Κινηματογραφος

Digger: Η σάτιρα που δεν σημαδεύει τους ισχυρούς αλλά εμάς

Η νέα ταινία του Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου με τον Τομ Κρουζ διχάζει όσο λίγες φέτος. Μήπως όμως οι περισσότεροι «θεατές» κοίταξαν προς τη λάθος πλευρά της σκηνής;

Γιάννης Δαββέτας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

«Digger»: Η νέα ταινία του Ινιάριτου με τον Τομ Κρουζ διχάζει, στρέφοντας τη σάτιρα όχι μόνο στους ισχυρούς αλλά και στο ίδιο το κοινό.

Ξέρω ότι πολλοί μπορεί να διαφωνήσουν με αυτό το κείμενο, όμως ειλικρινά δεν μπορώ να γράψω διαφορετικά. Είδα το «Digger» χθες το βράδυ και δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που βγήκα από αίθουσα νιώθοντας έτσι. Η ταινία του Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου κατάφερε να διχάσει πριν καν βγει επίσημα στις αίθουσες, πράγμα που γίνεται σήμερα. Ο μέσος όρος των κριτικών στο Metacritic βρίσκεται στο 44/100, ένα σκορ που –ας είμαστε ειλικρινείς– είναι άθλιο, το Rotten Tomatoes κινείται γύρω στο 53% και πρόκειται για τη χειρότερα αξιολογημένη ταινία του Τομ Κρουζ από τη «Μούμια» του 2017. Η Warner Bros. απάντησε μετατρέποντας τον διχασμό σε διαφήμιση, με αντιφατικές αντιδράσεις θεατών από τα social media τοποθετημένες δίπλα-δίπλα («ανυπόφορο» απέναντι σε «μεγαλειώδες», «δυσάρεστο» απέναντι σε «αριστούργημα») και την προτροπή «Decide for yourself».

Οι αρνητικές κριτικές καταλήγουν σχεδόν όλες στην ίδια μομφή, ότι η σάτιρα του Ινιάριτου είναι θορυβώδης και αυτάρεσκη αλλά τελικά ρηχή. Το «Variety» μίλησε για «βομβαστικά αυτάρεσκη σάτιρα» και ο Ντέιβιντ Έρλιχ του IndieWire για μια παραλλαγή του «Dr. Strangelove» με τεράστιο προϋπολογισμό που έχει χάσει κάθε επαφή με την ανθρώπινη αλήθεια. Ο Γουίλιαμ Μπιμπιάνι του TheWrap πήγε ένα βήμα πιο πέρα, γράφοντας ότι πρόκειται για το είδος της ταινίας για κακούς δισεκατομμυριούχους που θα απολάμβαναν οι ίδιοι οι κακοί δισεκατομμυριούχοι. Όλες αυτές οι ενστάσεις πατούν σε μια κοινή παραδοχή, ότι ο στόχος της ταινίας είναι ο Digger Rockwell, ο Τεξανός μεγιστάνας του πετρελαίου που υποδύεται ο Κρουζ, μαζί με τον πρόεδρο Compson του Τζον Γκούντμαν και όλη την αυλή της εξουσίας γύρω τους. Αν ήταν έτσι, θα είχαν απόλυτο δίκιο. Μια σάτιρα που απλώς μας πληροφορεί ότι οι πλούσιοι είναι άπληστοι και οι πολιτικοί δειλοί έχει ελάχιστα να προσθέσει σε όσα ξέρουμε ήδη.

«Digger» του Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου: Το κοινό στο εδώλιο

Νομίζω όμως ότι το «Digger» σημαδεύει αλλού. Ο στόχος του είμαστε εμείς, όλοι όσοι επιλέγουμε να γινόμαστε θεατές στο σόου που ανεβάζουν οι ισχυροί. Τους μισούμε και τους λατρεύουμε, διχαζόμαστε, φωνάζουμε και τσακωνόμαστε για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, ώσπου η μέρα μας συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα, γιατί στο τέλος το μόνο που κάνουμε είναι να παρακολουθούμε. Και τι πιο meta από αυτό; Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο διχαζόμαστε τώρα και για την ίδια την ταινία.

Ο μονόλογος του Κρουζ μπροστά στους ευρωπαίους αξιωματούχους είναι μία από τις σκηνές κλειδιά όπου αυτό το νόημα ξεδιπλώνεται. Ο Digger εκεί μοιάζει περισσότερο με ηθοποιό παρά με κατηγορούμενο, που παίζει για ένα ακροατήριο το οποίο ξέρει απόλυτα πώς να χειραγωγήσει. Ο ίδιος ο Ινιάριτου άφησε ένα κλειδί προς αυτή την κατεύθυνση σε δηλώσεις του που μετέφερε το The Playlist. «Πάντα λέμε στον εαυτό μας ιστορίες για να δικαιολογήσουμε τις πράξεις μας», είπε, προσθέτοντας ότι ο Digger θα μπορούσε να προέρχεται από οποιονδήποτε άλλο κλάδο, από τη φαρμακοβιομηχανία και τη βιομηχανία όπλων μέχρι τη Wall Street ή την τεχνητή νοημοσύνη. Αν ο κακός είναι τόσο εύκολα αντικαταστάσιμος, ίσως ο πραγματικός πρωταγωνιστής κάθεται στην άλλη πλευρά της ράμπας.

Αλεχάντρο Γκ. Ινιάριτου και Τομ Κρουζ στην πρεμιέρα του «Digger» στο Λονδίνο © EPA/NEIL HALL

Δεν είμαι ο μόνος που το διάβασε έτσι. Ο Ροντρίγκο Πέρεζ του Playlist παρατήρησε ότι η αναγνώριση του κακού προσφέρει τη δική της ικανοποίηση, με αποτέλεσμα η κάθαρση να μοιάζει με δράση χωρίς να απαιτεί καμία. Ο Τζον Νεγκρόνι πρόσεξε την ειρωνεία του εγχειρήματος: ένας κολοσσιαίος χολιγουντιανός προϋπολογισμός και ένας από τους μεγαλύτερους σταρ του πλανήτη στην υπηρεσία ενός θεάματος για την ικανότητά μας να μετατρέπουμε την πλανητική καταστροφή σε θέαμα.

Από το «Birdman» στο «Digger»

Όποιος θυμάται το Birdman δεν θα εκπλαγεί που ο Ινιάριτου καταφεύγει ξανά στο θέατρο για να μιλήσει για το θέαμα. Το 2014 παρακολουθούσαμε έναν ξεπεσμένο σταρ υπερηρωικών ταινιών να ανεβάζει μια παράσταση στο Broadway για να αποδείξει ότι είναι ακόμα καλλιτέχνης. Στο «Digger» ξαναβρίσκονται δύο από τους συνσεναριογράφους εκείνης της ταινίας, ο Νίκολας Τζιακομπόνε και ο Αλεξάντερ Ντινελάρις, μαζί με τη Σαμπίνα Μπέρμαν. Πίσω από την κάμερα στέκεται και πάλι ο Εμάνουελ Λουμπέζκι. Εκεί όμως η σκηνή ήταν ο κόσμος ενός ανθρώπου, ενώ εδώ γίνεται μεταφορά για μια ολόκληρη κοινωνία που έχει συνηθίσει να βλέπει την καταστροφή της σαν παράσταση.

© Warner Bros Pictures

Η ρήξη

Η αρχή είναι συναρπαστική, με ρυθμό που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, ερμηνείες στο κόκκινο και ένα χιούμορ τόσο εξωφρενικό που για λίγο πιστεύεις ότι βλέπεις μια σάτιρα στη γραμμή του «Don't Look Up». Κάπου στο πρώτο τρίτο όμως συμβαίνει κάτι που σε αφήνει να αναρωτιέσαι τι ακριβώς έβλεπες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Χωρίς να αποκαλύψω τι είναι, νιώθεις ότι σου έκλεψαν το προνόμιο να βυθιστείς σε μια ιστορία στην οποία είχες ήδη επενδύσει συναισθηματικά, γιατί συνειδητοποιείς ότι αυτό που βλέπεις δεν είναι αληθινό με τον τρόπο που νόμιζες. Μένεις άδειος.

Είναι το σημείο που διχάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την κριτική και καταλαβαίνω γιατί. Εμένα όμως αυτό το κενό μου φάνηκε ο ίδιος ο μηχανισμός της σάτιρας. Η ταινία κάνει σε εμάς ακριβώς αυτό για το οποίο μας κατηγορεί, μας αφήνει να επενδύσουμε σε ένα σόου για να μας αποκαλύψει μετά ότι ήταν σόου. Για μια παραγωγή αυτού του μεγέθους πρόκειται για τεράστιο ρίσκο, που αποδίδει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο. Η πιο σοβαρή ένσταση που διάβασα είναι ότι αυτή η αυτοσυνειδησία λειτουργεί ως προληπτική άμυνα, αφού η ταινία κατηγορεί το κοινό πριν προλάβει το κοινό να κατηγορήσει εκείνη. Δεν με πείθει. Αυτό που ζητά το «Digger» είναι να νιώσουμε άβολα, κάτι που πετυχαίνει όσο λίγες ταινίες που έχω δει. Αυτή η αίσθηση ευθύνης να δράσω και όχι απλώς να παρατηρώ δεν με είχε χτυπήσει ποτέ τόσο δυνατά.

Τομ Κρουζ: Ένας σταρ στην υπηρεσία της αυτοκριτικής

Αν υπάρχει κάτι στο οποίο συμφωνούν σχεδόν όλοι, θιασώτες και επικριτές, αυτό είναι ο Τομ Κρουζ. Ακόμα και όσοι δεν άντεξαν την ταινία αναγνωρίζουν ότι δίνει μία από τις πιο τολμηρές ερμηνείες της καριέρας του, με αποκορύφωμα τον μονόλογο στους ευρωπαίους αξιωματούχους, μια σκηνή που θα μπορούσε να διδάσκεται ως μάθημα υποκριτικής. Το ότι ο μεγαλύτερος εν ζωή σταρ του Χόλιγουντ διάλεξε να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία που κατηγορεί το ίδιο το θέαμα λέει πολλά για εκείνον. Είναι ένας από τους «GOATS», μπορεί να παίξει ό,τι θέλει. Ζει και αναπνέει κινηματογράφο.

Γύρω του, ο Ριζ Άχμεντ, η Σάντρα Χιούλερ, ο Τζέσι Πλίμονς και ο Μάικλ Στούλμπαργκ συμπληρώνουν ένα καστ που αξίζει χωριστή κουβέντα. Ο Λουμπέζκι γυρίζει σε VistaVision με ευρυγώνιους φακούς που παραμορφώνουν τους ισχυρούς σε σχεδόν γκροτέσκες καρικατούρες. Η σκηνογραφία είναι, το λιγότερο, τρελή.

Τομ Κρουζ και Σάντρα Χιούλερ

Level 4

Αν τη δείτε, μείνετε μέχρι το τέλος των τίτλων. Νωρίτερα μέσα στην ταινία το «level 4» έχει καθιερωθεί ως επίπεδο μόλυνσης, μια προειδοποίηση προς το κοινό να φορέσει τις μάσκες αναπνοής του. Όταν ακούγεται ξανά μετά τους τίτλους, απευθύνεται πια σε εμάς, που καθόμαστε στις ίδιες θέσεις με το κοινό της ταινίας και παρακολουθούμε την ίδια παράσταση της εξουσίας. Τη στιγμή που η μυθοπλασία συνήθως μας αφήνει να γυρίσουμε στη ζωή μας, το «Digger» μάς ακολουθεί στην έξοδο.

Σίγουρα δεν είναι ταινία για όποιον θέλει απλώς να είναι θεατής της, γιατί σε αυτόν μάλλον δεν θα δώσει τίποτα. Αν όμως ψάχνετε ταινίες που σας βγάζουν από τη θέση του θεατή και σας κάνουν να σκεφτείτε πολύ πέρα από την οθόνη, ανταμείβει και με το παραπάνω. Γιατί το «Digger» δεν σπάει απλώς τον τέταρτο τοίχο αλλά περνάει μέσα από αυτόν και μπαίνει στην αίθουσα, στη δική μας αίθουσα.