- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Δεκαπέντε κλασικές ταινίες που όλοι τις θυμόμαστε λάθος
Από την «Καζαμπλάνκα» στο «Scream», κι από τα «Σαγόνια του καρχαρία» στη «Σιωπή των αμνών» και στον «Τιτανικό»
Όψεις της πόλης, αναμνήσεις, πράγματα που συνέβησαν παλιά, και πράγματα που συμβαίνουν σήμερα γύρω μας. Ημερολογιακές καταχωρίσεις για κάθε χρήση
Είναι τέλειο αυτό που συμβαίνει με κάποιες ταινίες, από αυτές που λέμε (και έχουμε κάθε λόγο να τις λέμε έτσι) εμβληματικές: τις θυμόμαστε όλοι αλλιώς. Τις έχουμε δει δύο και τρεις ή και πολύ περισσότερες φορές, αλλά πάντα ένα πολύ βασικό τους στοιχείο μάς διαφεύγει. Μπορεί να είναι το τέλος τους, μπορεί ο πρωταγωνιστής τους, μπορεί μια βασική ατάκα, μπορεί κάτι άλλο — οτιδήποτε. Δεν έχει σημασία τι: σημασία έχει πως όλοι κάνουμε λάθος. Και το κυριότερο; Δεν μας καίγεται καρφί.
Ο κινηματογράφος δεν ζει μόνο μέσα στην αίθουσα ή στο σαλόνι μας: όπως κάθε ανάμνηση (αφού τις δούμε και μετά, οι ταινίες μας είναι αναμνήσεις· ανέκαθεν αυτό ήταν βέβαια, εδώ που τα λέμε), συνεχίζεται — στο μυαλό μας, στις συζητήσεις μας, στις αφίσες, στα σίκουελ, στα τηλεοπτικά αφιερώματα, στις παρωδίες, στα memes, στις ατάκες τους που τις δανειζόμαστε και τις επαναλαμβάνουμε αποκομμένες από το πλαίσιό τους, στη «συλλογική μνήμη». Έτσι, συμβαίνει κάτι πανέμορφο: γεννιέται μια δεύτερη ζωή της ταινίας, λιγότερο ακριβής μεν, αλλά πολύ πιο ανθεκτική από την πραγματική. Και τελικά ίσως ακόμα πιο αυθεντική. Η αλήθεια έχει συνήθως πολλές όψεις, και καμιά δεν είναι απολύτως δικιά μας.
Σε κάθε περίπτωση, αυτή η συλλογική μνήμη δεν κρατά πάντα το καθαυτό γεγονός, γιατί ενδιαφέρεται κυρίως για το αποτύπωμά του. Και οι κινηματογραφικές παρανοήσεις —το σινεμά είναι συγκίνηση, συναίσθημα: ή δεν είναι τίποτε— δείχνουν ποια στοιχεία αποδεικνύονται ισχυρότερα από την ίδια την πλοκή. Εξ ου και κάποιες ξεχωριστές ταινίες κουβαλούν μέσα τους δύο ιστορίες: τη σωστή, αυτή που έχει αποτυπωθεί στα καρέ τού φιλμ, και την… πιο σωστή, αυτή που χαράζεται μέσα μας.
Πάμε να δούμε μαζί μερικές από τις Κλασικές Ταινίες Που Όλοι Θυμόμαστε Λάθος, βαλμένες —αφενός για να έχουμε έναν μπούσουλα, και αφετέρου για να μην αξιολογήσουμε τα «λάθη»— χρονολογικά. Προφανώς, εδώ κι εκεί ακολουθούν σπόιλερ. Αλλά εντάξει, η πιο καινούργια ταινία από τις παρακάτω είναι πάνω από ένα τέταρτο του αιώνα παλιά. Οπότε νισάφι, είμαστε αθώοι του αίματος.
1. «Casablanca» (1942)
Η πιο παλιά από τις ταινίες μας έχει και την πιο κλασική παρανόηση. Και, μολονότι όλοι ξέρουμε πως εκείνη η περίφημη φράση, το «Play it again, Sam» («Παίξ’ το ξανά, Σαμ»), δεν ακούγεται ποτέ έτσι ακριβώς στην «Καζαμπλάνκα», δεν έχουμε κανέναν λόγο να μην την αναφέρουμε έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ, ξανά και ξανά. Θυμίζουμε επιτροχάδην: το τραγούδι «As Time Goes By» είναι τρόπον τινά το σήμα κατατεθέν του παλιού έρωτα του Ρικ και της Ίλσα στο Παρίσι. Όταν εκείνη μπαίνει στο μπαρ του Ρικ στην Καζαμπλάνκα, ζητά από τον Σαμ, τον πιανίστα, να το παίξει για χάρη των παλιών καιρών. Ο Σαμ αρχικά αρνείται, καθώς ο Ρικ τού το έχει απαγορεύσει ρητά επειδή τού προκαλεί πόνο, αλλά τελικά υποκύπτει. Και ποιος θα έλεγε όχι στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν;… Ακούγοντάς το, ο Ρικ ορμά οργισμένος για να τον σταματήσει και τότε —ανατριχίλα— αντικρίζει ξανά την Ίλσα. Αργότερα το ίδιο βράδυ, μόνος στο σκοτάδι, ο Ρικ βάζει ο ίδιος τον Σαμ να ξαναπαίξει το κομμάτι, οδηγώντας σε ένα flashback των ευτυχισμένων ημερών τους και της στενάχωρης σκηνής στον σιδηροδρομικό σταθμό. Τώρα, στην πραγματικότητα, η Ίλσα λέει «Play it, Sam. Play “As Time Goes By”», και ο Ρικ αργότερα προστάζει τον άμοιρο πιανίστα: «Play it!» Η λανθασμένη εκδοχή καθιερώθηκε στην ποπ κουλτούρα από την πασίγνωστη ταινία του Γούντι Άλεν, το «Play It Again, Sam», του 1972. Που στα ελληνικά τη λέμε «Ωραίος και Σέξι»!
2. «Night of the Living Dead» (1968)
Στη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» του πελώριου Τζορτζ Ρομέρο, όλοι ξέρουμε πως στο τέλος, μετά την τρομερή νύχτα στο σπίτι του τρόμου, οι ζωντανοί νικάνε τα ζόμπι. Μάλιστα, προφανώς και κατά τη διάρκεια της ταινίας όλοι μας έχουμε ταυτιστεί με τον Μπεν, τον μαύρο πρωταγωνιστή, που δεν του έφταναν οι ζωντανοί-νεκροί, έχει και τους ρατσιστές να τον τυραννάνε από πάνω. Στην πραγματικότητα όμως η ταινία τελειώνει πολύ πιο πικρά, και απολύτως πιο άδικα: ο Μπεν, ο μοναδικός επιζών από την ομάδα που κλείστηκε στο σπίτι, καταφέρνει να βγάλει τη νύχτα κρυμμένος στο υπόγειο, μετά από όλη εκείνη την άνιση μάχη με τα τέρατα. Το επόμενο πρωί, μια ομάδα από ένοπλους ντόπιους και κάποιους αστυνομικούς —κλασικοί χιλμπίληδες όλοι τους, φάτσες μία και μία, φουλ προτραμπικοί— χτενίζουν την περιοχή εξολοθρεύοντας συστηματικά τα ζόμπι. Λογικό. Ακούγοντας τους πυροβολισμούς, ο Μπεν πλησιάζει στο παράθυρο. Όχι πολύ έξυπνη ιδέα, γιατί οι άνδρες του αποσπάσματος τον περνάνε κι αυτόν για ζόμπι μέσα στη σύγχυση, και ένας ελεύθερος σκοπευτής τού ρίχνει μια στο κεφάλι και πάρ’ τον και τον Μπεν κάτω. Η ταινία μάλιστα κλείνει με παγωμένα καρέ της ομάδας να σέρνουν με γάντζους το πτώμα του και να το καίνε σε μια πυρά μαζί με τα πραγματικά ζόμπι. Δηλαδή άσ’ τα να πάνε.
3. «Planet of the Apes» (1968)
Καταρχάς, τι ταινιάρα. Κατά δεύτερον, ναι: τρεις γενιές μετά, και πολύς κόσμος είναι βέβαιος πως ο «Πλανήτης των Πιθήκων» είναι ένας μακρινός κόσμος παρόμοιος με τη Γη, στον οποίο η εξέλιξη δούλεψε μια στάλα διαφορετικά από ό,τι στον δικό μας. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με ένα διαστημικό ταξίδι στον χώρο. Η τελική αποκάλυψη, όμως, ανατρέπει τα πάντα: ο Τέιλορ δεν έχει ταξιδέψει κάπου πολύ έξω από το ηλιακό μας σύστημα, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται στη Γη: όμως στη Γη του μέλλοντος. Ένας πυρηνικός πόλεμος αφάνισε τον ανθρώπινο πολιτισμό και επέτρεψε στους πιθήκους να κυριαρχήσουν. Και πολύ καλά έκαναν και κυριάρχησαν, βέβαια, αφού εμείς δεν τα καταφέραμε. Η εικόνα του μισοβυθισμένου Αγάλματος της Ελευθερίας στην αμμουδιά είναι ένα από τα πιο σοκαριστικά φινάλε του κινηματογράφου, όλων των εποχών. Για την ακρίβεια, δύσκολα μπορεί κανείς να θυμηθεί άλλη ταινία που το τελευταίο της καρέ να ανατρέπει όλη την πλοκή που προηγήθηκε — ή μάλλον την εκ μέρους μας κατανόησή της. Κάτι σαν την «Έκτη αίσθηση», ας πούμε, αλλά με αναλογίες «Μπεν Χουρ». Δεν έχουμε ταξίδι στον χώρο λοιπόν, αλλά στον χρόνο. Η σύγχυση —να σημειωθεί— είναι σοφά ενσωματωμένη στον ίδιο τον τίτλο. Πολύ περισσότερο από μια προειδοποίηση για το μέλλον του δικού μας κόσμου, το φιλμ είναι ένα αριστοτεχνικό ταχυδακτυλουργικό κόλπο.
4. «The Texas Chain Saw Massacre» (1974)
Αυτό το αριστούργημα με τον εκπληκτικό τίτλο και στα αγγλικά και στα ελληνικά (ακόμη περισσότερο στα ελληνικά: «Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι»!!!) έχει, και δικαίως, τέτοια νοσηρή φήμη, είναι τόσο ακραία ταινία, που όλοι τη θυμόμαστε σαν να ’ναι βουτηγμένη στο αίμα. Αλλά, guess what, δεν είναι. Όχι όσο νομίζουμε, τέλος πάντων, ή όσο θυμόμαστε. Βασικά, συμβαίνει το αντίθετο. Το πιο ήπιο αστυνομικό με πιστολίδια έχει μερικές ντουζίνες περισσότερα πτώματα από την ταινιάρα του Τομπ Χούπερ — ταινιάρα, μάλιστα, που στοίχισε κάτι λιγότερο από 140.000 δολάρια για να φτιαχτεί, λεφτά που δεν φτάνουν για τον μπουφέ μιας μέσης ταινίας του Netflix. Στην πραγματικότητα, το έργο δείχνει ελάχιστο αίμα: τόσο όσο. Η αίσθηση της ωμότητας προκύπτει από τον ήχο, το μοντάζ, τη βρομιά των χώρων, τις παλιόφατσες των πρωταγωνιστών, και από τη διαρκή, υποφώσκουσα, απειλή του Λέδερφεϊς. Στα σκάρτα 83 λεπτά της ταινίας γίνονται συνολικά πέντε φόνοι όλοι κι όλοι: δύο πάνε καλιά τους με μια βαριοπούλα, μία κοπέλα κρεμιέται από το τσιγκέλι και μετά παγώνει στον καταψύκτη, ένας πατιέται από φορτηγό καθώς πηγαίνει να σκοτώσει τη Σάλι, και ένας ακόμα γίνεται φέτες με το αλυσοπρίονο. Ο ίδιος ο καημένος ο Λέδερφεϊς σκοτώνει μεν τους τέσσερις από αυτούς τους πέντε, αλλά —κι αυτό είναι όντως fun fact— μόνο ΕΝΑΝ με το πριόνι. Δηλαδή, τζάμπα το κουνάει πέρα-δώθε εδώ που τα λέμε. Ποζεράς.
5. «Jaws» (1975)
Τα «Σαγόνια του καρχαρία» είναι ταινία-μύθος, και ίσως η καλύτερη περιπέτεια του Σπίλμπεργκ. Και είναι μια ταινία που όλοι ξέρουν ότι παρουσιάζει έναν καρχαρία-τέρας που ξεπαστρεύει κόσμο και κοσμάκη, κόβοντας και μασουλώντας χέρια, πόδια, κεφαλές. Μιλάμε για την πιο αιματοβαμμένη σφαγή από συστάσεως αιματοβαμμένων σφαγών — σωστά; Well, καθόλου σωστά. Το πελώριο τέρας, όχι απλώς δεν κυριαρχεί στην οθόνη, αλλά ίσα που εμφανίζεται: παίζει τέσσερα λεπτά όλα κι όλα, σε σύνολο εκατόν είκοσι τεσσάρων. Το βλέπουμε για ένα λεπτό κάθε μισή ώρα! Βασικά, σπάει όλα τα σχετικά… αρνητικά ρεκόρ. Η δύναμη, και η συνακόλουθη φήμη, της ταινίας προκύπτει από το αντίθετο. Προκύπτει ΑΚΡΙΒΩΣ από το γεγονός ότι ο μεγάλος λευκός εμφανίζεται ελάχιστα. Γιατί; Γιατί μπορεί να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή και να μας φάει όλους. Ο Σπίλμπεργκ χτίζει τον τρόμο με την υποβολή των εικόνων του, με το μοντάζ του, με τις κινήσεις της κάμεράς του, και με τη μαγική μουσική του Τζον Γουίλιαμς που μπαίνει στις φλέβες μας και ακούγεται από μέσα, όχι από έξω. Και βέβαια, κρατώντας όσο γίνεται να καθυστερήσει την πλήρη αποκάλυψη του φονικού τέρατος. Η εικόνα του λευκού καρχαρία έγινε τόσο ισχυρή (βλέπε βέβαια και την αριστουργηματική αφίσα), ώστε η ποπ κουλτούρα ξαναέγραψε την ταινία από την αρχή, κάνοντάς τη να φαίνεται πολύ πιο gore απ’ ό,τι είναι. Μάλιστα, στο φιλμ ο καρχαρίας σκοτώνει συνολικά μόνο τέσσερις ανθρώπους (και έναν σκυλάκο, δυστυχώς…), λιγότερους δηλαδή από τον μέσο λαγοκέφαλο στη Χαλκιδική: τη γνωστή κοπέλα στην αρχή, τον μικρό μαθητή Άλεξ, τον άτυχο ψαρά στον κόλπο, και τον Κουίντ. Αν και βέβαια ο Κουίντ κανονικά δεν πιάνεται γιατί είχε βγει στο κυνήγι, οπότε η φάση ήταν ο θάνατός σου η ζωή μου. Αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να μας δώσει τον μυθικό μονόλογό του. ΥΓ. Για να μην πούμε ότι ο αστυνόμος Μπρόντι δεν λέει ποτέ, «We’re gonna need a bigger boat», αλλά: «You’re gonna need a bigger boat». Μικρό το κακό, θα πείτε, μικρή και η Όρκα.
6. «Rocky» (1976)
Εδώ πάλι τι να πει κανείς; Είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο Ρόκι Μπαλμπόα νίκησε τον Απόλο Κριντ. Και μετά άρχισε να τρέχει, και τα παιδάκια από πίσω του τρέχανε κι αυτά, και μετά ανέβηκε στα σκαλιά και άρχισε να χοροπηδάει και έγινε ένα αθάνατο meme. THE END. Στ’ αλήθεια, από ένα σημείο και μετά δεν έχει καμία σημασία ότι στην πραγματικότητα ο Ρόκι… έχασε το ματσάκι, στα σημεία. Όπως θα έλεγε και ο Σλάι, «ΓΙΑ ΜΕΝΑ ,,ΝΙΚΙΣΑ ΕΓΟ». Για να το πούμε κι αλλιώς: πράγματι, δεν έχει σημασία ποιος νίκησε και ποιος έχασε. Σημασία έχει η αξιοπρέπεια, και όχι ο θρίαμβος. Ένας άνθρωπος άντεξε παρά τη διαφορά δυναμικότητας και απέδειξε ότι μπορεί να σταθεί όρθιος. Κι αυτό είναι καλό. Οκέι, η λαϊκή μνήμη προτιμά τη νίκη, γιατί η νίκη ταιριάζει καλύτερα στο αφήγημα του αουτσάιντερ που τα καταφέρνει ενάντια σε κάθε πιθανότητα και τα λοιπά και τα λοιπά, αλλά κι αυτό είναι καλό. Και δεν πειράζει. Επίσης —να το πούμε κι αυτό— η ταινία είναι ακόμη πιο πελώρια (a.k.a. πιο καλή) απ’ όσο θυμόμαστε, κι από όσο πιστεύει το τένις. Και επίσης-επίσης, κανείς μας δεν θυμάται ότι στην Ελλάδα κυκλοφόρησε σαν «Ρόκυ: Τα Χρυσά Γάντια». Μα… χρυσά;
7. «Alien» (1979)
Όπως και στα «Σαγόνια του καρχαρία», έτσι και στο «Άλιεν: Ο επιβάτης του διαστήματος» η μνήμη του κοινού έχει πλάσει τον ωραίο μύθο ότι το ξενόμορφο βρίσκεται συνέχεια επί σκηνής και καταδιώκει το πλήρωμα, τρώγοντας κι από έναν αστροναύτη πάνω στη χαρά του. Στην πραγματικότητα, το τέρας εμφανίζεται λιγότερο από τέσσερα λεπτά, σε σύνολο εκατόν δέκα εννέα: ΑΚΡΙΒΩΣ όπως και με τον καρχαρία, βλέπουμε το άλιεν για μόλις ένα λεπτό ανά μισάωρο. Η πνιγηρή αίσθηση της συνεχούς παρουσίας του προκύπτει από την αρχιτεκτονική του τρόμου που χτίζει ο μέγας μαΐστωρ Ρίντλεϊ Σκοτ: σκοτάδι, υγρασία, μεταλλικοί διάδρομοι, σταγόνες νερό που πέφτουν στο μάγουλό σου, ήχοι που δεν εξηγούνται, ένας λαβύρινθος φτιαγμένος από άγνοια και τρόμο μπροστά στο άγνωστο και στο αναπόφευκτο του θανάτου και του ολοκληρωτικού χαμού, και μια γυναίκα που κανείς δεν την ακούει μπας και σωθεί. Το ξενόμορφο γίνεται μια απειλή που υπάρχει κυρίως στη φαντασία του θεατή. Και υπάρχει ακόμα. Και θα υπάρχει για πάντα. Το άλιεν ζει μέσα μας, και στο τέλος θα βγει από το στήθος μας όπως κάνουν τα παιδιά του. Λυπάμαι που έπρεπε να το πω.
8. «Star Wars: The Empire Strikes Back» (1980)
Το Επεισόδιο V του Πολέμου των Άστρων, «Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται», έχει αυτό το μεγάλο κοινό με την «Καζαμπλάνκα»: όλοι ξέρουμε πως ο Νταρθ Βέιντερ λέει, «Luke, I am your father», ενώ η πραγματική ατάκα τού πιο iconic κακού όλων των εποχών είναι, «No, I am your father». Βασικά, προσθέτουμε στο μυαλό μας το όνομα του Λουκ για να στέκεται η φράση αυτόνομα, εκτός σκηνής και συγκειμένου, επειδή μάς στοίχειωσε. Ο Όμπι-Ουάν Κενόμπι είχε πει στον Λουκ ότι ο πατέρας του ήταν ένας σπουδαίος Τζεντάι, τον οποίο πρόδωσε και σκότωσε ο Βέιντερ, και βέβαια ο Λουκ τον πίστεψε. Τι να κάνει κι αυτός ο φουκαράς… Μικρό το κακό, θα σκεφτεί κανείς, αλλά και πάλι… η μνήμη παίζει τα δικά της παιχνίδια. Είπαμε: το σινεμά είναι αναμνήσεις. Θυμόμαστε τις ταινίες όπως θυμόμαστε τη ζωή μας. Για την ακρίβεια, τα περισσότερα πράγματα που θυμόμαστε είναι ΤΑΙΝΙΕΣ και ΟΧΙ η ζωή μας. Άκου τώρα κάτι πράγματα… Η Δύναμη μαζί μας, αδέλφια.
9. «Friday the 13th» (1980)
Τώρα, εδώ θα κάνουμε το πιο μεγάλο σπόιλερ από όλα σ’ αυτό τον μικρό καταλογάκο μας, αλλά δεν μπορούμε να το αποφύγουμε. Άλλωστε, η ιστορία με το «Παρασκευή και 13» έχει παίξει εδώ και δεκαετίες σε όλα τα τηλεπαιχνίδια γνώσεων, άρα μάς παίρνει. Η ερώτηση είναι, «Ποιος είναι ο δολοφόνος στο φιλμ “Παρασκευή και 13”;» Και όλοι απαντάνε: «Ο Τζέισον! Ο Τζέισον… έεε… Βόρχις. Τζέισον Βόρχις». Αμ δε. Ο σούπερ εμβληματικός δολοφόνος με τη μάσκα του χόκεϊ στη λίμνη Κρίσταλ ΔΕΝ είναι ο Τζέισον. Ο Τζέισον δεν σκοτώνει κανέναν. Δεν σκοτώνει ούτε μύγα. Βασικά, ούτε καν εμφανίζεται ζωντανός. Η φόνισσα είναι η μάνα του, η κυρία Πάμελα Βόρχις, που εκδικείται για τον άδικο πνιγμό του γιου της, και ξεπαστρεύει έναν-έναν τους υπεύθυνους της να-μαζευτούμε-να-πάτε κατασκήνωσης Κρίσταλ Λέικ. Βασικά, στο έργο ο Τζέισον εμφανίζεται μόνο στο τέλος, σαν παιδί-ζομποφάντασμα, σε ένα εφιαλτικό όνειρο. «Μας μπερδεύει η μάσκα του χόκεϊ», θα πει κάποιος από τη γαλαρία. ΖΟΝΚ! Το πρόσωπο της κυρίας Πάμελας είναι εντελώς ακάλυπτο σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, και φοράει ένα απλό, μπλε πλεκτό πουλοβεράκι. Ο ίδιος ο Τζέισον, δε, ΟΥΤΕ στο σίκουελ έχει τη μάσκα: φοράει στο κεφάλι του ένα πάνινο σακί με μία τρύπα για να βλέπει ποιον μακελεύει. Πρέπει να φτάσουμε στο τρίτο φιλμ της σειράς, για να κλέψει μια μάσκα του χόκεϊ από ένα θύμα του. Και ευτυχώς, γιατί η μάσκα τα σπάει, είναι απίθανο trademark. ΥΓ. Φέτος θα δούμε και πρίκουελ τηλεοπτική σειρά με πρωταγωνίστρια τη μαμά Βόρχις, και χαιρόμαστε πολύ!
10. «First Blood» (1982)
Ο Τζον Ράμπο δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι μια μηχανή εξόντωσης που θερίζει δεκάδες εχθρούς, με μαχαίρια, τόξα, Καλάσνικοφ, μυδραλιοβόλα, μπαζούκας, καταπέλτες και ό,τι φονική μηχανή κυκλοφορεί εκεί έξω. Σωστά; Όχι σωστά. Τελείως λάθος! Στην πραγματικότητα, η πρώτη ταινία, το άψογο «Ράμπο: Το πρώτο αίμα» (που και πάλι σύσσωμο το τένις το έχει πετάξει στα σκουπίδια), είναι ένα δράμα καταδίωξης, στο οποίο ο καλός μας Ράμπο δεν σκοτώνει κανέναν. Κανέναν: μηδέν, τίποτα. Μόνο ένας θάνατος συνδέεται μ’ αυτόν, αλλά είναι ατύχημα: ένας αστυνομικός, ο Γκαλτ, τον σημαδεύει πάνω σε ένα ελικόπτερο, και ο Σταλόνε πετάει μια πέτρα — δηλαδή εσείς τι θα κάνατε; Ως αποτέλεσμα, ο πιλότος χάνει τον έλεγχο, το ελικόπτερο κάνει ένα τετακέ, και ο Γκαλτ πέφτει στο κενό. Ζωή σε λόγου μας. Από την άλλη, ο κύριος Ράμπο εξουδετερώνει βέβαια κάμποσους από τους διώκτες του, αλλά προσοχή: χρησιμοποιεί τις δεξιότητές του για να τους θέσει εκτός μάχης ΧΩΡΙΣ να τους αφαιρέσει τη ζωή. Αν και το μπορούσε. Είναι πολύ δυνατός. ΕΙΝΑΙ φονική μηχανή. Αλλά δεν σκοτώνει. Τουλάχιστον όχι στο πρώτο φιλμ. Για τα άλλα, δεν βάζουμε το χέρι μας στη φωτιά.
11. «The Silence of the Lambs» (1991)
Όταν μιλάμε για τη «Σιωπή των αμνών», όλοι ομονοούμε πως πρόκειται για ένα έργο με πρωταγωνιστή τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Πράγμα που επίσης όλοι θυμόμαστε —κάπου βαθιά μέσα μας— δεν ισχύει. Κατά συρροή δολοφόνος εδώ είναι ο Μπάφαλο Μπιλ: ο καημένος ο Χάνιμπαλ είναι στη φυλακή, και καθοδηγεί την Κλαρίς από το περιθώριο, από τα παρασκήνια, από τις κουίντες. Μα τι να πεις! Ο άτιμος ο Άντονι Χόπκινς δεν μπέρδεψε μόνο εμάς, αλλά και την ίδια την Ακαδημία που του έδωσε το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, παρόλο που εμφανίζεται στην οθόνη για μόλις 16 λεπτά σε σύνολο εκατόν δέκα εννέα. Δηλαδή παίζει απλώς διπλάσιο χρόνο από τον καρχαρία και το άλιεν μαζί. (Και πιθανώς είναι πιο κακός και απ’ τους δυο τους. Μαζί). Η ταινία έχει επίσης και μια τέλεια ατάκα-φάντασμα — το περίφημο, «Hello, Clarice». Στην πραγματικότητα, όμως, ο Λέκτερ λέει απλώς: «Good morning». Ούτε χελόου, ούτε Κλαρίς, ούτε τίποτα. Της λέει απλώς καλημέρα. Το «Hello, Clarice» το έκανε διάσημο ο Τζιμ Κάρεϊ στην ταινία «The Cable Guy» πέντε χρόνια μετά, το 1996. Σε μια μεταγενέστερη σκηνή, πάλι, ο Λέκτερ τής λέει, «Good evening, Clarice», ενώ στην τελευταία σκηνή της ταινίας τής ψιθυρίζει στο τηλέφωνο: «Well, Clarice...» Παρ’ όλα αυτά, δέκα χρόνια μετά από τη «Σιωπή των αμνών» ο Χάνιμπαλ Λέκτερ θα πει το περίφημο, «Well, hello Clarice!» στο σίκουελ «Hannibal» («Χάνιμπαλ», 2001), και πάλι κατά τη διάρκεια μιας τηλεφωνικής τους συνομιλίας. Μια pop-culture απάντηση σε έναν pop-culture φαινόμενο. Μας φαίνεται κάπως πολύ αριστουργηματικό όλο αυτό.
12. «Se7en» (1995)
Στο «Seven», τώρα, η τρομερή κορύφωση που όλοι θυμόμαστε δεν είναι βέβαια άλλη από το κομμένο κεφάλι της Γκουίνεθ Πάλτροου, ή της Τρέισι τέλος πάντων, μέσα στο κουτί. Δεν θα μπορούσαν να μας δείξουν κάτι πιο σοκαριστικό από αυτό. Με τη διαφορά ότι ΔΕΝ μας το δείχνουν. Στην ταινία δεν φαίνεται ποτέ κανένα κομμένο κεφάλι. Το μόνο που βλέπουμε και ακούμε είναι η αντίδραση τρόμου του Μόργκαν Φρίμαν, οι κραυγές του Μπραντ Πιτ, και ένα αστραπιαίο φλας-μπακ του προσώπου της Τρέισι από προηγούμενη σκηνή: μια όμορφη, φωτεινή εικόνα από τη ζωή της, ένα single-frame. Ο τρόμος —και η εικόνα που σε στοιχειώνει— παράγεται εξολοκλήρου στο μυαλό του θεατή. Στο δικό μας μυαλό. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ είναι σπουδαίος, και εδώ παραδίδει μια σκηνή ανθολογίας βασισμένη απολύτως στην ψυχολογική υποβολή. Και τα καταφέρνει: το σοκ είναι απόλυτο. Το μυαλό μας, λένε, απεχθάνεται τα κενά. Έτσι, όταν η ταινία προσφέρει όλες τις λεκτικές και συναισθηματικές αποδείξεις για το τι κρύβει το κουτί, η φαντασία μας σχεδιάζει αυτόματα την αποτρόπαιη εικόνα. Ακόμη χειρότερα: με τα χρόνια, η ψεύτικη αυτή ανάμνηση εδραιώνεται σαν πραγματικό πλάνο της ταινίας. Γενικά, οι αναμνήσεις μας στηρίζονται πολύ λιγότερο στην πραγματικότητα από όσο νομίζουμε. Άλλωστε, τι είναι στ’ αλήθεια κι αυτή η πραγματικότητα;… ΥΓ. Το αστείο εδώ είναι πως ο Φίντσερ ΗΘΕΛΕ να μας δείξει το κεφάλι, αλλά το στούντιο αντέδρασε και του είπε όχι, μην το συζητάς, ούτε καν. Και το ακόμη πιο αστείο είναι πως το στούντιο —έτσι για αλλαγή— είχε δίκιο: η σκηνή έγινε πολύ, πολύ, πολύ πιο τρομακτική.
13. «Scream» (1996)
Στην «Κραυγή Αγωνίας», όπως βαφτίσαμε στα ελληνικά το «Scream», πολύς κόσμος —για να μην πούμε «ο περισσότερος» και φανούμε υπερβολικοί— πιστεύει ακράδαντα πως ο δολοφόνος είναι ο Στου Μέικερ, που τον υποδύεται ο Μάθιου Λίλαρντ. (Τον χαρήκαμε φέτος, στα 56 του πια, και στον Ντέρντεβιλ του Disney+. Κάνει ακόμη μερικές από τις μούτες που έκανε και τότε, είναι πολύ καλός). Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν δίκιο — αλλά και άδικο. Κι αυτό γιατί ο Στου είναι πράγματι ο Γκόστφεϊς, μόνο που δεν υπάρχει μόνο ΕΝΑΣ Γκόστφεϊς στο έργο: οι δολοφόνοι με τη μάσκα είναι δύο — ο Στου, και ο Μπίλι Λούμις (τον υποδύεται ο όμορφος Σκιτ Όλριτς). Η διπλή ταυτότητα του κακού ήταν απαραίτητη —κι ας μη μας πέρασε τότε από το μυαλό—, γιατί μόνο έτσι εξηγείται πώς ο Γκόστφεϊς εμφανιζόταν σε δύο διαφορετικά σημεία ταυτόχρονα. Το «Scream» είναι μια τεράστια ταινία (όλο το φραντσάιζ είναι) που αναγέννησε το είδος των ταινιών slasher. Μέχρι τότε, οι μεγάλοι κακοί του τρόμου, ο Μάικλ Μάγιερς, ο Τζέισον και οι άλλοι, παρουσιάζονταν σαν σιωπηλές, άτρωτες, οριακά υπερφυσικές δυνάμεις. Το φιλμ του Γουές Κρέιβεν ανέτρεψε αυτό το μοτίβο, παρουσιάζοντας έναν κακό που κάνει λάθη, που σκοντάφτει, τρώει ξύλο, πονάει — και πεθαίνει. Και κάτω από την τέλεια μάσκα του κρύβονται, όχι ένας, αλλά δύο —απλοί μεν, σούπερ ψυχοπαθείς δε— έφηβοι, με τελείως γήινα κίνητρα: εκδίκηση, η αρρωστημένη πίεση των συνομηλίκων τους, και κάτι τέτοια. Με εξαίρεση το «Scream 3», όλες οι επόμενες ταινίες βασίστηκαν στην ίδια ακριβώς συνταγή: τη μάσκα του Γκόστφεϊς τη φοράνε πάντα δύο άτομα. Έτσι, κάθε ταινία είναι και ένα ευφυές παιχνίδι μυστηρίου, τύπου whodunit.
14. «Titanic» (1997)
Στον «Τιτανικό», η σκηνή του θανάτου του Τζακ έχει γίνει αντικείμενο παρωδίας, που μάλιστα κρατάει τριάντα χρόνια τώρα, καθώς πολύς κόσμος ισχυρίζεται ότι υπήρχε χώρος και για τους δύο πάνω στην πόρτα, οπότε γιατί έκατσε να πνιγεί ο Ντι Κάπριο, τι φάση; Στην πραγματικότητα, η ταινία δείχνει πεντακάθαρα ότι η σανίδα είναι πολύ μικρή και φτενή για να κρατήσει το βάρος και των δύο παιδιών χωρίς να βυθιστεί. Έτσι, ο Τζακ θυσιάζεται εσκεμμένα για να κρατήσει τη Ρόουζ στην επιφάνεια. Τόσο απλά. Μόνο που το κοινό δεν το καταλαβαίνει αυτό. Τα memes εξακολουθούν για κάποιο λόγο όλα αυτά τα χρόνια να μένουν στην επιφάνεια σαν τη σανίδα, που στην πραγματικότητα ήταν κομμάτι από την κάσα μιας πόρτας του πλοίου. Το ζήτημα στο παρελθόν είχε πάρει πελώριες διαστάσεις, εξ ου και εξετάστηκε επιστημονικά δύο φορές. Κάτι που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του σινεμά. Γιατί, άλλο να ψάχνουμε να δούμε τι παίζει στο «Interstellar», και άλλο τι γίνεται με τη σανίδα στον «Τιτανικό». Εν πάση περιπτώσει, εκείνη η τέλεια εκπομπή, οι «MythBusters», απέδειξε το 2012 ότι υπήρχε πράγματι ένας τρόπος να μείνουν και οι δύο πάνω στη σανίδα χωρίς να βυθιστεί: να βγάλουν το σωσίβιο της Ρόουζ και να το δέσουν κάτω από το ξύλο για να αυξήσουν, έτσι, την άνωση. Ο Κάμερον, παρ’ όλα αυτά, μαζί με μία ομάδα ειδικούς, το έψαξαν με τη σειρά τους και είδαν ότι ο Τζακ θα είχε πάθει θανατηφόρα υποθερμία μέσα στα 5-10 λεπτά που θα χρειαζόταν για να βουτήξει και να δέσει το σωσίβιο στα τυφλά. Με τους –2° δεν παίζεις. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2022-23, το National Geographic έκανε ένα ντοκιμαντέρ: «Titanic: 25 Years Later». Για τις ανάγκες της ταινίας, ο Κάμερον προσέλαβε ειδικούς επιστήμονες υποθερμίας, συν δύο κασκαντέρ με τα ίδια κιλά και το ίδιο ύψος με τον Λίο και τη Γουίνσλετ. Τα πειράματα έδειξαν ότι, εάν ανέβαιναν και οι δύο στην αυτοσχέδια σχεδία, το ξύλο θα βυθιζόταν περί τους 15 πόντους, με συνέπεια τα ζωτικά τους όργανα να έμεναν μέσα στο παγωμένο νερό, κάτι που θα οδηγούσε και τους δύο στον θάνατο, όχι αύριο, αλλά μέσα σε λίγα λεπτά. Προφανώς ο θάνατος του Τζακ ήταν μια καλλιτεχνική και δραματική επιλογή: πέρα από ιστορική ταινία καταστροφής, ο «Τιτανικός» είναι ένα φιλμ για την απώλεια και τη θυσία. Αν ο Τζακ ζούσε, το τέλος θα έχανε τόσο όλο το συναισθηματικό του βάρος, όσο και το νόημα της απόλυτης αγάπης που αψηφά τον θάνατο. Αλλά και να ’θελε να σωνόταν, δεν θα τα κατάφερνε. Αντίθετα, θα σκοτωνόταν έτσι και το κορίτσι. Το θέμα θεωρείται λήξαν.
15. «The Blair Witch Project» (1999)
Στο «The Blair Witch Project», πολλοί θυμούνται ότι κάπου εκεί στο τέλος είδαν τη μάγισσα. Η ταινία, όμως, δεν τη δείχνει ποτέ. Βασικά, η ταινία δεν δείχνει τίποτε. Αυτή η σατανικά έξυπνη κατασκευή καταφέρνει να μας παγώσει το αίμα βασιζόμενη στο τι ΔΕΝ βλέπει ο θεατής — εκεί είναι όλο το κόλπο. Παρ’ όλα αυτά, το μυαλό μας (η περίεργη συνοδοιπόρος μας που λέγεται μνήμη) συμπληρώνει —το ξαναείπαμε— αυτό που η αφήγηση αρνείται να δείξει. Η ταινία βασίζεται εξ ολοκλήρου στην ανθρώπινη «ψυχολογία», στη φαντασία και στην τεχνική τού διαρκώς υποδηλούμενου τρόμου. Και βέβαια είναι γεμάτη ανατριχιαστικούς ήχους πέρα στο δάσος —παιδικά κλάματα μέσα στη νύχτα, ανεξήγητα τριξίματα, κραυγές…— που ενεργοποιούν τα πρωτόγονα ένστικτα φόβου που έχουμε μέσα μας, αλλά και οπτικά στοιχεία τρόμου —τις στοίβες με τις πέτρες, τα ξύλινα σύμβολα-φετίχ, τα ίχνη στην ομίχλη και το χιόνι…— που δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας και παράνοιας. Ο τρόμος γεννιέται επίσης από την απώλεια ελέγχου, από το χάσιμο του όποιου προσανατολισμού, και από την ψυχολογική κατάρρευση των χαρακτήρων. Το δε εμβληματικό φινάλε —με τον Μάικ να στέκεται ακίνητος στη γωνία του υπογείου— είναι ανατριχιαστικό ακριβώς γιατί δεν εξηγείται. Ο θεατής καλείται να συνθέσει το παζλ και να φανταστεί τι ακριβώς γίνεται εκεί πέρα λίγο πριν κλείσει η κάμερα. Κανόνας: είμαστε όλοι ικανοί να πλάθουμε εικόνες με τη σκοτεινή φαντασία μας, πολύ πιο ανατριχιαστικές από οτιδήποτε θα μπορούσε να σκεφτεί και να φτιάξει ένα κινηματογραφικό συνεργείο για να μας κάνει να τρομάξουμε.
Προφανώς οι παραπάνω 15 ταινίες δεν είναι οι μόνες που γράφτηκαν στη μνήμη μας με έναν άλλο, ιδιαίτερο τρόπο. Υπάρχουν πολύ περισσότερες. Όπως βέβαια υπάρχουν και μπόλικες τηλεοπτικές σειρές: γι’ αυτές όμως θα κάνουμε ξεχωριστό σημείωμα.
Κλείνοντας: όλο αυτό το πράγμα έχει πολλές ομοιότητες με το λεγόμενο Mandela Effect, ένα κάπως μυστήριο ψυχολογικό και κοινωνικό φαινόμενο. Mandela Effect έχουμε όταν μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων μοιράζεται την ίδια ψευδή μνήμη για ένα ιστορικό γεγονός. Ο όρος επινοήθηκε το 2010 από τη Fiona Broome, μια ερευνήτρια που ξαφνικά συνειδητοποίησε πως τόσο η ίδια όσο και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι (από μαρτυρίες στο διαδίκτυο) έκοβαν το χέρι τους ότι ο Νέλσον Μαντέλα είχε πεθάνει στη φυλακή, πιθανότατα κάπου στη δεκαετία του 1980. Μάλιστα, πολλοί θυμόντουσαν και πλάνα από την κηδεία του που παρακολούθησαν στην τηλεόραση, αποσπάσματα από τους λόγους που εκφωνήθηκαν, τα δάκρυα του πλήθους κλπ. Στην πραγματικότητα, ο ηγέτης της Νοτίου Αφρικής αποφυλακίστηκε το 1990, έγινε πρόεδρος στην πολύπαθη χώρα του, και έζησε μέχρι το 2013, οπότε και πέθανε από φυσικά αίτια στο σπίτι του.
* * *
Το Ημερολόγιο κυκλοφορεί κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Κάθε Σάββατο, παρουσιάζουμε το πορτρέτο μιας «άγνωστης» γυναίκας πρωτοπόρου του περασμένου καιρού, ή μιας Άλλης Γυναίκας. Τις Κυριακές, η στήλη μεταμορφώνεται στο Βιβλίο της Εβδομάδας. Στείλτε μας μέιλ αν θέλετε να μας πείτε ή να μας ρωτήσετε κάτι — οτιδήποτε. Μην ξεχνάτε, επίσης, πως κάθε Τρίτη πρωί έχουμε και πόντκαστ! Σας ευχαριστούμε πολύ.