδέονται τόσο με τον διπλασιασμό του ελληνικού κράτους όσο και με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η άφιξη των προσφύγων που ακολούθησε. Μαζί τους μεταφέρθηκαν γνώσεις, δεξιότητες, πολιτισμικές πρακτικές και τρόποι ζωής που επηρέασαν βαθιά την οικονομία, την αστική ανάπτυξη και την καθημερινή κουλτούρα. Η συμβολή τους υπήρξε καίρια, υπενθυμίζοντας ότι, ακόμη και μέσα από τον ξεριζωμό και την απώλεια, η ιστορία μπορεί να γεννήσει νέες μορφές δημιουργίας.

Φεύγοντας από το Μουσείο, ήταν πια ξεκάθαρο στο μυαλό μας ότι η ελληνική ιστορία των 9.000 χρόνων, που διατρέξαμε μέσα από την ξενάγηση, δεν είναι μια σειρά ένδοξων στιγμών ή σκοτεινών διαλειμμάτων, όπως μαθαίνουμε στο σχολείο, αλλά μια συνεχής πορεία δημιουργίας και μεταμόρφωσης. Η τέχνη των αρχαίων Ελλήνων, με τον άνθρωπο με φτερά, δείχνει πώς προσπάθησαν να υπερβούν τα όριά τους – μια ιδέα που συνοψίζει την πορεία μας και την επίδρασή μας στον κόσμο. Ανήκουμε σε μια κατηγορία ανθρώπων που, παρά τις δυσκολίες, εδραίωσαν ένα κράτος και έναν πολιτισμό βασισμένο στις αρχές του Διαφωτισμού και στις αξίες των προγόνων μας. Η μεγάλη αξία του Μουσείου Μπενάκη είναι ότι μας φέρνει σε επαφή με αυτή την κληρονομιά, θυμίζοντάς μας ότι η ιστορία συνεχίζεται και ότι εμείς είμαστε μέρος της.