Κινηματογραφος

«Η μύγα»: 40 χρόνια από την πρώτη προβολή της εμβληματικής ταινίας

Τέσσερις δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να είναι το μέτρο σύγκρισης για το body horror στον κινηματογράφο

A.V. Team
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ταινία «Η μύγα» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και η σχέση του Καναδού σκηνοθέτη με το σώμα, το σεξ, την ταυτότητα και την τεχνολογία

Σήμερα, 15 Αυγούστου, κλείνουν 40 χρόνια από την πρώτη προβολή της «Μύγας» του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Μιας εμβληματικής ταινίας που συνδύασε την επιστημονική φαντασία και τον σωματικό τρόμο με μια τραγική και εκ των προτέρων καταδικασμένη ιστορία αγάπης, για να κερδίσει, όχι μόνο ένα Όσκαρ Καλύτερου Μακιγιάζ για τους Μάικλ Γουέστμορ και Ζόλταν Έλεκ, αλλά κυρίως μια διαρκή, αδιαμφισβήτητη θέση στην ποπ κουλτούρα.

Η «Μύγα» του Κρόνενμπεργκ, μια ιστορία για το τι σημαίνει να χάνεις τον έλεγχο του ίδιου σου του σώματος, να παρακολουθείς την ταυτότητά σου να διαλύεται και να αγαπάς χωρίς δυνατότητα να ευδοκιμήσει αυτή σου η αγάπη, παραμένει έντονα επίκαιρη ακόμη και σήμερα, για λόγους που ξεπερνούν κατά πολύ την ιστορική της αξία ως κλασικού body horror φιλμ.

Η σταδιακή μεταμόρφωση του Σεθ Μπραντλ –που ερμήνευσε αξέχαστα ο Τζεφ Γκόλντμπλουμ– εξακολουθεί να λειτουργεί σαν μια ιστορία για την ασθένεια, τη γήρανση και την απώλεια του σώματος. Πολλοί πίστευαν, όταν πρωτοπροβλήθηκε, πως η ταινία ήταν μια αλληγορία για το AIDS. Παρ’ όλα αυτά, εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι πιο οικουμενικό. Η σταδιακή, ανεξέλεγκτη αποσύνθεση του σώματος, με την παράλληλη συνειδητοποίηση της όλης κατάστασης από μια μερικώς άθικτη συνείδηση, αντικατοπτρίζει την εμπειρία οποιουδήποτε ζει με μια, ή κοντά σε μια, εκφυλιστική ασθένεια, και οποιονδήποτε νιώθει τη φυσική φθορά της ηλικίας. Ειδικά σήμερα, που ο πληθυσμός στις δυτικές κοινωνίες γερνά ταχύτερα απ’ όσο αναγεννάται, και καθώς η συζήτηση για την «αξιοπρέπεια» στο τέλος της ζωής έχει ουσιαστικά μόλις αρχίσει, η ταινία παραμένει συγκλονιστικά οικεία σε όλους μας.

Από την άλλη, σήμερα ζούμε στην απαρχή μιας εποχής μαζικής κλίμακας τροποποιήσεων του σώματος: γενετική μηχανική, βιοτεχνολογία, μείζονες αισθητικές επεμβάσεις, βελτιώσεις μέσω τεχνολογίας, ακόμη και συζητήσεις για ψηφιακή αθανασία. Ο Μπραντλ ξεκινά σαν ένας υπεραισιόδοξος επιστήμονας που πιστεύει ότι μπορεί να «καθαρίσει» και να ελέγξει το σώμα με τη δύναμη της επιστήμης του – και καταλήγει να το βλέπει να γίνεται κάτι ξένο, κάτι παλιό, ζοφερό και ολότελα ανοίκειο. Η ψευδαίσθηση του ελέγχου πάνω στη σάρκα είναι τρομερή, ενώ τη στιγμή που κατακρημνίζεται φανερώνει και το πιθανό υψηλό τίμημα που καλείται κανείς να πληρώσει.

Η απερισκεψία του Μπραντλ, που δοκιμάζει μόνος του μια τεχνολογία την οποία ούτε ο ίδιος δεν κατανοεί πλήρως, ηχεί πολύ ξεκάθαρα στα αυτιά μας, καθώς ζούμε σε ένα περιβάλλον ραγδαίων εξελίξεων στην τεχνητή νοημοσύνη και τη συνθετική βιολογία (για να μη μιλήσουμε για τους κβαντικούς υπολογιστές), που λειτουργούν υπό καθεστώς σχεδόν μυστικότητας. Η «Μύγα» είναι μια στιβαρή προειδοποίηση για την επιστημονική ύβρη και για την τεχνολογία αιχμής όταν βρίσκεται έξω από ένα καθεστώς ελέγχου.

Το body horror βρίσκεται σε άνθηση στα χρόνια μας και θα συνεχίσει να μας δίνει μεγάλες ταινίες. Πρόσφατα, το «The substance: Το ελιξίριο της νιότης» («The Substance») της Κοραλί Φαρζά και το «Titane» της Ζουλιά Ντουκουρνό, ανάμεσα σε άλλες πρόσφατες παραγωγές, εξερεύνησαν επίσης τη σωματική φθορά και την ταυτότητα, με πολύ καλά αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, η «Μύγα» δεν είναι ένας απλός πρόδρομος του είδους: παραμένει το μέτρο σύγκρισης. Τα πρακτικά της εφέ εξακολουθούν να προκαλούν μεγαλύτερο σωματικό αποτροπιασμό από πολλά σύγχρονα, CGI και μη, ενώ η συναισθηματική πυκνότητα της ταινίας δείχνει ότι ο τρόμος γίνεται πολύ πιο ισχυρός όταν συνδυάζεται με μια ανθρώπινη τραγωδία – και βέβαια με τον έρωτα.

Το body horror διαφέρει από το απλό gore, καθώς (α) είναι φιλοσοφικό και συχνά ερωτικό, (β) συνδυάζει την επιστήμη και την τεχνολογία με τη βιολογία, (γ) εστιάζει στη συνείδηση που παρακολουθεί το σώμα να αλλάζει και (δ) δεν βλέπει τη μεταμόρφωση μόνο ως καταστροφή, αλλά και ως εξέλιξη ή απελευθέρωση.

Ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε κείμενο του 1983 που αφορούσε ακριβώς τον Κρόνενμπεργκ. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, με μια σειρά από ταινίες –«Ανατριχίλες» («Shivers»,1975), «Λυσσασμένη στα νύχια του τρόμου» («Rabid», 1977), «Οι νεοσσοί» («The Brood», 1979), «Scanners: Η νύχτα του μεγάλου τρόμου» («Scanners», 1981), «Videodrome» (1983), «Η μύγα» («The Fly», 1986), «Οι διχασμένοι» («Dead Ringers», 1988), «Crash» (1996), «eXistenZ» (1999)– διαμόρφωσε τη γλώσσα και την αισθητική του είδους: τη σταδιακή, οργανική, συχνά ερωτική και φιλοσοφική μεταμόρφωση ή αποσύνθεση του ανθρώπινου σώματος.

Τον ενδιέφερε από πάντα η ασθένεια, η γήρανση, η τεχνολογία ως προέκταση του σώματος, ο έρωτας, το σεξ, ο πόνος και η μεταμόρφωση. Ο Κρόνενμπεργκ δεν βλέπει το σώμα σαν κάτι καθαυτό τρομακτικό, αλλά σαν κάτι θαυμαστό και ταυτόχρονα ευάλωτο. Η φρίκη προκύπτει από την απώλεια ελέγχου πάνω σ’ αυτό. Αν και δεν επινόησε το body horror από το μηδέν, είναι αυτός που του έδωσε την «κλινική», ψυχολογική και τεχνολογική διάσταση που το χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα.

Ο δαιμόνιος Καναδός διαμόρφωσε το body horror σαν έναν τρόπο να σκεφτόμαστε το σώμα, την ταυτότητα, την τεχνολογία – και τον θάνατο.