Κινηματογραφος

Λουπίτα Νιόνγκο: Τελικά, πειράζει αν η Ωραία Ελένη είναι μαύρη στην Οδύσσεια του Νόλαν;

Τι συζητάμε πραγματικά όταν τσακωνόμαστε για την Ωραία Ελένη;

Δήμητρα Γκρους
13’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
UPD

Το casting στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν και η συζήτηση στα social media

Αρχικά, όταν κατάλαβα ότι ένα ακόμη ντιμπέιτ —αυτή τη φορά για την ηθοποιό που θα ενσαρκώσει την Ωραία Ελένη στην «Οδύσσεια» του Νόλαν— οδήγησε στα χαρακώματα τα social media, αναρωτήθηκα αν υπάρχει εδώ το «σωστό». Η επιλογή της Αφροαμερικανής Λουπίτα Νιόνγκο (κούκλα!) ξένισε αρκετούς, και, για να είμαι ειλικρινής, κάπως αλλιώς την είχα κι εγώ στο μυαλό μου την Ωραία Ελένη. Η Ελένη της Τροίας είναι μέρος της ελληνικής μυθολογίας και συνδέεται με έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτισμικό και γεωγραφικό χώρο: το Αιγαίο, τη μυκηναϊκή εποχή, τους αρχαίους Έλληνες. Οι μύθοι λειτουργούν ως κοινά πολιτισμικά σύμβολα και, αναπόφευκτα, κουβαλούν μια εδραιωμένη εικόνα στη συλλογική συνείδηση.

Από την άλλη όμως, τι σημασία έχει; Σινεμά είναι, όχι ντοκιμαντέρ. Αυτό που μετρά είναι αν η ηθοποιός μπορεί να αποδώσει τον χαρακτήρα και την ιστορία, όχι αν αντιστοιχεί απόλυτα σε μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία. Και, κατ’ επέκταση, αν η ταινία που θα αφηγείται τη Οδύσσεια θα είναι καλή ή όχι.

Επομένως, πρόκειται απλώς για μια συζήτηση γύρω από το casting σε ιστορικούς και μυθολογικούς ρόλους; Ή για κάτι βαθύτερο; Μήπως έχουμε μπροστά μας έναν ακόμη μικρό πολιτισμικό πόλεμο; Μήπως πρόκειται για μία ακόμη περίπτωση όπου η «υπερβολική πολιτική ορθότητα» αλλάζει ιστορίες στο όνομα της εκπροσώπησης — άρα για μια συνειδητή επιλογή του Νόλαν και όχι για μια ουδέτερη καλλιτεχνική απόφαση; Ή όχι; Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και η αντίδραση όσων αισθάνθηκαν μια αόριστη απειλή, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της προκατάληψης. Είναι τελικά αυτή μια συζήτηση για το πώς αλλάζει ο κόσμος και για το πώς ο καθένας μας ερμηνεύει αυτή την αλλαγή;

Αυτές ήταν οι δικές μου σκέψεις και απορίες. Για να το διερευνήσουμε περισσότερο, ρωτήσαμε φίλους και συνεργάτες της ATHENS VOICE: Τελικά, πειράζει αν η Ωραία Ελένη στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κινηματογραφικά project του 2026, είναι μαύρη;

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη | Ποιήτρια, μεταφράστρια

Μπορεί η Ωραία Ελένη να απεικονίζεται από μία μαύρη ηθοποιό; Φυσικά. Κινηματογραφική ταινία γυρίζουμε, δεν γράφουμε βιβλίο ιστορίας/μυθολογίας, ούτε μιλάμε για εκπαιδευτικό ντοκιμαντέρ· στην οποία περίπτωση η Ωραία Ελένη θα έπρεπε, έτσι κι αλλιώς, να εμφανιζόταν με δέρμα σταρένιο, μαλλιά καστανόξανθα, σκούρα μάτια.

Γιατί, θα ρωτήσετε, δεν αναφέρεται στα δύο ομηρικά έπη ως «λευκώλενος», «ξανθή», «γλαυκώπις»;

Ναι, μόνο που οι αρχαίοι δεν καταλάβαιναν τα χρώματα με τον ίδιο τρόπο που τα καταλαβαίνουμε εμείς. Το Αιγαίο δεν ήταν μπλε (ή γαλάζιο, γλαυκό): ήταν «οίνοψ πόντος», στο χρώμα του κρασιού (του κόκκινου)· η θεά Αθηνά ήταν «γλαυκώπις» γιατί είχε σπινθηροβόλο και θυμωμένο (συννεφιασμένο, όπως θα λέγαμε σήμερα) βλέμμα· η Ωραία Ελένη, βασίλισσα της Σπάρτης γαρ, δεν δούλευε κάτω από τον ήλιο, σαν τους άντρες, οπότε ήταν πιο λευκή από αυτούς («λευκώλενος»). Ο χαρακτηρισμός «ξανθός», επίσης, ήταν ένας ακόμα τρόπος να πει κανείς «νέος» ή «νεανικός», αφού τα μαλλιά σκουραίνουν με την ηλικία. Σκεφτείτε, επίσης, μια (φυσικώς) ξανθιά Ελληνίδα που θεωρείται καστανή από τους Σκανδιναβούς τού σήμερα. Αφήστε που σε βυζαντινές ετυμολογικές πηγές το «ξανθός» των ομηρικών επών αποδίδεται ως «πυρροειδής» και συμβολίζει «τὸ θερμὸν καὶ ὀργίλον τοῦ ἥρωος»: κάτι δηλαδή περί του χαρακτήρα του (όπως και ο χαρακτηρισμός «γλαυκώπις» πιο πάνω).

Η ιδέα της ομορφιάς που έχουμε για την Ωραία Ελένη είναι προϊόν κατανόησης της μετάφρασης των ομηρικών επών μέσα από σημερινές ερμηνείες. Αλλά είναι και αποκύημα μιας ρομαντικής ευρωπαϊκής άποψης περί αρχαίου παρελθόντος των «λευκών Ελλήνων» που ρίζωσε με την Αναγέννηση, άνθησε (και υποστήριξε και την ανεξαρτησία μας) τον 19ο αιώνα και οδήγησε μέχρι και στις ψευδο-επιστημονικές ιδέες περί Αρίας φυλής (ξέρουμε πού και πώς — και ξέρουμε και ποιος συνεχίζει να πιστεύει σε τέτοιους μύθους σήμερα).

Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει ότι για τα ομηρικά έπη η ομορφιά της Ελένης ήταν θεϊκή (καθότι και κόρη του Δία): είναι ἠύκομος (καλλίκομος), τανύπεπλος, εὐπλόκαμος· οι Τρώες τη βλέπουν και σκιάζονται: «αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν» (μοιάζει φοβερά/τρομερά —με την έννοια του φόβου και του δέους— με τους αθάνατους θεούς)· γι’ αυτό και πρέπει να φύγει, πριν τους φέρει κάνα κακό στο κεφάλι. Φευ.

Πού θέλω να καταλήξω; Peu importe πώς ο Κρίστοφερ Νόλαν αποφασίζει να αποτυπώσει την Ωραία Ελένη στην κινηματογραφική οθόνη: φτάνει να είναι πραγματικά ωραία. Αλλιώς ας αρχίσουμε να αποκαθηλώνουμε την εντυπωσιακή πρασινομάτα Κλεοπάτρα της Λιζ Τέιλορ (που είχε και γαλλική μυτούλα) και τον γαλανομάτη Ιησού του Φράνκο Τζεφιρέλι. Να παίζουν μόνο Αιγύπτιες την Κλεοπάτρα και μόνο σκουρόχρωμοι Σεφαραδίτες τον Ιησού. Και τους γκέι να τους παίζουν μόνο γκέι και τους στρέιτ μόνο στρέιτ. Στην Ελλάδα μάς ξενίζει οτιδήποτε δεν συμφωνεί με την «ένδοξη» εικόνα του παρελθόντος μας (η οποία είναι, απαραιτήτως, λευκή και αρία: εδώ διάβαζα τις προάλλες πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρούσε ημάς, αλλά και τους γείτονες Τούρκους, μέλη της). Είμαστε ένας λαός με πολύ έντονο φυλετισμό (tribalism) και αφήνουμε υπερβολικά πολύ χώρο στους υπερασπιστές του. Όπως και στους μισαλλόδοξους, είτε είναι ανιστόρητοι ή όχι. Η Λουπίτα Νιόνγκο είναι πανέμορφη, αυτό που θα λέγαμε σήμερα «θεά». Ε, αυτό ήθελε κι ο Όμηρος. Όσοι διαφωνείτε, get a life.

Χάρης Νικολακάκης | Εκδότης: Bell

Τη δεκαετία του 1990 βρέθηκα να φοιτώ σε λύκειο προαστίου της Ουάσιγκτον, της πρωτεύουσας των ΗΠΑ, όπου ο πληθυσμός των μαθητών ήταν κατά 90% και πλέον μαύροι. Εκεί είδα για πρώτη φορά, έκπληκτος, μια προσπάθεια να παρουσιαστούν ιστορικές (ή και μυθικές, θρησκευτικές κλπ.) προσωπικότητες ως μαύροι, πρόγονοι των Αφροαμερικανών. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που συνάντησα ήταν αυτά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Την απεικόνιση του Αφρικανού Ιησού την ξεπερνάω, καθώς θεωρώ δικαίωμα κάθε ανθρώπου να δει τον εαυτό του στον Θεό που πιστεύει. Ο Πλάτωνας όμως και ο Αριστοτέλης;

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς. Αυτά τα, ας τα πούμε, «αναθεωρητικά φυλετικά αφηγήματα» δεν είναι κάτι νέο. Εξυπηρετούν μια ανάγκη για να νιώσουν «καλά», «περηφάνια», «δικαίωση» (;) οι απόγονοι των ανθρώπων που πέρασαν τα πάνδεινα –τα ΠΑΝΔΕΙΝΑ– τους προηγούμενους αιώνες στην Αμερική και όχι μόνο. Η απάνθρωπη εκμετάλλευση των Αφρικανών από λευκούς Αμερικανούς και Ευρωπαίους αποικιοκράτες είναι ένα γεγονός που όλοι θα θέλαμε να ξεχάσουμε. Ή ακόμα καλύτερα να μην είχε συμβεί.

Είναι όμως η παραποίηση εξιλέωση; Και μια τέτοια παραποίηση εξυπηρετεί τη δικαίωση και την αλήθεια; Εξυπηρετεί τους ίδιους τους Αφροαμερικανούς και τους αγώνες τους για την ελευθερία η κατασκευή ψεύτικων προγόνων και ψευδών αφηγημάτων;

Ο αντίλογος λέει ότι η ωραία Ελένη «δεν ήταν ιστορική προσωπικότητα, οπότε μπορεί ο καθένας να τη φανταστεί όπως θέλει». Και ο Κρίστοφερ Νόλαν, ίσως, να τη φαντάστηκε με τη μορφή της πανέμορφης Λουπίτα Νιόνγκο. Το πλαίσιο όμως μέσα στο οποίο «υπήρξε» η ωραία Ελένη είχε συγκεκριμένες νόρμες. Συνεπώς και η επιλογή μιας Ασιάτισσας ή ακόμα και Σκανδιναβής ηθοποιού για τον συγκεκριμένο ρόλο θα ήταν εξίσου προβληματική.

Υπάρχει λοιπόν σωστή ή λάθος προσέγγιση; Υπάρχει. Είτε γυρίζεις μια ταινία-μεταφορά της Οδύσσειας στον κινηματογράφο και προσπαθείς να είσαι πιστός στην ιστορική αλήθεια της εποχής στην οποία διαδραματίζεται, είτε γυρίζεις μια ταινία «εμπνευσμένη από το ομηρικό έπος», στην οποία μπορείς να βάλεις να πρωταγωνιστούν ακόμη και δεινόσαυροι. Στην περίπτωση αυτή κανείς δεν θα σε ρωτήσει «γιατί;»

Τάκης Δρεπανιώτης | Μεταφραστής

Και ξαφνικά, άλλη μια τρικυμία σε δαχτυλήθρα ξέσπασε στην ευδαίμονα Ελλάδα. Τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην «Οδύσσεια» του Νόλαν όχι απλώς θα τον παίξει γυναίκα, αλλά μαύρη γυναίκα. Η βραβευμένη και πανέμορφη Λουπίτα Νιόνγκο. Το αποκάλυψε αυτό το τέρας ενσυναίσθησης και γνώσεων, ο Έλον Μασκ.

Τον ρολάκο δηλαδή: μια γκεστ εμφάνιση που κάνει στην Οδύσσεια για να θαυμάσει τον Τηλέμαχο («Ίδιος ο πατέρας του») και να μάθουν οι ακροατές του ραψωδού ότι «ακόμα κρατιέται μια χαρά». Κάτι σαν τις αρπαχτές των ξεπεσμένων πρωταγωνιστών σε παραγωγές β΄ διαλογής.

Χείμαρροι οργής ξεπήδησαν από τα ΜΚΔ που σύντομα έγιναν ποτάμια ορμητικά. «Κάτω τα χέρια, ρε, από την ιστορία μας και τον πολιτισμό μας!» «Όλοι ξέρουν ότι η Πανέμορφη Ελένη είχε λευκά αριστοκρατικά χεράκια και ήταν κατάξανθη, κούκλα μοναδική. Τα–γρά-φει–ο–Ό-μη-ρος καταλεπτώς, στην Ιλιάδα. Έτσι τη χρωμάτισαν όλοι οι μεγάλοι ζωγράφοι της Αναγέννησης, ήτανε τίποτα χαζοί όλοι αυτοί;»

«Ποια ιστορία, βρε παιδιά; Ποιον πολιτισμό μας;» Της φαντασίας πλάσματα ήταν αυτά. Ψηλή, ξανθή, κατάλευκη την αφηγήθηκε ο ποιητής, όπως ήθελαν να ονειρεύονται μια πανέμορφη αρχόντισσα οι ακροατές του στον πρώτο ελληνικό μεσαίωνά τους, προσπάθησαν να ψελλίσουν ορισμένοι.

Και μερικοί θρασύτατοι προσπάθησαν να βάλουν στην κουβέντα ότι δεν ξέρουμε καν αν ήταν ιστορικό πρόσωπο ο Όμηρος, για την καταγωγή του οποίου τσακώνονταν εφτά πόλεις. Ότι τα ερείπια της μυθικής Τροίας που ανακάλυψε ο Σλίμαν έκρυβαν εφτά διαδοχικά χτισμένες και καταστραμμένες πόλεις. Ότι στο αρχαίο θέατρο, ακόμα και στην ανατρεπτική Ελένη του Ευριπίδη, όπου η βασίλισσα της Σπάρτης δεν έχει φτάσει στη μυθική Τροία αλλά καταφεύγει στην Αίγυπτο, τους γυναικείους ρόλους τούς έπαιζαν άντρες ηθοποιοί.

Άντε να συζητήσεις τώρα ορθολογικά για «τις προκλήσεις του 21ου αιώνα», για τα συνδικαλιστικά του Χόλιγουντ και τον λανθάνοντα ρατσισμό των ΗΠΑ, τη σκόπιμη σούπα μέσα στο ζουμί της κουλτούρας ακύρωσης που, ανακατεύοντας ίσες ευκαιρίες και ανθρώπινα δικαιώματα με την ιστορία, τις λαμπρές και τις μαύρες στιγμές της ανθρωπότητας, εκμηδενίζει τα πάντα.

Άννα-Μαρία Δρουμπούκη | Ιστορικός

Όταν είδα τη συζήτηση που έχει ξεσπάσει για την επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού να παίξει την Ωραία Ελένη στην ταινία του Christopher Nolan, σκέφτηκα τη Θεωρία της Μαύρης Αθηνάς του Μάρτιν Μπερνάλ, ο οποίος τόλμησε να αμφισβητήσει την ιδέα ότι ο δυτικός πολιτισμός γεννήθηκε καθαρός, αυτάρκης και αποκλειστικά «ευρωπαϊκός».

Ο Μπερνάλ υποστήριξε ότι ο αρχαίος ελληνικός κόσμος είχε δεχτεί βαθιές επιρροές από την Αίγυπτο και τη Φοινίκη —πολιτισμικά, γλωσσικά, ακόμη και μυθολογικά— και ότι η αναγνώριση αυτού του γεγονότος είχε κατασταλεί από εθνικιστικές και φυλετικά προσανατολισμένες ιστορικές αφηγήσεις. Ο Μπερνάλ δεν πολεμήθηκε όμως μόνο επιστημονικά. Αντιμετωπίστηκε με καχυποψία, ειρωνεία και, συχνά, ωμό αντισημιτισμό: παρουσιαζόταν ως «Εβραίος που θέλει να μας πάρει την ιστορία», λες και η καταγωγή του ακύρωνε τα επιχειρήματά του. Αυτό που ενόχλησε πραγματικά ήταν πως κατέρριπτε το αφήγημα της ανωτερότητας ενός πολιτισμού «εκ φύσεως».

Θυμάμαι μικρή πώς εθνικιστικές φωνές σε περιθωριακές εκπομπές στην τηλεόραση αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό ή και ειρωνεία εκείνη τη θεωρία και στην Ελλάδα, διαδίδοντας ότι ήταν απλώς μια «αλλόκοτη» ιδέα κάποιου συγγραφέα από άλλη κουλτούρα.

Σήμερα, βλέποντας στα social media τη συζήτηση ή, καλύτερα, τις σφοδρές αντιδράσεις γύρω από έναν ρόλο σαν αυτόν της Ωραίας Ελένης να περιστρέφεται γύρω από το χρώμα του δέρματος, δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι πόσοι από αυτούς τους αντιδρώντες επαναλαμβάνουν την ίδια ρητορική που κάποτε απέρριπτε τη Μαύρη Αθηνά όχι λόγω επιχειρημάτων αλλά λόγω προθέσεων.

Για μένα, η ίδια συζήτηση αποκαλύπτει περισσότερο τις προκαταλήψεις μας σήμερα, παρά βοηθά να επανεξετάσουμε δημιουργικά πώς αναπαριστούμε τον αρχαίο κόσμο στις σύγχρονες αφηγήσεις. Και δείχνει, φυσικά, πόσο βαθιά ρατσιστικό είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ωραίας μας χώρας.

Κυριάκος Αθανασιάδης | Συγγραφέας

Τα ομηρικά έπη δεν αφορούν την Ελλάδα. Ανήκουν σε όλο τον κόσμο. Οι ήρωές τους, θεοί, θνητοί, ημίθεοι, μάγοι, ήρωες, τέρατα, σακάτηδες, δεν είναι από δω: είναι από παντού. Γι’ αυτό τα λέμε ομηρικά έπη και όχι επιθεώρηση, και γι’ αυτό τα βάζουμε κάτω από το μαξιλάρι μας — είτε έτυχε να γεννηθούμε εδώ, είτε στο Μπρονξ.

Αυτοί που μάχονται, εξυφαίνουν συνωμοσίες, προδίδουν, απατούν, πονάνε και πεθαίνουν μέσα στους στίχους τους είναι όλοι οι άνθρωποι που πάτησαν ποτέ στον πλανήτη, κι αυτοί που είναι να έρθουν. Άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, κόκκινοι, και όλες οι αναμείξεις τους. Είναι Αβορίγινες και Απάτσι, Σουηδοί και Αιθίοπες, Κινέζοι και Βίκινγκς.

Οι δε δραματικές αντιδράσεις (για το —μαύρο— χρώμα, για σεξουαλικές προτιμήσεις κ.τ.π.) δεν έχουν απολύτως καμία σημασία, καθώς κατά 99% προέρχονται από βαρεμένους εθνικιστές, δηλαδή από κατά τεκμήριο αμόρφωτους ανθρώπους, ρατσιστές και ομοφοβικούς, που σόρι κιόλας αλλά δεν τούς πρέπουν οι Ιλιάδες και οι Οδύσσειες, βία κάνας Σεφερλής. Όλα τα άλλα τα ακούμε και τα σεβόμαστε.

Δημήτρης Λυβάνιος | Επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο ΑΠΘ

Όσοι θεωρούν ότι παραβιάζεται η ομηρική «αυθεντικότητα» από μια μαύρη ηθοποιό δεν φαίνεται να ενοχλούνται από άλλες σύγχρονες επεμβάσεις στην παρουσίαση της καλλιτεχνικής δημιουργίας της αρχαιότητας, όπως το να υποδύονται γυναίκες αντί για άνδρες τους γυναικείους ρόλους στο αρχαίο δράμα. Το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται εδώ είναι ο αναχρονισμός: κοιτάμε το παρελθόν με τα μάτια του παρόντος και «διαβάζουμε» σε αυτό πραγματικότητες που είτε δεν υπήρχαν είτε είχαν διαφορετικό περιεχόμενο. Η συζήτηση για το χρώμα της Ελένης αποκαλύπτει περισσότερα για τη δική μας εποχή παρά για την ομηρική, καθώς ούτε τα χρώματα παραμένουν αναλλοίωτα στον χρόνο αλλά ούτε και η αρχαιότητα αντιλαμβανόταν το δίπολο «μαύρος» - «λευκός» με τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε εμείς.

Η ομηρική Ελένη ήταν όντως λευκή· ωστόσο, αν ο όρος αυτός προσδιόριζε άνδρα στην αρχαιότητα, μπορούσε μεταξύ άλλων, λένε οι ειδικοί, να έχει και συνδηλώσεις «θηλυπρέπειας» ή «ανωριμότητας». Η «λευκότητα», με άλλα λόγια, εκτός από χρώμα ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις και ιδιότητα ή στοιχείο αξιολόγησης. Όσο για τη «μαύρη Ελένη», θα είναι και αυτή άλλη μια πολιτισμική (και ιστορικά προσδιορισμένη) οικειοποίηση ενός παλαιότερου έργου. Σε κάποιους θα αρέσει και σε κάποιους όχι, όπως άλλωστε συμβαίνει συνήθως στην τέχνη. Η κάθε εποχή φτιάχνει και την Ελένη της.

Σαπφώ Καρδιακού | Σύμβουλος εκδόσεων

Αν σας αποκαλούσε κανείς «λευκώλενο», θα συμπεραίνατε ότι αναφέρεται στις λευκές ωλένες σας, τους λευκούς πήχεις σας, δηλαδή. Στα ομηρικά έπη, όμως, η έννοια της λέξης «λευκός» ήταν άλλη και προέκυψε πριν την εποχή τού «Ομήρου», όπως ανέφερε ο Νίκος Σαραντάκος σε παλαιότερη ανάρτηση του μπλογκ του. Η αρχική της σημασία της ήταν «λαμπρός, φωτεινός». Όταν ο Όμηρος περιγράφει την Ελένη της Τροίας σαν λευκώλενη, ήγουν, αναφέρεται στη λαμπερή ομορφιά της, στη φωτεινή ύπαρξή της.

Όμως και λευκού χρώματος να ήταν, που ήταν, ελάχιστη σημασία θα είχε στις μέρες μας. Πρώτον, επειδή είναι παραδεκτός ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας της Οδύσσειας και της Ιλιάδας. Δεύτερον, γιατί, όταν οι δημιουργοί επιλέγουν να ερμηνεύσουν ένα έργο μέσω του χαρακτηριστικού ύφους και της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας τους, οι ήρωες υπηρετούν εκείνο το όραμα. Η αναπαράσταση των χαρακτήρων μιας ταινίας σαν του Κρίστοφερ Νόλαν εντάσσεται σε αυτή τη συνθήκη. Υπηρετούν την ερμηνεία ενός έργου εντός συγκεκριμένου πλαισίου, με σκοπό την ανάδειξη πανανθρώπινων θεμάτων.

Οι οιμωγές σχετικά με το «χρώμα» τής Ελένης και οι υποκειμενικές κραυγές που αμφισβητούν την ομορφιά της Αφροαμερικανής ηθοποιού Λουπίτα Νιόνγκο (εδώ γέλασα πολύ, παρά το σοβαρό τής όλης υπόθεσης) απέχουν μισό γαλαξία από την ανάγκη να τιμηθεί ο εθνικός μας παραμυθάς. Εφόσον η Νιόνγκο ερμηνεύσει όντως την τανύπεπλον, καλλιπάρηον Ελένη, θα έρθει αντιμέτωπη με έναν χαρακτήρα πλασμένο από τις λέξεις αντρών σαν πέτρα σκανδάλου. Μια όμορφη γυναίκα-αφηγηματικός μοχλός για να δικαιολογηθούν τα πολεμοχαρή ένστικτα των Ινδοευρωπαίων εποίκων της ενδοχώρας.

Ας αφήσουμε καλύτερα τις προφάσεις περί «αυθεντικότητας» —όσο αυθεντική ιστορική πηγή είναι ο Άμλετ για τη Δανία άλλο τόσο είναι τα ομηρικά έπη για την Ελλάδα— και ας έρθουμε αντιμέτωποι με τον σοβινιστικό, ρατσιστικό εαυτό μας. Κι ας τον στείλουμε έξω, μακριά, στη δική του Οδύσσεια, μήπως γνωρίσει καινούργια μέρη, διαφορετικούς ανθρώπους, και αναθεωρήσει τον παρωπιδισμό που αποκαλεί «άποψη».

Αρετή Γεωργιλή | Βιβλιοπώλισσα: Free Thinking Zone, συνεπικεφαλής Lean In Network Greece-Athens

Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι η τέχνη δεν είναι ιστορία, είναι έκφραση και ως τέτοια δεν έχει καμία υποχρέωση ιστορικής ή μυθολογικής ακρίβειας. Από την άλλη, με όσα γνωρίζουμε για το σενάριο, ο Νόλαν δεν προτίθεται να παρέμβει στις περιγραφές του ομηρικού έπους, αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν τη διάσημη ηρωίδα του, μαύρη ή λευκή, άρα δεν έχει λόγο να χάσουν τον ύπνο τους ορισμένα ότι επιχειρείται αναθεωρητισμός των στόχων της μεγάλης εκστρατείας μας — αν και καλό είναι πού και πού να μας λένε γιατί πραγματικά πήγαμε στην Τροία. Γιατί φυσικά δεν πήγαμε για να ικανοποιήσουμε τον ανδρικό εγωισμό του Μενέλαου, αλλά για τον πλούτο της.

Τι είναι όμως εκείνο που ενοχλεί πραγματικά;

Στο βιβλίο της «The beauty myth. How images of beauty are used against women» η Naomi Wolf υποστηρίζει ότι, εμάς τις γυναίκες, μας έχουν εμποτίσει με την ιδέα ότι για να είμαστε όμορφες (κάτι που πρέπει να κάνουμε, αλλιώς κανείς άντρας δεν θα μας αγαπήσει) πρέπει να έχουμε μια συγκεκριμένη εμφάνιση. Έτσι, ζούμε μια ζωή παλεύοντας να είμαστε όμορφες. Άλλος όμως είναι ο ορισμός της ομορφιάς για τον λευκό δυτικό άντρα, άλλος για τον Κινέζο και άλλος για τον Αφρικάνο. Έτσι, ο λευκός μάτσο άντρας θεωρεί ότι η ωραία Ελένη, η πιο όμορφη γυναίκα του αρχαίου κόσμου, δεν μπορεί να είναι παρά λευκή, γαλανομάτα ξανθιά. Μια Μπριζίτ Μπαρντό, μια Μαντόνα, και με αυτόν τον τρόπο απεικονίζεται στις περισσότερες εκδοχές της Τροίας. Είναι ένα στερεότυπο (affinity bias) του δικού μας λευκού πολιτισμού που επιμένει και στην εποχή μας, περιθωριοποιώντας τις μαύρες γυναίκες ή τις Λατίνες. Η Wolf χρησιμοποιεί τη φράση «πολιτισμική συνωμοσία» (cultural conspiracy). Πώς θα αντιδρούσαν, άραγε, οι εξεγερμένοι με τη μαύρη ωραία Ελένη, αν έβλεπαν μια μαύρη Παναγία ή έναν μαύρο Χριστό σε μία χριστιανική εκκλησία; Στην Αφρική έχουμε πληθώρα τέτοιων απεικονίσεων. Ο μαύρος άνθρωπος φαντάζεται τον Χριστό του μαύρο, ο λευκός λευκό και ο Άραβας σκουρόχρωμο.

Πίσω όμως από την παλλαϊκή αγανάκτηση για την πανέμορφη Λουπίτα Νιόνγκο, εκτός από το στερεότυπο συγγένειας, κρύβεται και ο βαθύς φυλετικός ρατσισμός. Και αυτός είναι ακόμη πιο σοβαρός, γι’ αυτό και η επιλογή του Νόλαν είναι καλοδεχούμενη σε μία κομβική στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας.

Κλείνοντας, δεν μπορώ να μη σχολιάσω την απεικόνιση της θηλυκότητας διαχρονικά ως μέσου επιρροής, και παράλληλα ως υποκείμενη περιορισμών σε σύγκριση με τους άντρες ομολόγους της και κακοποιήσεων όταν η κοινωνική «τάξη» φέρεται απειλούμενη. Ένα παράδειγμα γυναίκας που ντροπιάστηκε κοινωνικά για τις «ασυνήθιστες» πράξεις της είναι η Ελένη της Τροίας. Παρά την επιρροή που ασκεί σε ισχυρές ανδρικές μορφές, οι αφηγήσεις του Τρωικού Πολέμου επιχειρούν να την απογυμνώσουν από την αυτονομία της και να την υποβαθμίσουν, αποκλείοντας κάθε άλλο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς της, ακόμη και όταν επιδεικνύει συγκλονιστικά επίπεδα συναισθηματικού και πνευματικού βάθους, όπως περιγράφονται τόσο από τον Όμηρο, αλλά και από τον Ευριπίδη στην υπέροχη, αλλά λιγότερο γνωστή «Ελένη» του. Ελπίζω η ταινία του Νόλαν να σταθεί λίγο και σε αυτά.

Γεωργία Δρακάκη | Συγγραφέας, δημοσιογράφος

Τέσσερις αποσπασματικές σκέψεις με αφορμή την ωραία συζήτηση που έχει ανοίξει:

1. O θείος μας, ο Όμηρος, δεν περιγράφει ποτέ λεπτομερώς την εξωτερική εμφάνιση των ηρώων του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και αρκείται συνήθως σε αποσπασματικές πληροφορίες. Τον Μενέλαο τον περιγράφει ως «ξανθό». Αναφέρει, επίσης, ότι η ωραία Ελένη είχε λευκό δέρμα, στον στίχο 227 της ραψωδίας χ στην Οδύσσεια και στον στίχο 121 της ραψωδίας Γ στην Ιλιάδα: «Ἑλένῃ λευκωλένῳ», δηλαδή «Ελένη με τα λευκά χέρια».

2. Ο Όμηρος δεν είναι ιστορικός, είναι ραψωδός, παραμυθάς. Το πιθανότερο είναι ότι ουδέποτε υπήρξε μια γυναίκα σαν την Ελένη ή ότι κηρύχθηκε πόλεμος για την απαγωγή αυτής ή οποιασδήποτε άλλης. Ο (ιστορικός) Ηρόδοτος δηλοί ότι είναι παράλογο να πιστεύουμε ότι ολόκληρος πόλεμος θα διεξαγόταν για την απαγωγή μιας γυναίκας ή ότι, αν αυτό συνέβαινε, η Τροία δεν θα την επέστρεφε.

3. Αυθαίρετα συμπεράσματα σε σχέση με το αν είναι ρατσιστής όποιος θα προτιμούσε μια κινηματογραφική απόδοση πιο κοντινή στο ελληνοπρεπές και κατά Όμηρο γίγνεσθαι (κοινώς, μία μη μαύρη Ελένη) είναι στενάχωρα και αποδεικνύουν την αφόρητη στενομυαλιά και ανάγκη για ρήξη που χαρακτηρίζουν την εποχή μας. Νιώθω πως δεν μας αξίζει ούτε ο Όμηρος ούτε ο Νόλαν, οι οποίοι τυγχάνουν καλλιτεχνάρες αμφότεροι. Φίλη που φοβάται να περπατήσει βραδάκι στη Βικτώρια «επειδή πολλοί Πακιστανοί» έχει κάνει ήδη υμνητικό ποστ στην τέλεια επιλογή της μαύρης Ελένης και αποκαλεί αθώους απορημένους «χριστιανοταλιμπάν».

4. Αδημονώ να δω την ταινία. Γιατί λατρεύω ομηρικά έπη, λατρεύω που είμαι Ελληνίδα, λατρεύω που η ιστορία και η μυθολογία μας αφορά ακόμα το Σύμπαν — μάλλον με περισσότερη στοργή και λατρεία από ό,τι εμάς τους ίδιους, τους υποτιθέμενους πασίλευκους (sic) απογόνους της Λενιώς της Ομορφονιάς.

***

Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση πως η Λουπίτα Νιόνγκο θα υποδυθεί την Ωραία Ελένη στην επερχόμενη κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας. Η ηθοποιός έχει ανακοινωθεί ως μέρος του καστ, ωστόσο ο ρόλος της παραμένει άγνωστος. Η δημόσια αντιπαράθεση ξεκίνησε από φήμες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ενισχύθηκε όταν ο Έλον Μασκ σχολίασε επικριτικά το υποτιθέμενο casting («Ο Νόλαν έχει χάσει την ακεραιότητά του»), απαντώντας σε ένα τουίτ χρήστη που έγραφε: «Η Ελένη της Τροίας ήταν ξανθιά, με ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και το πρόσωπο που κινητοποίησε χίλια πλοία, επειδή ήταν τόσο όμορφη που οι άνδρες ξεκίνησαν έναν πόλεμο για χάρη της. Οι επιλογές του καστ που κάνουν την υπόθεση ασυνάρτητη είναι παραδοχές ότι η ιστορία δεν ήταν ποτέ το θέμα, ενώ προσβάλλεται ο συγγραφέας».

Δείχνοντας, επιπλέον, όλο αυτό ότι ακόμα και μια ανεπιβεβαίωτη πληροφορία μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο culture war topic.