Κινηματογραφος

Κόκορας: Μια γλυκόπικρη κωμωδία από τον Τάσο Γερακίνη για «όσα πήγαν στραβά και θα ξαναπάνε»

Μια ταινία για τον αόρατο αγώνα της καθημερινότητας

Γιώργος Δήμος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κόκορας: Η νέα ταινία του Τάσου Γερακίνη από 10 Σεπτεμβρίου στους κινηματογράφους

Ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Τάσος Γερακίνης, μετά την μικρού μήκους ταινία του «Μ’ ακούει κανείς;» (2008), σε συνεργασία με την ΕΡΤ —που βραβεύτηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου και έλαβε Ειδική Μνεία από το Υπουργείο Πολιτισμού— και το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του, «Ένας ήσυχος άνθρωπος» (2020), σε συμπαραγωγή με τις Faliro House, Bad Crowd και Arizona Prod —που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν και απέσπασε το Βραβείο Κοινού καλύτερης μεγάλου μήκους ταινίας στο 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού και Κυπριακού Κινηματογράφου της Βαρκελώνης— επιστρέφει με τον «Κόκορα», μια γλυκόπικρη κωμωδία με υπαρξιακό και κοινωνικό υπόστρωμα, που συνδυάζει υπόγειο χιούμορ, σιωπηλές συγκρούσεις και συναισθηματική λιτότητα. Με πρωταγωνιστές τους: Κόρα Καρβούνη, Νίκος Κασάπης, Γιούλικα Σκαφιδά, Δημήτρης Καταλειφός, Γιάννης Σαρακατσάνης και Ελένη Κοκκίδου, ο «Κόκορας», που έχει ήδη προβληθεί και διακριθεί σε φεστιβάλ παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένου του 23ου SFGFF (Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Φρανσίσκο), όπου κέρδισε το Βραβείο Κοινού, έρχεται στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες στις 10 Σεπτεμβρίου, από την TFG (The Film Group).

Κόκορας: Η νέα ταινία του Τάσου Γερακίνη

Η ταινία ακολουθεί τον Αργύρη (Κασάπης), έναν από τους ελάχιστους θυρωρούς που έχουν απομείνει στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος, μέσα στο καλοκαίρι, μαθαίνει ότι ο εξάχρονος γιος του έχει κληρωθεί να φοιτήσει σε ένα από́ τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της χώρας. Το κυνήγι του Αργύρη για το «ελληνικό όνειρο» έρχεται να ταράξει την έτσι κι αλλιώς προβληματική σχέση του με την σύζυγό́ του Πόπη (Καρβούνη) —η οποία επίσης εργάζεται στον Δήμο— καθώς, δεδομένης της οικονομικής τους κατάστασης, το να φοιτήσει στο σχολείο αυτό ο γιος τους δεν είναι παρά ένα απατηλό́ όνειρο. Ο Αργύρης, παρ’ όλα αυτά, αποφασίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να γίνει τροχοπέδη στη μοίρα του γιου του, ο οποίος προορίζεται για μεγάλα πράγματα, και έτσι σιγά-σιγά βυθίζεται σε έναν φαύλο κύκλο κωμωδίας και τραγωδίας, προσπαθώντας να πετύχει το ακατόρθωτο.

«Ο “Κόκορας” είναι μια ταινία για τον αόρατο αγώνα της καθημερινότητας», δήλωσε ο Τάσος Γερακίνης σχετικά με την ταινία. «Χωρίς ηρωισμούς ή λύσεις, παρακολουθώ έναν άνθρωπο να γλιστρά αθόρυβα στη σωτήρια παραίτηση. Με ενδιέφερε να αφηγηθώ μια ιστορία όπου η αποτυχία δεν είναι έκρηξη, αλλά διαρροή —από τα μάτια, το σώμα, την οικογένεια. Όπου η αξιοπρέπεια δεν πεθαίνει, απλώς ξεχνιέται». Ο κόσμος του ήρωα, ενός πατέρα της εργατικής τάξης που προσπαθεί να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου του σε έναν κόσμο που διαρκώς τον σπρώχνει στο περιθώριο, δεν καταρρέει με πάταγο· σβήνει μέσα από μικρές ήττες, εσωτερικές υποχωρήσεις και απωθημένα βλέμματα. Η ταινία δεν φωνάζει ούτε εξηγεί. Μιλά καθαρά σε όσους έχουν νιώσει να τους λείπει μια απάντηση σε μια ήσυχη ερώτηση. Παρά τη δραματική βάση της, ο «Κόκορας» διαπνέεται από λεπτό, παρατηρητικό και βαθιά ανθρώπινο χιούμορ. «Ήθελα να φτιάξω μια ιστορία για την αποτυχία χωρίς δράμα, αλλά με εκείνο το πικρό χιούμορ που κρύβεται πίσω από τις λεπτομέρειες: στις σιωπές, στις αμήχανες στιγμές, στα παράλογα που προσπερνάμε», είπε χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης. «Γιατί μερικές φορές, το γελοίο είναι απλώς το τραγικό με λάθος φως. Με όπλα το χιούμορ, τον ρεαλιστικό διάλογο και τη σιωπή, θέλησα να κάνω μια ταινία όπου το δάκρυ συνυπάρχει με το γέλιο, η χαρά με τη λύπη, και τελικά μια ταινία που να συγκινεί και να κινητοποιεί».

Ο Αργύρης είναι ο νεοέλληνας που θέλει να «γίνει κάτι», χωρίς στην ουσία να ξέρει τι. Θέλει να γίνει «αφεντικό», να ξεφύγει απ’ το θυρωρείο, χωρίς όμως να έχει ένα σαφές σχέδιο ή άλλες δεξιότητες. Ζει για τη φαντασίωση μιας κοινωνικής ανόδου χωρίς περιεχόμενο, τροφοδοτημένος μόνο από την προσδοκία και την πεποίθηση ότι φταίνε πάντα «οι άλλοι». Η γλώσσα γίνεται όχημα αποκάλυψης. Το πηγαίο γέλιο λειτουργεί ως εργαλείο κριτικής μέσα από κοφτερές, πικρές ατάκες και πνιγμένα «γαμώτο». Οι άντρες δεν επικοινωνούν· ειρωνεύονται. Κι όμως, πίσω από αυτή την ειρωνεία κρύβεται η βαθύτερη ανάγκη για τρυφερότητα. Η οικογένεια, από την άλλη, λειτουργεί ως σύστημα χειραγώγησης. Η μητέρα είναι τρυφερή αλλά παθητική και, τελικά, τοξική, και ο πατέρας ψυχρός και αυταρχικός —ένα «πατριαρχικό φάντασμα» που ακόμη και νεκρός καθορίζει τις επιλογές του γιου.

Ο «κόκορας», ως σύμβολο, ενσαρκώνει την αξιοπρέπεια που αρνείται να πεθάνει, τον ανδρισμό που ξεφωνίζει χωρίς να επιβάλλεται και την ελληνική φαντασίωση του «ξυπνήματος» που δεν έρχεται ποτέ. Είναι μια γελοιοποιημένη μεσσιανική φιγούρα και μαζί ένα σχόλιο πάνω στη ματαιότητα της υπερβολικής αυτό-εικόνας του νεοέλληνα. Με όχημα το χιούμορ και τον —στα όρια της σαρδόνιας ειρωνείας— σαρκασμό́, η ταινία αποτελεί μια κριτική του νεοέλληνα, υπαρξιακά απογυμνωμένη και ειλικρινής. Ο Αργύρης μέσα από μια δίνη κωμικοτραγικών συγκρούσεων, βρίσκεται μπροστά στην πιο πικρή ανατροπή: ίσως οι ψευδαισθήσεις να ήταν ό,τι καλύτερο είχε ποτέ.

Ο «Κόκορας» του Τάσου Γερακίνη ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία ελληνικού arthouse κινηματογράφου που μετατρέπει την απουσία δράσης σε θεματική παρουσία, τη σιωπή σε δραματουργία και την απογοήτευση σε πλοκή. Το «ελληνικό όνειρο» αποτυπώνεται εδώ ως φαύλος κύκλος μικροαστικών επιδιώξεων. Ο ήρωας επενδύει στα «μικράσχέδια» —ένα μαγαζί, μια σχολή, μια επιδότηση— που όλοι γύρω του είτε υποσκάπτουν, είτε του τα προσφέρουν με όρους. Είναι η κοινωνία που λέει «φτιάξ’ το μόνος σου», αλλά σου αφαιρεί όλα τα εργαλεία.