- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Βαγγέλης Μουρίκης: «Ο αυτοσχεδιασμός γίνεται στους δρόμους της Αθήνας»
Βαγγέλης Μουρίκης - Συνέντευξη: Ο ηθοποιός μιλάει για τον ρόλο του στην ταινία «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ» του Γιώργου Γεωργόπουλου, το σινεμά και τη ζωή.
Ο Βαγγέλης Μουρίκης δεν είναι από τους ανθρώπους που «χτίζουν» την εικόνα τους με εξηγήσεις. Απαντά σαν να χαράζει δρόμους: κάνει ένα βήμα, σταματά, κοιτά, ξαναμπαίνει σε σκέψη, ξαναβγαίνει. Κι όμως, μέσα από αυτή τη στάση –που μοιάζει λιτή αλλά είναι φορτισμένη– ξεδιπλώνεται κάτι πιο βαθύ: μια αντίληψη για το σινεμά ως χώρο δουλειάς αλλά και συνύπαρξης, ως τόπο πειθαρχίας αλλά και περιπλάνησης. Με αφορμή τη νέα ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», από την Tanweer, όπου υποδύεται τον Γιούρι, έναν δάσκαλο τζούντο από τη Γεωργία, που επιστρέφει αναζητώντας μια καινούργια αρχή, συναντιόμαστε ένα πρωινό Κυριακής στην άδεια πόλη σε μια περίοδο που τον βρίσκει σε προετοιμασία νέας ταινίας. Έχουμε μάλλον «ξαναβρεθεί», χωρίς να γνωριζόμαστε, ένα καλοκαίρι σε μια παραλία της Νάξου. Κι επιβεβαιώνει αυτή μου την υποψία πριν ξεκινήσουμε να συζητάμε.
Με βραβεία, διεθνείς διακρίσεις και μια πορεία δεκαετιών, ο Βαγγέλης Μουρίκης μιλά για τους ρόλους του και τον κινηματογράφο σαν να επρόκειτο για συναντήσεις στον δρόμο: όχι ως «επιτεύγματα», αλλά ως εμπειρίες που σε αλλάζουν – ή που δεν αξίζουν, αν δεν μπορούν να σε πάνε παρακάτω.
Ο Γιούρι δεν μπαίνει με θόρυβο. Έρχεται «από αλλού» και κουβαλάει ένα παρελθόν που δεν εξηγείται εύκολα. Κι ο Βαγγέλης Μουρίκης, που έχει ζήσει κι εκείνος την εμπειρία της απόστασης, μοιάζει να αναζητά στους ρόλους του όχι ένα κόλπο, αλλά μια αλήθεια που να στέκεται στη λεπτομέρεια – «στον ιδρώτα του χώρου». Του μεταφέρω τη δική μου εφηβική εμπειρία από τα μαθήματα στο παγκράτιο μ’ έναν προπονητή ο οποίος βρέθηκε στη Θράκη μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Είχαν δει τόσο πολλά τα μάτια του, που λίγα λόγια έβγαιναν απ’ το στόμα του. Από εκεί ξεκινάμε.
― Πώς μπήκατε στον κόσμο του Γιούρι και της Πάττυς;
Είναι ένα σενάριο που ο Γιώργος το δούλευε για πάρα πολλά χρόνια. Γύρω στο 2019, νομίζω, άρχισε να γράφεται, να πρωτογράφεται, ή και πιο πριν ίσως. Ήμουν γνώστης αυτής της προσπάθειας από κάποια στιγμή, και σιγά σιγά γνώριζα κι εγώ τον κόσμο που ο Γεωργόπουλος έχτιζε με τις λεπτομέρειές του, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά, μια κι έκανε κι ίδιος χρόνια τζούντο. Είχε άποψη αλλά και τη μνήμη του ιδρώτα του χώρου. Είχε τις μυρωδιές. Δεν ήταν δύο διαστάσεων η σχέση του με το αντικείμενό του. Ήταν μια τρισδιάστατη σχέση. Το είχε κάνει, το είχε δει, το είχε σκεφτεί, το είχε εκτελέσει, το είχε ξανακάνει στο κεφάλι του και μετά το έχτισε για να γίνει σενάριο. Αυτό έφτανε σ’ εμένα τμηματικά στην αρχή. Από εκεί μπήκα. Κι αυτό είχε αρχικά να κάνει, κυρίως, με το αγωνιστικό, το αθλητικό κομμάτι της ταινίας. Πέρα απ’ αυτό, υπήρχε και το κομμάτι της προσωπικότητας του ήρωα. Που είχε χτιστεί, όπως γίνεται συνήθως, απ’ αυτό που έφερε. Ο ήρωας θα μπορούσε να είναι δάσκαλος αθλήματος, όπως εδώ, ή κάτι άλλο, δεν έχει σημασία. Με ενδιέφερε πάρα πολύ το στοιχείο ότι ερχόταν από κάπου αλλού. Μετανάστης. Αυτοί οι άνθρωποι έφταναν από χώρες όπου, ειδικά στον χώρο του αθλητισμού, έχουν διδάξει, έχουν διακριθεί, αλλά και έχουν περάσει πολλά, έχουν υποφέρει. Δεν είναι απλά πράγματα. Μεταφέρουν έναν άλλο κόσμο. Είναι σε αποστολή, κι ας μην το γνωρίζουν ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς κρύβει το αστέρι του Γιούρι όταν πρωτοέρχεται. Αυτό λοιπόν με ενδιέφερε πολύ να το διερευνήσω κατά κάποιον τρόπο.
Από «άλλον τόπο» – και μια ζωή που κινείται ανάμεσα στο εδώ και στο αλλού. Στη συζήτηση, η απόσταση δεν είναι γεωγραφία· είναι συνθήκη, κάτι που σε σπρώχνει, σε τυραννά, σε ξαναγυρίζει. Σαν τον Γιούρι, που εξαφανίζεται για να ξαναφορτιστεί. Σαν έναν άνθρωπο που ψάχνει τη «φωλιά» του, όχι για να κρυφτεί, αλλά για να ξανασυναντήσει το πνεύμα του.
— Όταν ζήσει κάποιος χρόνια σε άλλη χώρα και επιστρέφει, τι παίρνει μαζί του και τι αφήνει πίσω;
Ε, αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα. Αυτό είναι η «τυραννία της απόστασης». Από πού έφυγες, πού πας και πού θες να ξαναγυρίσεις. Κι έχει ενδιαφέρον αυτό για τους ήρωες. Ο Γιούρι κάποια στιγμή εξαφανίζεται, γιατί για προσωπικούς λόγους θέλει να επιστρέψει εκεί όπου ο ίδιος νομίζει ότι οι μπαταρίες του θα φορτιστούν περισσότερο, αλλά και θα μπορέσει να σκεφτεί, να επανασυνδεθεί και πνευματικά με αυτό από το οποίο έφυγε. Είναι μια κίνηση πολύ βασική, σχεδόν πνευματική. Και δεν είναι μακριά από τη φιλοσοφία του τζούντο: έχει πνεύμα, σοφία, ησυχία, μελέτη. Έχει μια πειθαρχία. Μια σκέψη και μια εκτέλεση. Οπότε, ναι, ο Γιούρι αυτό το ταξίδι κάνει, και στη βαλίτσα του, αντί για τα συνηθισμένα, έχει «πράγματα» που παίρνει μαζί του για να πετάξει.
Το πιο ενδιαφέρον στη δουλειά του Μουρίκη είναι ότι δεν «πουλάει» αυτοσχεδιασμό. Τον μεταφέρει αλλού: στην πόλη. Στις βόλτες. Στις γειτονιές όπου ένας ήρωας δεν νιώθει τόσο ξένος. Σ’ εκείνο το περπάτημα που δεν είναι τουριστικό, αλλά ανάγκη και σκέψη.
— Σ’ αυτόν τον ρόλο πόσο χώρο αφήσατε στον αυτοσχεδιασμό και πόσο στην πειθαρχία;
Το σενάριο είχε την αλφάβητό του από την αρχή. Υπήρχαν οι αγώνες, οι σκηνές, υπήρχαν οι διάλογοι, η ανάπτυξη των ηρώων. Ο χώρος σου για να σκεφτείς και να νιώσεις –πέρα από έναν αυτοσχεδιασμό, που μπορείς να τον κάνεις και στο κεφάλι σου– στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν στους δρόμους της Αθήνας. Να δεις αυτούς τους ανθρώπους στις γειτονιές που πηγαίνουν. Τι κερδίζεις απ’ αυτούς, από μια εμπειρία με κάποιους που έχουν παρόμοια ιστορία με τον Γιούρι.
— Δουλεύετε περπατώντας;
Αρκετά. Εκεί κάνεις τον αυτοσχεδιασμό σου, εκεί σκέφτεσαι. Οι διαδρομές δεν είναι συγκεκριμένες. Η σκέψη, όμως, που σου ανοίγει τον δρόμο στο περπάτημα είναι εστιασμένη και δεν θα σε βγάλει εύκολα σε γειτονιές απρόσιτες για τον ήρωά σου. Ξαφνικά βρίσκεσαι κάπου, κι εκεί που αναρωτιέσαι «πώς βρέθηκα εδώ;», θα δεις πως η βόλτα σου σε έχει βγάλει σε γειτονιές που είναι κοντά του, όπου υπάρχουν συμπατριώτες του, όπου θα δεις ανθρώπους με παρόμοιο πολιτιστικό παρελθόν.
Η σιωπή στον κινηματογράφο για τον Μουρίκη δεν είναι «φιλοσοφία». Είναι μηχανισμός αφήγησης. Αν δεν τη στηρίζει το σενάριο, δεν υπάρχει. Αν τη στηρίζει, γίνεται εργαλείο: είτε κρατά το μυστήριο είτε σταματά την επανάληψη. Κι εκεί ακριβώς μπαίνει το μοντάζ.
— Πότε η σιωπή γίνεται μεγαλύτερη από έναν διάλογο σε μια ταινία;
Η σιωπή γίνεται μεγαλύτερη όταν το σενάριο γενικά αλλά και το κομμάτι που προηγείται ή έπεται της σιωπής είναι δομημένα έτσι ώστε να την αντέξουν. Οπότε είτε κερδίζεις την περιέργεια του θεατή, είτε έχεις δημιουργήσει τη συνθήκη ώστε να δεχτεί τη σιωπή. Αυτά φυσικά τα συνεννοείσαι με τον σκηνοθέτη ή εσύ με τον ήρωά σου. Δεν είναι μαθηματικά. Άλλες φορές πιάνουν, άλλες όχι. Γι’ αυτό υπάρχει και το μοντάζ. Τα κόβει και γεια σας. Πάει η σιωπή, πάνε όλα. Πλάκα δεν έχει; Πρέπει να δίνεις μεγάλη σημασία στο κινηματογραφικό κομμάτι που λέγεται μοντάζ.
— Ποιο είναι το πιο δύσκολο πράγμα στο να κρατήσετε έναν χαρακτήρα μυστηριώδη;
Θα έλεγα ότι αυτό είναι η συνισταμένη πολλών πραγμάτων. Δεν είναι μόνο δικό σου θέμα το να τον κρατήσεις μυστηριώδη. Έχει να κάνει, πρώτα απ’ όλα, με το αν η ίδια η ταινία θέλει να κρατήσει το μυστήριο και πώς. Αν θέλει να το κρατήσει, θα το κρατήσει, ανεξάρτητα από το τι έχεις δουλέψει εσύ. Αν θέλει να το φανερώσει, θα το φανερώσει και, αντί για σένα, μπορεί να το κάνει ή θα το έχει κάνει κάποιο άλλο κινηματογραφικό τμήμα. Η φωτογραφία, το μοντάζ που λέγαμε ή όποιο άλλο. Άρα απ’ ό,τι φαίνεται, το δύσκολο είναι να πείσεις αυτούς να αντέξουν το μυστικό που κουβαλάς και θέλεις να εξελίξεις. Αν το κατορθώσεις, τότε τέλεια, πάμε παρακάτω.
Υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο στη διαδρομή του: η γραφή. Ο ίδιος δεν το παρουσιάζει σαν «δεύτερο επάγγελμα». Το παρουσιάζει σαν πέρασμα που συμβαίνει όταν χρειάζεται – ακόμη και την ώρα που παίζει. Κι εκεί η απάντησή του φωτίζει μια διαφορά: άλλο να ξεκινάς από το σύνολο και να έρχεσαι στα επιμέρους, κι άλλο να ξεκινάς από το δικό σου μέρος και να πηγαίνεις προς το σύνολο.
— Πόσο διαφορετική είναι η διαδικασία της γραφής από την υποκριτική;
Η γραφή, συνήθως, έρχεται πριν· το παίξιμο μετά. Και όταν γράφεις μέσα στους ήρωες είσαι, μέσα στην ταινία, και όταν παίζεις το ίδιο ισχύει. Όμως, άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Το καθένα έχει το δικό του νεύρο. Εγώ κυρίως παίζω, δεν γράφω. Καμιά φορά, βέβαια, αυτή τη διαδικασία την περνάς και ενώ παίζεις. Μπαίνεις μέσα στο σενάριο και λες μήπως εδώ πρέπει να γίνει αυτό ή να δημιουργήσουμε αυτή τη συνθήκη; Οπότε αναγκαστικά θα περάσεις και αυτή την πόρτα. Το να γράφεις όμως αποκλειστικά, αυτό δεν είμαι εγώ. Εγώ κάνω το άλλο. Η γραφή ξεκινάει από μια πολύ μικρή σκέψη, η οποία όμως ανοίγει αμέσως μπροστά της ένα τεράστιο ταξίδι. Φορτώνει το σύνολο και έρχεται προς τα μέρη. Η ηθοποιία κυρίως ξεκινάει από την άλλη μεριά. Φορτώνεις το δικό σου κομμάτι και πας, αν τα καταφέρεις, να συναντήσεις και να συναντηθείς με το υπόλοιπο.
Η ταινία είναι συνάντηση τόπων: Ικαρία, Αθήνα, Γεωργία. Ο Μουρίκης δεν μιλά για τόπους σαν καρτ ποστάλ, αλλά σαν «ενέργεια». Περπατάς και καταλαβαίνεις. Από μικρές συμπεριφορές. Από τον τρόπο που ένας άνθρωπος κινείται στον δρόμο.
— Όταν βρίσκεστε σε ξένο τόπο, τι παρατηρείτε;
Τους δρόμους περπατάω. Εκεί ακούς, βλέπεις. Βλέπεις ποιος περνάει κόκκινο φανάρι, ποιος δεν το περνάει. Τσακώνεται ο ένας, πώς μιλάει, αγκαλιάζει, πιάνεται, δεν πιάνεται. Περπατάς κάπου και λες «εδώ είναι έτσι, εδώ δεν σε βλέπουν, εδώ κάνει κρύο, εδώ είναι ζεστά». Ό,τι συναντήσεις. Ό,τι σου πεταχτεί στη γωνία. Αυτό είναι κάτι που έχει ενδιαφέρον και στην ταινία: η συνάντηση δύο ανθρώπων με κοινό στόχο το τζούντο και ό,τι έρχεται μ’ αυτό. Ένα νέο ξεκίνημα και για τους δύο, σε καινούργιο τόπο πλέον. Και πάνω απ’ αυτά, το ένα άτομο είναι προς τη δύση της φάσης του και το άλλο στην ανατολή. Και βρίσκονται εκεί, στο κάπου, στη γωνία.
Υπάρχει μια στιγμή στην κουβέντα που το τζούντο γίνεται κλειδί για τον τρόπο που σκέφτεται το σινεμά. «Όρια», λέει ο ήρωας. Κόκκινο. Τατάμι. Κι ύστερα: Κάδρο. Κάμερα. Ό,τι γίνεται έξω απ’ αυτό είναι «σαν να μην έγινε ποτέ». Είναι από τις σπάνιες φορές που μια αθλητική φράση ακούγεται σαν κινηματογραφική θεωρία – όχι από βιβλίο, αλλά από εμπειρία.
— Είστε άνθρωπος της πειθαρχίας; Τι κρατάτε από τον Γιούρι ως «κανόνα»;
Σε ορισμένα πράγματα, ναι, έχω πειθαρχία και σε άλλα κομμάτια όχι. Νομίζω, όπως κάθε άνθρωπος. Αν θες να δανειστούμε κάτι, είναι αυτό που λέει ο Γιούρι όταν δείχνει τον στίβο του αθλήματος του τζούντο, το τατάμι: «Το βλέπεις το κόκκινο; Όρια». Είναι ζήτημα ορίων. Και σου λέει, ό,τι γίνει έξω απ’ αυτό είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Κι αυτό κρύβει και κάτι: όπως μια κάμερα κινηματογραφική. Ό,τι γίνει έξω από εκεί που βλέπει η κάμερα είναι σαν να μην έχει γίνει ποτέ.
Η ταινία ακουμπά το θέμα της σωματικής επαφής – ένα άθλημα επαφής, που σήμερα μπορεί να παρεξηγηθεί. Ο Μουρίκης δεν βιάζεται να το κάνει κοινωνικό μανιφέστο· κρατά το ερώτημα μέσα στο πλαίσιο της ταινίας, όπως ακριβώς κάνει κι ο Γιούρι με τα όρια. Το αφήνει ως ερωτηματικό στον θεατή.
— Ζούμε σε μια εποχή που παρεξηγείται η σωματική επαφή;
Ο ήρωας αυτό λέει. Σε ειδικές και γενικές γραμμές. «Το τζούντο είναι επαφή και οι άνθρωποι πολλές φορές την παρεξηγούν την επαφή». Αυτό πιστεύει, προφανώς για κάποιον δικό του λόγο. Και για να υπάρχει αυτό, σημαίνει ότι το σενάριο κάνει ιδιαίτερη υπογράμμιση στο συγκεκριμένο σημείο. Από εκεί και πέρα, κάθε εποχή έχει τη φάση της. Εγώ μιλάω μόνο από την πλευρά του ήρωα. Ας σταματήσουμε εκεί. Αυτό που λέει το κάνεις και ερώτημα. Αν θέλεις, βάζεις ένα ερωτηματικό στο τέλος και ανοίγεις κουβέντα.
Δεν μιλά για «επίτευγμα» όταν η κουβέντα πάει στο κέρδος μιας ταινίας. Μιλά για γνώση. Για εμπειρία. Για μια συνάντηση με έναν άνθρωπο η οποία πριν δεν υπήρχε. Αυτός είναι ένας τρόπος να περιγράφεις το σινεμά: σαν επαφή.
— Τι κερδίσατε από αυτή την ταινία;
Πολύ καλή ερώτηση αυτή! Τι κερδίζεις όταν κάνεις ταινίες; Πρώτα απ’ όλα συναντιέσαι με ανθρώπους που μπορεί να μην τους έχεις ξαναδεί. Ασχολείσαι με έναν Γιούρι που δεν σε είχε απασχολήσει ποτέ. Αυτό το κερδίζεις σαν γνώση, σαν εμπειρία ζωής, σαν ματιά, σαν δρόμο, σαν τις βόλτες στον δρόμο. Κερδίζεις την επαφή με έναν άνθρωπο, την οποία πριν δεν είχες.
Ο «κόσμος της ταινίας» είναι ένα από τα πράγματα που τον συγκινούν: η στιγμή πριν από το γύρισμα, που όλοι δουλεύουν για να μπεις εσύ να κάνεις το δικό σου κομμάτι και μετά ξαναδουλεύουν για να συνεχιστεί η σκηνή. Η συλλογικότητα ως καθημερινή ομορφιά, όχι ως σύνθημα.
— Τι διαφοροποιεί αυτή την ταινία από μια κλασική «αθλητική» ταινία;
Η ταινία δεν μένει στο ρινγκ της ιστορίας της. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι του τζούντο που ήρθαν στην πρεμιέρα ήταν συγκινημένοι. Και το αθλητικό κομμάτι τούς έκανε και το ανθρώπινο. Η ταινία δεν δείχνει μόνο την πάλη αυτή καθαυτήν. Δείχνει και μια άλλου είδους πάλη, που είναι εσωτερικής καύσεως, και μια άλλη, που έρχεται από έξω. Από χωριά, νησιά και άλλες πατρίδες. Έχει μια σύνθεση που δουλεύει σε πολλά επίπεδα. Αυτό είναι το ενδιαφέρον στην ιστορία.
— Πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του συνεργείου;
Δουλεύουμε όλοι μαζί προς μία κατεύθυνση. Και στη στιγμή της κρίσης και του πανικού πρέπει ο καθένας να ξέρει ακριβώς τι πρέπει να γίνει. Τα γυρίσματα έχουν εκπλήξεις: κάτι δουλεύει, κάτι δεν δουλεύει, το φως προχωράει και φεύγει, κάτι δεν πάει καλά, κάπου δεν είμαστε ευχαριστημένοι, κάπου πετάμε. Εκεί εννοώ τη στιγμή της απόφασης. Πρέπει γρήγορα να δουλέψουν κάποια πράγματα. Σε μια ταινία όλοι πάνε μαζί. Δεν υπάρχει «συνεργείο» και τέτοια. Υπάρχει ο κόσμος της ταινίας. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη ομορφιά. Για το συλλογικό μιλάω, τη στιγμή της απόφασης, ακριβώς στο μηδέν.
Όταν η κουβέντα πάει στο «σινεμά» ως επιλογή ζωής, η απάντησή του είναι κοφτή και καθαρή: δεν είναι ότι κάτι τον κρατά μακριά από το θέατρο ή την τηλεόραση. Είναι ότι τον κρατά κοντά του το σινεμά.
— Τι σας κρατά μακριά από το θέατρο και την τηλεόραση;
Τίποτα. Με κρατάει πολύ κοντά το σινεμά. Εκεί ξεκίνησα, εκεί είναι το ενδιαφέρον μου. Αν μπορούσα να εμπλακώ και στα άλλα, θα έμπαινα. Αλλά όλο και κάτι κάνουμε κινηματογραφικά.
«Τι κερδίζεις όταν κάνεις ταινίες; Πρώτα απ’ όλα συναντιέσαι με ανθρώπους που μπορεί να μην τους έχεις ξαναδεί. Ασχολείσαι με έναν Γιούρι που δεν σε είχε απασχολήσει ποτέ.» - Βαγγέλης Μουρίκης
— Πού αποδίδετε την τάση επιστροφής του κόσμου στους κινηματογράφους;
Δεν ξέρω. Ο κόσμος ίσως δεν θέλει πλέον να βλέπει τα πράγματα σε «τεύχη». Θέλει να δει κάτι ολοκληρωμένο, με αρχή, μέση, τέλος – και όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά, όπως έχει πει κάποιος άλλος, αλλά πάντως στη μεγάλη οθόνη και με συνύπαρξη. Απ’ ό,τι φαίνεται, αναζητάμε, ίσως όλοι μας, να ξαναβρούμε την επαφή μας, ή κάποια, τέλος πάντων, σύνδεση.
Η ερώτηση για τη «μανιέρα» τον βρίσκει ειλικρινή: δεν αγαπά τους όρους. Αλλά η απάντηση πάει κατευθείαν στην ουσία: ο ρόλος πρέπει να του δίνει κάτι καινούργιο. Αν όχι, δεν έχει λόγο να πάει. Όχι από βαρεμάρα – από ευθύνη απέναντι στην ταινία.
— Σας φοβίζει η μανιέρα;
Δεν χρησιμοποιώ τέτοιους όρους. Δεν τους καταλαβαίνω. Αυτό που προσπαθώ είναι κάθε φορά, από καθετί καινούργιο που κάνω, να μάθω και κάτι. Κάτι ακόμα, αν μπορώ. Θα πω: «Τι έχω να προσφέρω; Τι θα δώσω;». Αν δω ότι δεν μπορώ να δώσω κάτι, λέω «άσ’ το». Ψάχνω να δω τι καινούργιο έχει να μου δώσει το σενάριο. Αν μου δώσει κάτι, προσπαθώ να βρω έναν καινούργιο τρόπο να δώσω κι εγώ. Αν το κατορθώσω, το κατόρθωσα. Αν όχι, κάτι δεν έγινε καλά. Φωτιά στα μπατζάκια μας! Έχει συμβεί κι αυτό πάντως έτσι κι αλλιώς.
Η συζήτηση κλείνει εκεί που ξεκίνησε η ταινία: στο καταφύγιο, στη «φωλιά». Η ανάγκη σε στέλνει. Κι αν γυρίσεις, ίσως ξαναπατήσεις στα πόδια σου. Ο Γιούρι δεν κυνηγά να γίνει «μεγάλος». Κυνηγά να μεγαλώσει το μικρό του. Το ντότζο. Το τατάμι. Τη σφουγγαρίστρα. Κι αυτό, μ’ έναν παράξενο τρόπο, είναι που κάνει τον κόσμο να τον σέβεται.
— Τι κάνει έναν άνθρωπο να κλείνεται στο καβούκι του, να εξαφανίζεται, να επιστρέφει στο καταφύγιό του;
Η ανάγκη του να το κάνει. Ο Γιούρι αυτή την ανάγκη είχε. Εκεί ήταν το μέρος που έπρεπε να πάει κι εκεί πήγε. Είναι πολύ βασικό. Και νομίζω πως δικαιώνεται. Εκεί είναι το ευχάριστο και συγκινητικό στην ταινία. Ξαναπατάει στα πόδια του. Κι έχει ενδιαφέρον το ότι έρχεται να πει: «Για να δούμε κι αυτό το θέμα που λέγεται πραγματική αξία». Υπάρχει, ας πούμε, αντικειμενικός τρόπος αξιολόγησης, βάσει των πράξεων, βάσει αυτών που έχει δείξει κι έχει κάνει κάποιος. Ο Γιούρι δεν το αναπτύσσει σαν κάτι ανταγωνιστικό. Θέλει το μικρό, το δικό του: το δικό του ντότζο, το δικό του τατάμι, τη σφουγγαρίστρα, τον μικρό του κόσμο, που ξαφνικά γίνεται γι’ αυτόν τεράστιος στην πορεία. Και είναι αισιόδοξος γι’ αυτό που μπορεί να πεταχτεί μπροστά του και να συναντήσει στη γωνία.
H ταινία «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ», είναι η τρίτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη Γιώργου Γεωργόπουλου, μετά το «Tungsten» και το «Δε Θέλω να Γίνω Δυσάρεστος Αλλά Πρέπει να Μιλήσουμε για κάτι Πολύ Σοβαρό» με πρωταγωνιστές τους Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλη Μουρίκη, Φιλίππα Κουτούπα, Γιούλα Μπούνταλη, Μελίνα Κοτσέλου, Τάσο Νούσια, Μαρία Καλλιμάνη και Αντώνη Κοτζιά. Η Δάφνη, μια αθλήτρια του Τζούντο από την Ικαρία, είναι έτοιμη να απλώσει τα φτερά της και να ακολουθήσει τον Δάσκαλο Γιούρι στην μεγάλη πόλη και να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών αγώνων. Ο Γιούρι, που για λόγους άγνωστους, έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο του Τζούντο τα τελευταία χρόνια, επιστρέφει ψάχνοντας μια καινούργια αρχή, ενώ η Δάφνη μεταβαίνει από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον δύσκολο κόσμο της ενηλικίωσης.