- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μυρσίνη Αριστείδου: Το Sundance ήταν ένας σταθμός - ορόσημο
Με μια ιστορική διάκριση για τον κυπριακό κινηματογράφο, η σκηνοθέτρια απέσπασε το βραβείο κοινού στο Sundance Film Festival για το «Κράτα με» και μιλά για την παγκόσμια γλώσσα του σινεμά και την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της
Η Μυρσίνη Αριστείδου μιλά για τη νέα ταινία της «Κράτα με», το βραβείο στο Sundance Film Festival και τη δύναμη του προσωπικού σινεμά
Από τη Λεμεσό των παιδικών της βιωμάτων μέχρι τις σπουδές στο Pratt Institute και το NYU Tisch, η Μυρσίνη Αριστείδου επιμένει σε ένα σινεμά σχέσεων. Ολοκληρώνοντας την άτυπη τριλογία της πάνω στη σχέση πατέρα - κόρης, μετά τα «Σεμέλη» και «Άρια», το «Κράτα με», με πρωταγωνίστρια την 11χρονη Μαρία Πέτροβα, αντικατοπτρίζει την ίδια την Κύπρο: μικρή, συχνά παραγνωρισμένη, σημαδεμένη από απουσίες, αλλά αποφασισμένη να επανασυνδεθεί και να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Το «Κράτα με» αποτελεί την πρώτη κυπριακή, ελληνόφωνη μεγάλου μήκους ταινία που συμμετείχε στο Sundance Film Festival, όπου και πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της με sold out προβολή. Η ταινία βρήκε θερμή υποδοχή από κοινό και κριτικούς με διπλό standing ovation και απέσπασε το Audience Award, σηματοδοτώντας μια ιστορική στιγμή για τον κυπριακό κινηματογράφο. Υπότροφος του Cannes Cinéfondation Résidence και βραβευμένη από το Sam Spiegel Film Lab με το Emerging Filmmaker Award, η Μυρσίνη Αριστείδου επιστρέφει κινηματογραφικά με την πιο προσωπική της δημιουργία, που θα προβληθεί στις αίθουσες το 2026 και αφηγείται μικρές και μεγάλες ιστορίες.
― Η ταινία ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία γύρω από τη σχέση πατέρα - κόρης. Πώς εξελίχθηκε αυτή η θεματική από τη «Σεμέλη» και την «Άρια» μέχρι το «Κράτα με»;
Εξελίχθηκε οργανικά, σχεδόν ασυνείδητα στην αρχή. Στη «Σεμέλη» υπήρχε η ανάγκη για αποδοχή μέσα από την παιδική αθωότητα. Στην «Άρια» η σχέση έγινε πιο περίπλοκη, με την εφηβεία να φέρνει μια δόση απογοήτευσης και την αναζήτηση της ταυτότητας. Στο «Κράτα με» η θεματική ωριμάζει: δεν είναι πια μόνο η αναζήτηση της προσοχής, αλλά η προσπάθεια για μια ουσιαστική επανασύνδεση και η κατανόηση του πατέρα ως ενός ανθρώπου με τις δικές του αδυναμίες. Είναι το κλείσιμο ενός κύκλου συμφιλίωσης με την πραγματικότητα της ζωής.
― Τι σας ενέπνευσε να αφηγηθείτε αυτή την ιστορία μέσα από την οπτική μιας 11χρονης ηρωίδας;
Τα 11 είναι μια μεταβατική ηλικία. Το μεταίχμιο όπου η παιδική μαγεία αρχίζει να δίνει τη θέση της στην ωμή πραγματικότητα των ενηλίκων. Με ενέπνευσε η καθαρότητα της ματιάς της. Μια 11χρονη βλέπει τα πάντα, καταλαβαίνει περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε, αλλά δεν έχει ακόμα τα «φίλτρα» των μεγάλων. Αυτή η ευθύτητα προσφέρει μια μοναδική συναισθηματική ένταση στην αφήγηση.
― Αναφέρετε ότι το «Κράτα με» είναι η πιο προσωπική σας ταινία μέχρι σήμερα. Τι την κάνει τόσο προσωπική για εσάς;
Το «Κράτα με» κουβαλάει κομμάτια από τις δικές μου αναμνήσεις, τον τρόπο που ένιωθα τον χώρο και τους ανθρώπους γύρω μου μεγαλώνοντας. Είναι προσωπική γιατί αγγίζει την ευαλωτότητα της επιστροφής στις ρίζες και την προσπάθεια να «κρατηθείς» από κάτι σταθερό σ’ έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, όπως αλλάζουμε κι εμείς μέσα σ’ αυτόν.
― Η ταινία μιλά για την «ήσυχη λαχτάρα» και τις δύσκολες επανασυνδέσεις. Πώς δουλέψατε με τους ηθοποιούς για να αποδώσετε αυτή τη λεπτή συναισθηματική ισορροπία;
Με ενδιέφερε η σύγκρουση. Το να θέλεις να πλησιάσεις κάποιον, αλλά να φοβάσαι τι σημαίνει αυτό. Να τον κοιτάς και να φαίνεται ότι νοιάζεσαι, αλλά να μην μπορείς να το πας μέχρι το τέλος, κάποιες φορές από αυτογνωσία, αλλά συνήθως από φόβο. Με τους ηθοποιούς δουλέψαμε πάνω σ’ αυτό το εσωτερικό μπλοκάρισμα. Όχι στο τι λένε, αλλά στο τι δεν μπορούν να πουν. Τους ζήτησα να κρατούν το συναίσθημα μέσα τους, σχεδόν να το καταπιέζουν. Γιατί εκεί, στη ρωγμή, φαίνεται η αλήθεια.
― Τι σημαίνει για εσάς η διάκριση στο Sundance και πώς επηρεάζει τη σχέση σας με το κοινό διεθνώς;
Το Sundance ήταν ένας σταθμός-ορόσημο. Σημαίνει ότι μια ιστορία που ξεκίνησε από ένα μικρό νησί, την Κύπρο, έχει μια οικουμενική γλώσσα που μπορεί να αγγίξει ανθρώπους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Μου έδωσε την αυτοπεποίθηση ότι η αυθεντικότητα και η εντοπιότητα είναι τελικά τα στοιχεία που μας συνδέουν παγκοσμίως. Αν είσαι ειλικρινής με το μέσα σου, η σύνδεση γίνεται.
― Ο χώρος (το παραθαλάσσιο τοπίο, το εγκαταλειμμένο ναυπηγείο) μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν ως χαρακτήρας. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιλογή;
Το εγκαταλειμμένο ναυπηγείο συμβολίζει τη φθορά, αλλά και τη δυνατότητα επισκευής, όπως ακριβώς και οι ανθρώπινες σχέσεις. Η θάλασσα, από την άλλη, προσφέρει έναν ατέλειωτο ορίζοντα με πιθανότητες. Ήθελα το περιβάλλον να αντικατοπτρίζει την εσωτερική κατάσταση των χαρακτήρων, χωρίς όμως να την εξηγεί.
― Πότε καταλάβατε ότι θέλατε να ασχοληθείτε με τον κινηματογράφο; Μεγαλώνοντας στη Λεμεσό, ποιες εικόνες ή εμπειρίες πιστεύετε ότι επηρέασαν περισσότερο τη ματιά σας ως δημιουργού;
Πάντα υπήρχε μια ανάγκη να παρατηρώ και να καταγράφω τον κόσμο. Ωστόσο, η στιγμή που συνειδητοποίησα ότι ο κινηματογράφος είναι ο «δρόμος» μου ήταν όταν κατάλαβα ότι συνδυάζει όλες τις τέχνες που αγαπώ: τη φωτογραφία, τη μουσική, την αφήγηση, την ψυχολογία και την ανθρωπολογία. Η Λεμεσός της παιδικής μου ηλικίας είναι γεμάτη από το φως του ήλιου, τη μυρωδιά της θάλασσας και τη βιομηχανική τραχύτητα του λιμανιού. Αυτές οι αντιθέσεις –το όμορφο και το παραμελημένο– διαμόρφωσαν την αισθητική μου. Η αίσθηση της «γειτονιάς» και οι ιστορίες των ανθρώπων της με επηρέασαν βαθιά.
― Πώς σας διαμόρφωσαν οι σπουδές σας στο Pratt Institute και στο NYU Tisch School of the Arts;
Το Pratt μού έδωσε την εικαστική παιδεία και την πειθαρχία στην εικόνα. Το NYU Tisch ήταν το σχολείο της αφήγησης και της σκηνοθεσίας. Εκεί έμαθα να αναζητώ την αλήθεια πίσω από την κάμερα και να μη φοβάμαι να είμαι ειλικρινής, όσο επώδυνο κι αν είναι αυτό. Μέσω της διαδικασίας στο NYU, βρήκα τη φωνή μου ως καλλιτέχνης.
― Υπάρχουν συγκεκριμένοι δημιουργοί ή έργα που έχουν επηρεάσει το κινηματογραφικό σας ύφος;
Με επηρεάζουν δημιουργοί που εμπιστεύονται το συναίσθημα χωρίς να το επιβάλλουν. Ο Κασσαβέτης για την ωμή αμεσότητα και το πώς αφήνει τους χαρακτήρες να εκτεθούν. Ο Κόρε Έντα για τη λεπτότητα και όσα μένουν ανείπωτα στις οικογενειακές σχέσεις και στα παιδιά. Και ο Σκορσέζε για το ότι επιστρέφει ξανά και ξανά στον κόσμο που γνωρίζει, αντλώντας από τη δική του ζωή και παιδική ηλικία. Γενικά, με ενδιαφέρουν σκηνοθέτες που σε κάθε ταινία προσπαθούν να διερευνήσουν κάτι που τους αφορά βαθιά. Κάτι που τους προβληματίζει και τους συγκινεί πραγματικά.
― Ιδρύσατε την One Six One Films το 2016. Τι σας ώθησε να δημιουργήσετε τη δική σας εταιρεία παραγωγής;
Η ίδρυση της εταιρείας γεννήθηκε από την ανάγκη για καλλιτεχνική ανεξαρτησία. Ήθελα να έχω τη στέγη μου, έναν χώρο όπου θα μπορούσα να αναπτύξω τις ταινίες μου αλλά και να στηρίξω άλλες φωνές που μοιράζονται ένα παρόμοιο όραμα για έναν κινηματογράφο με συναίσθημα και αισθητική αρτιότητα.
Με επηρεάζουν δημιουργοί που εμπιστεύονται το συναίσθημα χωρίς να το επιβάλλουν
― Οι ταινίες σας έχουν ταξιδέψει σε μεγάλα φεστιβάλ (Βενετία, Sundance, Berlinale). Πώς βιώνετε αυτή τη διεθνή πορεία ως Κύπρια δημιουργός;
Το βιώνω με μια βαθιά αίσθηση ευθύνης αλλά και δικαίωσης. Ως Κύπρια δημιουργός, συχνά νιώθω ότι ξεκινώ από μια μικρή γωνιά του κόσμου που δεν έχει πάντα την «ορατότητα» των μεγάλων κινηματογραφικών βιομηχανιών. Το να βλέπω, λοιπόν, τις ιστορίες μου και τη δική μας ιδιοσυγκρασία να συγκινούν κοινό και κριτικούς σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η επιβεβαίωση ότι το προσωπικό μπορεί να γίνει οικουμενικό. Στα φεστιβάλ αυτά δεν αισθάνομαι απλώς ότι εκπροσωπώ τον εαυτό μου, αλλά έναν τρόπο ματιάς. Υπάρχει μια μαγεία στο να συζητάς με ανθρώπους από κάθε γωνιά της Γης για μια ταινία που γυρίστηκε στην Κύπρο, σε ένα ναυπηγείο, και να ανακαλύπτεις ότι μπορούν να συνδεθούν με τους ήρωές σου. Αυτή η διεθνής πορεία μού έμαθε ότι, για να φτάσεις σε κάτι οικουμενικό, χρειάζεται μια απόσταση. Να μπορέσεις να δεις το συναίσθημα καθαρά, σχεδόν αντικειμενικά, χωρίς να το φορτίζεις. Εκεί αρχίζει να ανοίγει και να αφορά και τους άλλους. Είναι ένα ταξίδι που με γεμίζει ευγνωμοσύνη και μου υπενθυμίζει ότι το σινεμά είναι η πιο όμορφη γέφυρα ανάμεσα σε πολιτισμούς.
― Πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα το κυπριακό σινεμά και τη θέση του στον διεθνή κινηματογραφικό χάρτη;
Το κυπριακό σινεμά διανύει μια πολύ ενδιαφέρουσα, εξωστρεφή περίοδο. Για χρόνια ήμασταν κάπως «αόρατοι», αλλά πλέον υπάρχει μια νέα γενιά δημιουργών που μιλά μια γλώσσα παγκόσμια.
― Υπάρχει κάποια σκηνή ή στιγμή στην ταινία που σας άγγιξε ιδιαίτερα κατά τη δημιουργία της;
Υπάρχει μια σκηνή στον ιππόδρομο, όπου ο πατέρας μιλά στην Ίριδα για τον δικό του πατέρα. Για λίγο αφήνει την άμυνα και εκτίθεται. Και αυτή τη στιγμή, για πρώτη φορά, αρχίζεις να τον βλέπεις αλλιώς. Μετατοπίζεται ο τρόπος που τον αντιλαμβάνεσαι. Και ξαφνικά, ό,τι προηγήθηκε αποκτά άλλο βάρος.
― Τι σας συγκινεί περισσότερο ως άνθρωπο και πώς αυτό περνά στις ταινίες σας;
Με συγκινεί η προσπάθεια των ανθρώπων να εκφράσουν και να μοιραστούν τα πολυσύνθετα και βαθιά συναισθήματά τους, ενώ δεν ξέρουν τον τρόπο. Η ευαλωτότητα που κρύβεται πίσω από μια σκληρή κουβέντα ή μια απότομη κίνηση. Αναζητώ την αλήθεια στο ατελές. Γιατί όλοι κουβαλάμε πολλά μέσα μας, που συχνά επιλέγουμε να μη δούμε, να μην πούμε, να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε. Κι όμως, πιστεύω πως η στιγμή που τολμάς να τα αντικρίσεις ή να τα μοιραστείς, όσο μικρή κι αν είναι, μπορεί να μετατοπίσει τα πάντα. Στον τρόπο που σχετίζεσαι, στον τρόπο που συνυπάρχεις ως μέλος μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας, μιας χώρας και ολόκληρης της ανθρωπότητας, ενός κόσμου.
― Ποια είναι η ταινία που θα μπορούσατε να βλέπετε ξανά και ξανά χωρίς να τη βαρεθείτε ποτέ;
Κάθε ταινία ανήκει σε μια συγκεκριμένη στιγμή, σε μια συγκεκριμένη ανάγκη. Υπάρχουν κάποιες στις οποίες επιστρέφω κατά καιρούς. Και κάθε φορά τις βλέπω αλλιώς. Ίσως αυτό είναι που έχει σημασία. Άλλα πάντως δεν υπάρχει μία στην οποία επιστρέφω συνεχώς.
― Υπάρχει κάποια κινηματογραφική στιγμή που σας «στοιχειώνει» μέχρι σήμερα;
Συγκεκριμένη στιγμή που με «στοιχειώνει», όχι. Περισσότερο μένουν μέσα μου αποσπάσματα από ταινίες που έχω αγαπήσει. Η στιγμή στους «Κλέφτες ποδηλάτων» που ο πατέρας περικυκλώνεται και νιώθεις την απόλυτη αδυναμία του. Ή στο «Rocky», στο τέλος, όταν φωνάζει «Έιντριαν», αυτή η ανάγκη να είναι εκεί ο άνθρωπός σου, ειδικά στη στιγμή που ξέρεις ότι δεν τα κατάφερες. Είναι σκηνές που κουβαλούν κάτι πολύ ανθρώπινο, σχεδόν πρωτόγονο.
― Ποιο soundtrack ή ποιος συνθέτης σάς ακολουθεί πιο συχνά στην καθημερινότητά σας;
Εξαρτάται από τη διάθεσή μου. Μπορεί να κινηθώ από κλασική μουσική μέχρι rock ’n’ roll, disco ή electronic μέσα σε μία μέρα. Αυτή την περίοδο είμαι σε μια πιο ανοιχτή φάση, όπου ακούω τα πάντα, γιατί βρίσκω έμπνευση σε όλα τα είδη μουσικής.