Κινηματογραφος

Θερινοί κινηματογράφοι στην Αθήνα: Η ιστορία ενός καλοκαιρινού θεσμού

Από τις πρώτες υπαίθριες προβολές στις αρχές του 20ού αιώνα έως τη χρυσή εποχή των θερινών σινεμά, η διαδρομή ενός αθηναϊκού συμβόλου.

2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ιστορία των θερινών κινηματογράφων στην Αθήνα, από το 1902 έως σήμερα, και η θέση τους στο ελληνικό καλοκαίρι.

Λίγα πράγματα σηματοδοτούν την έναρξη του καλοκαιριού στην Αθήνα, τόσο αναμφίβολα, όσο η έναρξη της λειτουργίας των θερινών κινηματογράφων. Αν και οι περισσότεροι από εμάς δεν το συνειδητοποιούν, ο θεσμός αυτός αποτελεί ένα παραδοσιακό αθηναϊκό φαινόμενο, από τις απαρχές ακόμα του σινεμά, όταν η θρυλική μικρού μήκους ταινία του πρωτοπόρου κινηματογραφιστή Ζωρζ Μελιές, «Ταξίδι στη Σελήνη» (Le Voyage dans la Lune), προβλήθηκε μόλις δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία της στη Γαλλία το 1902, σε ένα υπαίθριο καφενείο στην Πλατεία Συντάγματος, τότε ακόμα ως ένα μοντέρνο αξιοθέατο παρόμοιο με το κινητοσκόπιο. Χάρη στο ήπιο κλίμα της Αττικής, με τα χρόνια ο θεσμός των θερινών κινηματογράφων εδραιώθηκε και έγινε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σύμβολα του ελληνικού καλοκαιριού, ενώ στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο, μετά το 1950 άρχισε σιγά σιγά να εξαφανίζεται, καθώς αντικαταστάθηκε από κλειστές κλιματιζόμενες αίθουσες προβολής.

Πώς οι θερινοί κινηματογράφοι έγιναν σύμβολο του αθηναϊκού καλοκαιριού

Η αθηναϊκή σκηνή των θερινών κινηματογράφων, άθελά της ίσως και από ανάγκη περισσότερο από καλαισθησία —ούτε λόγος για air-condition την περίοδο ακριβώς μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου— διατήρησε μία από τις ομορφότερες ατραξιόν της Belle Époque, σχεδόν αυτούσια. Η προϋπόθεση της αγοράς ποτού για την παρακολούθηση της ταινίας, αντικαταστάθηκε από ένα αρκετά οικονομικό εισιτήριο —η τιμή του υπήρξε μέχρι και μόλις 2 δρχ. για μια περίοδο— και πριν ακόμα την ευρεία διαθεσιμότητα των τηλεοράσεων (που, ούτως ή άλλως, τότε ήταν αποκλειστικά ασπρόμαυρες στην Ελλάδα) το σινεμά έγινε μία από τις κύριες πηγές ψυχαγωγίας, με τους Αθηναίους να πηγαίνουν σε προβολές έως και σχεδόν κάθε βράδυ. Αν και ο θεσμός του κινηματογράφου, γενικότερα, έπεσε σε παρακμή κατά την δεκαετία του 1980, μερικά πολύ παλιά θερινά σινεμά, όπως για παράδειγμα η «Αίγλη» στο Ζάππειο, διατηρούνται μέχρι και σήμερα.

Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες τα υπαίθρια σινεμά, από την δεκαετία του 1950 και έπειτα, ήταν κατά κύριο λόγο «drive-ins» —έπρεπε, δηλαδή, να πάει κάνεις σε αυτά με το αυτοκίνητό του και να παρακολουθήσει την προβολή, ή να κάνει, τέλος πάντων, ό,τι είχε σκοπό να κάνει, εφόσον πλήρωνε το αντίτιμο του εισιτηρίου, από την ασφάλεια των καθισμάτων του— στην Ελλάδα, τα θερινά σινεμά παρέμειναν μια αισθητά κομψότερη εμπειρία, με απόλυτη ελευθερία, όσον αφορά το κάπνισμα, και παράλληλα αφθονία πασατέμπου, γρανιτών και ταμ-ταμ, την οποία, πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων, οι χειμερινές αίθουσες δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν.

Σαν ατραξιόν, οι ταινίες συγκέντρωναν τις βασικές έννοιες της «εξόδου», του «φαγητού και του ποτού», και της «μουσικής» —βλέποντας σήμερα μια παλιά ταινία της Φίνος Φιλμ, ορισμένοι από εμάς μπορεί να αναρωτηθούν τι προσέφεραν στην πλοκή τα δύο απανωτά μουσικά νούμερα, στις αδιαπραγμάτευτες σεκάνς στα νυχτερινά κέντρα της πόλης, με τον Ζαμπέτα, τον Χιώτη κλπ.— συνιστώντας, έτσι, την πιο φτηνή μορφή ψυχαγωγίας, που συμπεριλάμβανε, ωστόσο, ολόκληρο το «πακέτο». Το αντεπιχείρημα που ακούγεται μερικές φορές σήμερα, ότι στα θερινά θα δεις τα απλωμένα ρούχα από το μπαλκόνι του γείτονα ή ότι αν υπάρχουν πολλές αίθουσες, η μία δίπλα στην άλλη, ενδέχεται να ακούς λίγο και από την διπλανή ταινία, ήταν άτοπο, ιδιαίτερα κατά την «Χρυσή Εποχή» των θερινών κινηματογράφων (1950-1970), καθώς η αίσθηση της ύπαρξης των «συνανθρώπων» ήταν κι αυτή μέρος της εμπειρίας.