Κινηματογραφος

Όλες οι Κυριακές: Μια 17χρονη ανάμεσα στην πίστη και την ελευθερία

Η ισπανική ταινία της χρονιάς, σε σκηνοθεσία της Αλάουδα Ρουίθ ντε Αθούα, συγκεντρώνει 13 υποψηφιότητες Γκόγια

Κωνσταντίνος Καϊμάκης
ΤΕΥΧΟΣ 989
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Κριτική για την ταινία «Όλες οι Κυριακές» σε σκηνοθεσία Αλάουδα Ρουίθ ντε Αθούα. Πρωταγωνιστούν: Μπλάνκα Σορόα,Πατρίθια Λόπεθ Αρνάιθ, Μιγκέλ Γκαρσές, Χουάν Μινουχίν

Mαθήτρια σε σχολείο του Μπιλμπάο, ύστερα από μια σχολική εκδρομή σε μοναστήρι της περιοχής, σκέφτεται να γίνει εσώκλειστη μοναχή, εγκαταλείποντας την πανεπιστημιακή μόρφωση για την οποία προοριζόταν. Τα μέλη της οικογένειάς της (θρήσκοι οι περισσότεροι) προβληματίζονται για την απόφαση της 17χρονης κοπέλας, ενώ μόνο η άθεη θεία της εκφράζει ανοιχτά τη διαφωνία της.

Η ταινία της Ισπανίδας Αλάουδα Ρούιθ ντε Αθούα αφορά μια οικογενειακή ιστορία που χτίζεται γύρω από τις αγωνίες –αλλά και κάποιες αρνητικές σκέψεις– της νεαρής ηρωίδας. Ένα κορίτσι που νιώθει άγχος για όσα συμβαίνουν γύρω της (από τα πιο βασανιστικά πράγματα για εκείνη είναι ο έρωτας χωρίς ανταπόκριση που νιώθει για έναν συμμαθητή της) και πασχίζει να βρει τον πραγματικό εαυτό της, ενώ ακόμη μοιάζει να μην έχει συνέλθει από την απώλεια της μητέρας της. Η γιαγιά και η θεία βρίσκονται σταθερά δίπλα της, καλύπτοντας το κενό του πατέρα (ιδιοκτήτης εστιατορίου), που είναι απορροφημένος στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, ενώ το τραγούδι με τη χορωδία του σχολείου μοιάζει να είναι το μόνο πράγμα που την ευχαριστεί πραγματικά. Το θρησκευτικό στοιχείο είναι απλώς το πρόσχημα για να ξεδιπλωθεί ένα υπόγειο (ανεπαίσθητο σχεδόν) και… ύπουλο δράμα που θεμελιώνεται γύρω από μια έντονη παραδοξότητα και ένα κεντρικό, σχεδόν βασανιστικό ερώτημα. Τι είναι εκείνο που ωθεί τη νεαρή Αϊνάρα στο να απαρνηθεί το λαμπρό μέλλον για χάρη μιας ασκητικής ζωής που θα είναι αφιερωμένη στον Χριστό; Και, το σημαντικότερο, ποιες είναι οι αιτίες που την οδήγησαν στην παραπάνω επιλογή; Η σκηνοθέτρια δεν κρίνει, δεν καθοδηγεί, δεν οδηγεί τη νεαρή κοπέλα στην υπαρξιακή ματαίωση και, το σημαντικότερο, διατηρεί ίσες αποστάσεις από τα πιστεύω των βασικών χαρακτήρων.

Αν και σε μερικά σημεία ο προβληματισμός του φιλμ φωτογραφίζει τη συναισθηματική ανωριμότητα των αντρών, στις πιο κρίσιμες στιγμές του στρέφεται σε μια μορφή υψηλής δραματικής δεινότητας που αναδεικνύεται από τις «γυναικείες» συγκρούσεις. Η αντιπαράθεση της θείας Μαϊτέ με την ηγουμένη της μονής και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται ανάμεσά τους («δεν χρειάζεται καμία οικονομική δέσμευση αν η Αϊνάρα επιλέξει να γίνει νύφη του Χριστού», λέει η δεύτερη) σβήνουν γρήγορα τις αρχικές υποψίες ότι παρακολουθούμε ένα απλώς καταγγελτικό ή συμβατικό δράμα. Στο δεύτερο μέρος (που διαδέχεται το κάπως αργό πρώτο μισό) ξεχωρίζει το συγκινητικά ειλικρινές σχόλιο για την επίδραση κάποιων ιδιαίτερων σχέσεων –τα ερωτήματα της ηρωίδας προς τον… πατέρα– αλλά και τις παγίδες που καιροφυλακτούν στη ζωή του κάθε ανθρώπου και δεν του επιτρέπουν να δει με καθαρό μάτι.