Κινηματογραφος

Πώς τα biopics έγιναν η νέα μηχανή χρήματος του Χόλιγουντ

Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον Μάικλ Τζάκσον

Newsroom
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί το Χόλιγουντ ποντάρει ξανά στα μουσικά biopics

Σε μια περίοδο που το Χόλιγουντ αναζητά επειγόντως τρόπους να ξαναφέρει το κοινό στις κινηματογραφικές αίθουσες, τα μουσικά biopics έχουν εξελιχθεί σε μία από τις πιο ασφαλείς εμπορικές λύσεις της βιομηχανίας.

Η επιτυχία ταινιών όπως το «Bohemian Rhapsody», το «Elvis» και πλέον το «Michael», η πολυσυζητημένη βιογραφική ταινία για τον Μάικλ Τζάκσον, δείχνει ότι το κοινό συχνά ενδιαφέρεται λιγότερο για την ακρίβεια της αφήγησης και περισσότερο για την εμπειρία: τα τραγούδια, τη νοσταλγία, την αναπαράσταση εμβληματικών στιγμών και την αίσθηση ενός κινηματογραφικού event.

Το νέο φιλμ του Αντουάν Φουκουά για τον Μάικλ Τζάκσον θεωρείται ήδη κομβικό για το είδος. Με προϋπολογισμό περίπου 200 εκατ. δολάρια, είναι το ακριβότερο μουσικό biopic που έχει γυριστεί, ενώ αναμένεται να σημειώσει εντυπωσιακό άνοιγμα στο box office, παρά τις αρνητικές κριτικές.

Η ταινία έχει προκαλέσει συζητήσεις επειδή αποφεύγει δύσκολα κεφάλαια της ζωής του Τζάκσον, επιλέγοντας να κλείσει την αφήγηση το 1988. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η παραγωγή αναγκάστηκε να ξαναγυρίσει μεγάλο μέρος της ταινίας, με κόστος περίπου 50 εκατ. δολάρια, λόγω νομικών ζητημάτων που σχετίζονταν με καταγγελίες εις βάρος του τραγουδιστή.

Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον Μάικλ Τζάκσον. Το «Bohemian Rhapsody», με τον Ράμι Μάλεκ ως Φρέντι Μέρκιουρι, είχε αποφέρει 911 εκατ. δολάρια, παρά τις ενστάσεις για τον τρόπο που χειρίστηκε τη ζωή του τραγουδιστή των Queen. Αντίστοιχα, το «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν, μια εγκεκριμένη από την οικογένεια εκδοχή της ζωής του Έλβις Πρίσλεϊ, έφτασε τα 287 εκατ. δολάρια και απέσπασε 8 υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Το βασικό ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την ιστορία. Όταν οι παραγωγοί χρειάζονται τα δικαιώματα των τραγουδιών, συχνά πρέπει να συνεργαστούν με οικογένειες, κληρονόμους ή τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Αυτό δίνει πρόσβαση στη μουσική, αλλά περιορίζει την ελευθερία της αφήγησης, οδηγώντας σε πιο «καθαρισμένες» εκδοχές της πραγματικότητας.

Παρά τις καλλιτεχνικές ενστάσεις, το μοντέλο λειτουργεί εμπορικά. Οι θεατές γνωρίζουν τα τραγούδια, έχουν συναισθηματική σχέση με τους καλλιτέχνες και συχνά πηγαίνουν στην αίθουσα για να ξαναζήσουν μια εποχή, όχι απαραίτητα για να δουν μια αυστηρά δημοσιογραφική αποτύπωση της ζωής τους.

Η τάση ενισχύεται και από την κόπωση του κοινού απέναντι στις ταινίες υπερηρώων, αλλά και από την ανάγκη των στούντιο για αναγνωρίσιμα brands. Στην ίδια λογική εντάσσονται και τα τέσσερα επερχόμενα φιλμ του Σαμ Μέντες για τους Beatles, τα πρώτα μυθοπλαστικά biopics του συγκροτήματος με δικαιώματα χρήσης των τραγουδιών τους.

Το συμπέρασμα είναι απλό: τα biopics μπορεί συχνά να είναι προβλέψιμα, αποστειρωμένα ή υπερβολικά φιλικά προς τους σταρ που παρουσιάζουν. Όμως, σε μια κινηματογραφική αγορά που παλεύει να ξαναβρεί το κοινό της, παραμένουν εξαιρετικά επικερδής συνταγή.

Πηγή: The Guardian